Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Η ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΩΝ (1963-1974)

Του  Γ.Νακρατζά

Η εφαρμογή μιας οποιασδήποτε εθνικιστικής–επεκτατικής πολιτικής προϋποθέτει την ψυχολογική προετοιμασία των πολιτών της εκάστοτε χώρας,  χρησιμοποιώντας την  μέθοδο της εξιδανίκευσης των ιδίων πράξεων και της δαιμονοποίησης των πράξεων του αντιπάλου.
  Την μέθοδο αυτή εφάρμοσε στο παρελθόν, αλλά ακόμη και σήμερα, και η ελληνική πλευρά, με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τον νέο Αρχιεπίσκοπο των Αθηνών Χριστόδουλο, ο οποίος δημοσίως και επί παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας αναφερόμενος στους Τούρκους, ομίλησε για τους “ βαρβάρους της ανατολής ”.         
      Το ότι οι Τούρκοι συμπεριφέρθηκαν το 1955 κατά ένα βάρβαρο τρόπο απέναντι στην ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης είναι ευρύτατα γνωστό, όπως είναι επίσης γνωστό ότι  στην Κύπρο το 1974 εκτελέσθηκαν εν ψυχρώ δεκάδες ή εκατοντάδες Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι, γεγονός που ομολόγησε δημόσια και ο ίδιος ο Ντενκτάς.
Εκείνο όμως που δεν είναι καθόλου γνωστό στους νέους της Ελλάδας είναι οι δολοφονικές πράξεις των παρακρατικών ομάδων του Σαμψών, του Γεωργκάτζη και του
 Λυσσαρίδη εις βάρος των Τουρκοκυπρίων, κατά την περίοδο 1963- 1967. Άξιον αναφοράς είναι ότι κατά  την περίοδο αυτή η κυπριακή κυβέρνηση είχε την ευθύνη
για την διασφάλιση της ζωής, της τιμής και της περιουσίας   όλων των Κυπρίων πολιτών ανεξαρτήτως εθνικής ή  θρησκευτικής ταυτότητας.
  Μία κάπως πιο εκτεταμένη ανάλυση των δημοσιευμάτων της ελληνικής και της ξένης βιβλιογραφίας σχετικά με τα γεγονότα της Κύπρου κατά την περίοδο αυτή, θα συμπλήρωναν ίσως το έλλειμμα γνώσεων της σημερινής ελληνικής νεολαίας. 
 Το 1974 η εισβολή του τουρκικού στρατού στην Κύπρο είχε σαν αποτέλεσμα την  δημιουργία δύο ζωνών, μίας βόρειας ζώνης με πληθυσμό αποτελούμενο από Τουρκοκύπριους και Τούρκους εποίκους και μίας νότιας ζώνης με πληθυσμό αποτελούμενο
από Ελληνοκύπριους.  Από τότε μόνιμο αίτημα της κυπριακής κυβέρνησης είναι η αποχώρηση των  τουρκικών  στρατευμάτων κατοχής ώστε η Κύπρος να επανέλθει
στην παλιά της κρατική  υπόσταση, μία μελέτη όμως της συμβίωσης των δύο κοινοτήτων κατά το χρονικό διάστημα 1963-67 θα μπορούσε να μας πληροφορήσει
σχετικά με την ποιότητα της ειρηνικής αυτής συμβίωσης. 
    Σχετικά με την πρόθεση των Ελληνοκυπρίων να ζήσουν ειρηνικά και ισότιμα με τους Τουρκοκύπριους ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα λόγου του Μακάριου στο χωριό Παναγία, δημοσιευθέν στην εργασία των Rustem και Brother, σύμφωνα με τον οποίον στις 4 Σεπτεμβρίου 1962 ο Αρχιεπίσκοπος φέρεται να είπε τα εξής: “ μέχρις ότου εκδιωχθεί η μικρή αυτή τουρκική κοινότητα, ούσα τμήμα της τουρκικής φυλής, του φοβερού αυτού εχθρού  του Ελληνισμού, το καθήκον των ηρώων της ΕΟΚΑ δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ως περατωθέν ”, (1, σελ 47).        
Μία επιστολή διαμαρτυρίας του Ντενκτάς σχετικά με τα λεχθέντα του Μακαρίου στον λόγο του στην Παναγία δεν έτυχε απάντησης.  
  Δεκατέσσερις μήνες μετά τον λόγο αυτό και συγκεκριμένα στις 30 Νοεμβρίου 1963, ο Μακάριος υπέβαλε τα περίφημα 13 σημεία αλλαγής του Συντάγματος, παραβαίνοντας με τον τρόπο αυτό  την συνθήκη της Γενεύης, γεγονός που παραδέχθηκε δημόσια και ο ίδιος, (2, σελ 56). Η συνθήκη της Γενεύης απέκλειε μονομερή αλλαγή του συντάγματος της Κύπρου, διχοτόμηση, ή ένωση της νήσου με την Ελλάδα, σημειωτέον ότι από την συνθήκη αυτή εκπηγάζει και σήμερα ακόμα την νομιμότητά της η Κυπριακή Δημοκρατία.
  Η αλλαγή που πρότεινε ο Μακάριος θα είχε σαν συνέπεια ο Τούρκος Αντιπρόεδρος να χάσει το δικαίωμα του βέτο που είχε, και να εκλέγεται όχι πια από τους Τουρκοκύπριους αλλά από την πλειοψηφία της Βουλής, δηλαδή από τους Ελληνοκύπριους.
Με τα δύο αυτά άρθρα και με άλλα εννέα παρόμοια οι Τουρκοκύπριοι έχαναν τα δικαιώματα που τους εγγυούνταν μέχρι τότε το κυπριακό σύνταγμα.
Η άρνηση των Τουρκοκυπρίων να δεχθούν την μονομερή αυτή αλλαγή του συντάγματος εμφανίστηκε από τα κυπριακά Μ.Μ.Ε σαν “ Τουρκική ανταρσία εναντίον του κράτους ”, γεγονός που δεν είναι ακριβές, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, από νομικής πλευράς εκείνος που προσπάθησε  μονομερώς, δηλαδή πραξικοπηματικά, να παραβεί το σύνταγμα δεν ήταν οι Τουρκοκύπριοι αλλά ο Μακάριος. 
  Το ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν ήταν αυτοί που άρχισαν την λεγόμενη ανταρσία, μας πιστοποιεί και ο στρατηγός Καραγιάννης, Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου, ο οποίος σε μία συνέντευξή που έδωσε στις 15 Ιουνίου 1965 στην εφημερίδα “ Εθνικός Κήρυξ” των Αθηνών δήλωσε τα εξής: “ Όταν οι Τούρκοι αρνήθηκαν να παραδεχθούν την αλλαγή του Συντάγματος ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του και η ελληνική επίθεση άρχισε τον Δεκέμβριο του 1963 ”, ( 3.σελ 87).
 Την ύπαρξη προμελετημένου σχεδίου του Μακάριου για την εξόντωση των Τουρκοκυπρίων επιβεβαιώνει έμμεσα και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου δημοσιεύοντας τον Ιούλιο του 1979 στο  57Ο  τεύχος του δημοσιογραφικού του
οργάνου  ‘ Νέος Δημοκράτης ΄ την ακόλουθη κριτική εναντίον του Αρχιεπισκόπου  : “ Ο κ Λυσσαρίδης ….με τον οπλισμό που του έδωσε ο Μακάριος σχημάτισε τις δικές του ένοπλες ομάδες, οι οποίες μαζί με τις ομάδες του Γιωρκάτζη και του Σαμψών διεξήγαγαν, το 1963-1964 ΄απελευθερωτικό αγώνα΄ εναντίον των Τουρκοκυπρίων με αποτέλεσμα να μας φέρουν την ΄πράσινη γραμμή΄ και τελικά τον Αττίλα ”,(2.σελ 67).      
   Το ότι ο λεγόμενος απελευθερωτικός αγώνας  είχε σαν μοναδικό σκοπό τον βίαιο εξαναγκασμό των Τουρκοκυπρίων να υποταχθούν στις μονόπλευρες συνταγματικές
αλλαγές του Μακάριου προκύπτει και τυπικά από ένα άρθρο της κυπριακής εφημερίδας ΄Χαραυγή΄ που δημοσιεύθηκε την δεύτερη ημέρα των συγκρούσεων δηλαδή στις  22 Δεκεμβρίου 1963, έχοντας ως εξής : “ Και εφόσον είναι παραδεκτό, ότι η ένταση είναι το αποτέλεσμα του κλίματος που δημιουργούν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και οι αντιδημοκρατικές διατάξεις του Συντάγματος….. …η τουρκική κυβέρνηση ….που εξάπτει τα πνεύματα φανατικών Τούρκων συμπατριωτών μας, και η τουρκοκυπριακή ηγεσία πρέπει να αναθεωρήσει την αρνητική στάση της και να προσεγγίσει τις προτάσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά δημιουργικό τρόπο….”, (2. σελ 73).
   H  ελληνοκυπριακή επίθεση ενάντια στους Τουρκοκύπριους εγκαινιάσθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1963 όταν Ελληνοκύπριοι αστυνομικοί πυροβόλησαν και σκότωσαν στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας  ένα τουρκοκυπριακό ζευγάρι, στην προσπάθειά τους να διεξάγουν επιτόπιο αστυνομικό έλεγχο.
   Η σημαντικότερη επίθεση ήταν η επίθεση εναντίον της Ομορφίτας, ενός προαστίου της Λευκωσίας, όπου κατοικούσαν 5.000 Τουρκοκύπριοι, επικεφαλής των Ελληνοκυπρίων ενόπλων παρακρατικών ήταν ο Νίκος Σαμψών, τον οποίον ο ελληνοκυπριακός τύπος αποκαλούσε από τότε σαν τον “ κατακτητή της Ομορφίτας ”.
Οι υλικές ζημίες που προκάλεσαν οι παρακρατικοί του Σαμψών στο τουρκοκυπριακό αυτό προάστιο περιγράφονται στην υπ΄αριθ S/5950 έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, σύμφωνα με την οποίαν 50 σπίτια καταστράφηκαν ολοσχερώς και 240 μερικώς, (4, παρ 180). Σχετικά με τις ανθρώπινες απώλειες από το σύνολο των 5.000 Τουρκοκυπρίων της Ομορφίτας 4.500 κατόρθωσαν να καταφύγουν ασφαλείς στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας ενώ 500 άτομα συνελήφθηκαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν στο σχολείο της Λευκωσίας
Κύκκος, όπου και κρατήθηκαν μαζί με άλλους 150 Τουρκοκύπριους, προερχόμενους από το χωριό Κουμσάλ.
   Την ημέρα των Χριστουγέννων από τους 700 περίπου αιχμαλώτους του Κύκκου επιλέχθηκαν 150, απομακρύνθηκαν βίαια και στην συνέχεια ακολούθησαν πυροβολισμοί.
Ο Gibbon αναφέρει στην εργασία του ότι μια Αγγλίδα που εργαζόταν σαν δασκάλα στο σχολείο Κύκκος ανέφερε στην Υπάτη Αρμοστεία ότι είδε τα αποτελέσματα των πυροβολισμών που είχαν ακουσθεί, συνέπεια δε αυτού ήταν η αγγλική διοίκηση να την απομακρύνει με το πρώτο αεροπλάνο στο Λονδίνο, για λόγους ασφαλείας, διότι αποτελούσε την μοναδική αυτόπτη μάρτυρα  αυτών που συνέβησαν επί τόπου,
(5,σελ 139). Για τα 150 αυτά άτομα οι ελληνοκυπριακές αρχές ανακοίνωναν στις οικογένειες τους για πολλά χρόνια ότι πρέπει να τους θεωρούν σαν αγνοούμενους. Άλλες σημαντικές επιθέσεις των Ελληνοκυπρίων κοντά στη Λευκωσία ήταν οι επιθέσεις ενάντια στα χωριά Μαθιάτι, Άγιος Βασίλειος και Κουμσάλ.  Στο τελευταίο χωριό οι Ελληνοκύπριοι παρακρατικοί  εκτέλεσαν εν ψυχρώ 150 άτομα.
Η πιο ανατριχιαστική δε φωτογραφία, που έκανε το γύρο του κόσμου, ήταν αυτή που παρουσίαζε τρία μικρά παιδιά μαζί με την μητέρα τους σκοτωμένα μέσα σε μια λίμνη αίματος στην μπανιέρα του σπιτιού τους, τα τέσσαρα αυτά ατυχή πλάσματα αποτε- λούσαν την οικογένεια του ταγματάρχη Ιλχάν, που υπηρετούσε στο τουρκικό εκστρα- τευτικό σώμα στην Λευκωσία, ( 3, σελ 95 ).                      
Οι Ελληνοκύπριοι απομάκρυναν βίαια από την χειρουργική κλινική του νοσοκομείου της Λευκωσίας  22 αναρρωνύοντες Τουρκοκύπριους ασθενείς τα ίχνη των οποίων εξαφανίσθηκαν δια παντός, (3.91).
    Κατά τους επόμενους τέσσαρες μήνες συνεχίσθηκαν οι επιθέσεις κυβερνητικών ή παρακρατικών ενόπλων εναντίον των Τουρκοκυπρίων.
    Ένα άξιο λόγου επεισόδιο, που λίγο έλειψε να προκαλέσει ελληνοτουρκικό πόλεμο, ήταν το επεισόδιο της Αμμοχώστου. Στις 11 Μαΐου 1964 τρεις  Έλληνες αξιωματικοί και ένας Ελληνοκύπριος αστυνομικός, θέλοντας ίσως να κάνουν επίδειξη ισχύος, εισήλθαν με το αυτοκίνητό τους στον τουρκικό τομέα της Αμμοχώστου, εκεί ένας Τουρκοκύπριος αστυνομικός προσπαθώντας να τους εμποδίσει, αντάλλαξε πυρά  με συνέπεια τον φόνο των δύο Ελλήνων αξιωματικών, του Ελληνοκυπρίου αστυνομικού, και ενός Τουρκοκυπρίου περαστικού.
Δύο μέρες αργότερα οι Ελληνοκύπριοι απήγαγαν σαν όμηρους 32 Τουρκοκύπριους πολίτες, τα ίχνη των οποίων εξαφανίστηκαν δια παντός, η απαγωγή αυτή επιβεβαινεται  και από την υπ΄αριθ S/5764 έκθεση του Γενικού Γραμματέα του Ο.Η.Ε, ( 6, παρ 93).         
   Τέλος στις 9 Αυγούστου 1964 είναι  γνωστή η επίθεση των Ελληνοκυπρίων ενάντια στον τουρκοκυπριακό θύλακα των  Κοκκίνων-Μανσούρας, όπου η επέμβαση της τουρκικής αεροπορίας με βόμβες Ναπάλμ έθεσε τέρμα στις εχθροπραξίες.
    Κατά την περίοδο των εχθροπραξιών και συγκεκριμένα από τις 21 Δεκεμβρίου 1963 μέχρι τις 8 Ιουνίου 1964, η υπ΄αριθμ S/5950, παραγρ 142, έκθεση του Γενικού Γραμματέα του Ο.Η.Ε, μας πληροφορεί ότι εξαφανίσθηκαν 43 Ελληνοκύπριοι και 232 Τουρκοκύπριοι, θεωρούμενοι από τότε και επίσημα σαν αγνοούμενοι. Στους αγνοούμενους Τουρκοκυπρίους συμπεριλαμβάνονται οι 150 Τουρκοκύπριοι όμηροι του Κύκκου  της Λευκωσίας και οι 32 όμηροι της Αμμοχώστου.
   Στα κυπριακά Μ.Μ.Ε  βλέπουμε  συνεχώς εικόνες Ελληνοκυπρίων γυναικών με φωτογραφίες των αγαπημένων τους προσώπων να αναζητούν πληροφορίες, ποτέ
όμως δεν είδαμε στα ελληνικά Μ.Μ.Ε παρόμοιες εικόνες Τουρκοκυπρίων γυναικών να αναζητούν πληροφορίες για τα αγαπημένα τους πρόσωπα που χάθηκαν.  
    Ο τερματισμός των επιθέσεων του κυπριακού κράτους ενάντια στους Τουρκοκύ- πριους οδήγησε στην δημιουργία τουρκοκυπριακών θυλάκων στους οποίους έζησαν οι Τουρκοκύπριοι πρόσφυγες κάτω από άθλιες συνθήκες για έντεκα ολόκληρα χρόνια, οι θύλακες δε αυτοί αποτελούσαν κατά τον Κρανιδιώτη το 4,86% του κυπριακού εδάφους, γεγονός το οποίο αναφέρεται στο βιβλίο του ΄Ανοχύρωτη Πολιτεία, Κύπρος 1960-74΄ με το εξής κείμενο :  … “ Ο Μακάριος, βλέποντας την αδυναμία των ελληνοκυπριακών ενόπλων ομάδων να επιβληθούν στους Τούρκους …αναγκάσθηκε στις 26 Δεκεμβρίου …να δεχθεί την πράσινη γραμμή….σχηματίσθηκαν έξι  μεγάλοι τουρκικοί  θύλακοι,.. ..που αντιστοιχούσαν σε 4.86% του κυπριακού εδάφους..”, (2. σελ 75).               
  Από το 1964 έως το 1967 λόγω των περιοριστικών μέτρων της ελληνοκυπριακής κυβέρνησης, τα καθημερινά προβλήματα των εγκλωβισμένων Τουρκοκυπρίων
εστιάζονταν αποκλειστικά και μόνο στον αγώνα τους για επιβίωσή. Η κυβέρνηση του Μακάριου εκτός από το οικονομικό εμπάργκο που επέβαλε στους τουρκοκυπριακούς θύλακες απαγόρευσε και την προμήθεια στρατηγικών αγαθών, στον κατάλογο των
οποίων συμπεριλαμβάνονταν και είδη όπως, τσιμέντο, τρακτέρ, ανδρικές κάλτσες, μάλλινα ρούχα, κ.λ.π.     
 Το 1967 η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα σήμανε την απαρχή νέων προβλημάτων για την Κύπρο. Στις 15 Νοεμβρίου 1967 ελληνικές και ελληνοκυπριακές δυνάμεις εξοπλισμένες με κανόνια, πολυβόλα και μπαζούκας επετέθησαν  εναντίον των ελαφρά εξοπλισμένων Τουρκοκυπρίων στα χωριά Άγιος Θεόδωρος και Κοφινού, της περιοχής της Λάρνακας. Με την συντριβή της τουρκοκυπριακής άμυνας οι Ελληνοκύπριοι σκότωσαν 27 Τουρκοκύπριους, ( 3,σελ139).
Το επεισόδιο αυτό κόντεψε να οδηγήσει την Ελλάδα και την Τουρκία σε πόλεμο, πράγμα που απεφεύχθη χάρη στην ανάκληση από την Κύπρο της παράνομης ελληνικής μεραρχίας και του στρατηγού Γρίβα.       
  Το ότι έγιναν σφαγές και λεηλασίες στην Κοφινού πιστοποιεί στις 21 Φεβρουαρίου 1986 στην ελληνική Βουλή και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος κατά την ομιλία του ανέφερε τα εξής : “ …..μεγάλη προβοκάτσια της 15ης Νοέμβρη του 1967. Η επιχείρηση εκείνη διετάχθη από το αρχηγείο των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων… ….….έγιναν και σφαγές και λεηλασίες ”, ( 2, σελίς 33).
Η στρατιωτική δικτατορία των συνταγματαρχών περάτωσε το 1974 την πολιτική της καριέρα με την επιδρομή στη Κύπρο και την απόπειρα δολοφονίας του Μακάριου, με συνέπεια τα γεγονότα που ακολούθησαν, στα οποία δεν θα αναφερθούμε διότι κατά την περίοδο αυτή και οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις διέπραξαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Μέχρι και σήμερα τόσο η ελληνική όσο και η τουρκική προπαγάνδα προσπαθούν να μας πείσουν ότι αποκλειστικά ο αντίπαλος ήταν αυτός που διέπραξε τέτοιου είδους βαρβαρότητες, μία τέτοιου είδους όμως προπαγάνδα προορίζεται κυρίως για εσωτερική κατανάλωση.
  Άξιο αναφοράς είναι ότι κατά το 1974 διεξάγονταν πόλεμος ανάμεσα σε δύο κράτη και, ως συνήθως, σε κάθε πόλεμο εγκληματικά στοιχεία βρίσκουν την ευκαιρία να νομιμοποιήσουν πράξεις για τις οποίες εν καιρώ ειρήνης θα εγκλείονταν στις φυλακές. Εκείνο που καθιστά την ευθύνη της ελληνοκυπριακής παράταξης βαρύτατη ήταν ότι κατά την περίοδο 1963-67 για τις όποιες πράξεις Ελληνοκυπρίων κυβερνητικών ή παρακρατικών ενόπλων αποκλειστικά υπόλογος ήταν η κυπριακή κυβέρνηση.
  Τα ερωτήματα που θα αντιμετωπίσει η Κυπριακή Δημοκρατία κατά τις επικείμενες συνομιλίες για την ένταξη της νήσου στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι τα εξής :
                              Αρνούμενη η Κυπριακή Κυβέρνηση
                                  την αναγνώριση του Τουρκοκυπριακού Κράτους 
                                                                 ή
                        μιας χαλαρής ελληνοτουρκικής Κυπριακής Συνομοσπονδίας
               Ποιες από τις δύο υπολειπόμενες λύσεις έχει κατά νουν ;
                    Την επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στα χωριά που κατοικούσαν
                                       πριν από το 1963,
                                                   ή 
                   Την επιστροφή των Τουρκοκυπρίων στους θύλακες
                         όπου ζούσαν εγκλωβισμένοι για 11 χρόνια.  
Βιβλιογραφία
1.   Rustem, and Brother,. (1998) : Excerpta Cypria For Today
                Edited by Andrew Faulds MP , Lefkosha-Istanbul-London
                The Friends of North Cyprus Parliamentary Group
                The House of Commons, London SW1,   ISBN 9963-565-09-3
2.   Το κυπριακό και τα διεθνιστικά καθήκοντα των ελληνοκύπριων επαναστατών.
                2η έκδοση, εκδόσεις “ Εργατική Δημοκρατία ”, Μάιος 1989, Αθήνα.  
3.   Oberling, P., (1982) : The Road to Bellapais, Social Science Monographs, Boulder
                Distributed by Columbia University Press, New York, ISBN 88033-0000-7
4.   Report of the Secretary-General to the Security Counsil on the United Nations
                operation in Cyprus , Document S/5950, 10 September 1964.
5.   Gibbons, H, S., (1997) : The Genocide Files
                Charles Bravos, Publishers, London ,  ISBN 0-9514464-2-8
6.  Report of the Secretary-General to the Security Counsil on the United Nations
                operation in Cyprus , Document S/5764, 15 Juni 1964.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου