Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΑΝ ΤΟΣΟΙ ΣΛΑΒΟΙ;

Οι λαοί που εποίκισαν
τον ελλαδικό χώρο 
το μεσαίωνα

Του Γιάννη Λάζαρη

Από τον στ΄αιώνα κι ύστερα, κατέβηκαν κι εγκαταστάθηκαν πολλοί σλάβοι στον ελλαδικό χώρο. Από την Πελοπόννησο, πέρασαν στα νησιά τού Αιγαίου κι έφτασαν ως την Κρήτη αλλάζοντας την εθνογραφική σύνθεση τού πληθυσμού. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μνημονεύοντας το γεγονός λέει, πως «εσλαυώθη πάσα η χώρα.» Αιώνες αργότερα στο χώρο εγκαταστάθηκαν κι άλλοι επήλυδες, κυρίως αρβανίτεςβλάχοι κ.ά.. 

Θα ρωτήσει όμως κάποιος: Ενώ ακόμα κι ως σήμερα, οι βλάχοι κυρίως κι οι αρβανίτες σε πολλές περιοχές ξεχωρίζουν από τον άλλο πληθυσμό από τα ήθη και έθιμα κι ιδιαίτερα από τη γλώσσα τους, οι σλάβοι εξαφανίστηκαν; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι δύσκολη. Θα υπενθυμίσω πρώτα, πως σ΄ όλη την Ελλάδα υπάρχουν χιλιάδες σλάβικα τοπωνύμια. Στη νεοελληνική γλώσσα υπάρχουν επίσης σλάβικες λέξεις. Θα εξετάσουμε λοιπόν το ζήτημα χωρίς εθνικιστικές παρωπίδες. Η μισαλλοδοξία κι ο σωβινισμός δεν έχουν θέση στην ιστορική έρευνα.
 
Εισβολές, πόλεμοι, επιδημίες, πειρατεία, διώξεις
Όταν λέμε «το ελληνικό έθνος δια μέσου των αιώνων» είναι λάθος. Η έννοια τού «ελληνικού έθνους» δεν υπήρχε πριν τον ιη΄αιώνα. Ο μύθος τής δήθεν φυλετικής συγγένειας με τους αρχαίους έλληνες των διαφόρων λαών (σλάβων, αλβανών, βλάχων, βορειοαφρικανών, αρμενίων, τούρκων κ.ά), που επί μιάμιση χιλιετία είχαν επανειλημμένα εποικίσει τον ελλαδικό χώρο, άρχισε να πλάθεται μόλις στις αρχές τού ιθ΄αιώνα, ενώ από την τρίτη δεκαετία του και μετά, αποτέλεσε την αιχμή τού δόρατος των εθνοποιητικών μηχανισμών τού νεοσυσταθέντος χριστιανικού κρατιδίου διδασκόμενος ως ιστορική δήθεν αλήθεια στα σχολεία.     

Ήταν πολλές οι καταστροφές στον ελλαδικό χώρο όλους αυτούς τούς αιώνες. Εκτός από τις εισβολές, τούς πολέμους και τις βυζαντινές διώξεις, αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα επιβίωσης από την πειρατεία (ολόκληρα νησία και παράλιες -και όχι μόνον- περιοχές είχαν μείνει για αιώνες έρημες), αλλά κυρίως από τις επιδημίες, ειδικά τής πανώλης, που είχε επανειλημμένα αποδεκατίσει τούς πληθυσμούς.

Δεν υπάρχουν φυλετικά καθαροί λαοί
Κανένας λαός δεν είναι καθαρόαιμος. Από το μεσαίωνα κι έπειτα, με τις μεταναστεύσεις των λαών στην Ευρώπη και Μεσόγειο, έγιναν πολλές εθνογραφικές αλλαγές. Όμως και στα αρχαία χρόνια είχε γίνει το ίδιο. Οι έλληνες, από τα χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου κι ύστερα, κατά χιλιάδες μετανάστευσαν στην Ανατολή και ανακατώθηκαν με τούς ντόπιους. Και πριν ακόμα, στα χρόνια τής περσικής αυτοκρατορίας, είχαν γίνει σημαντικές μετατοπίσεις πληθυσμών στην Ανατολή και ανακάτεμα λαών. Κι ακόμα, δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως στην αρχαία Ελλάδα έγιναν χιλιάδες απελευθερώσεις δούλων, πού προέρχονταν από την Ανατολή και Μεσόγειο, που ήταν «βάρβαροι», καθώς και πολλές επιγαμίες με ξένους. Συνακόλουθα, από τον ε΄αιώνα κι ύστερα, ο πληθυσμός τής αρχαίας Ελλάδας δεν ήταν καθαρόαιμος. Στην ελληνιστική εποχή και στη ρωμαϊκή, στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν πολλοί ξένοι (ρωμαίοι, ανατολίτες κ.ά.. Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Το DNA των ελληναράδων).

Το ότι στον ελλαδικό χώρο επικράτησε η ελληνική γλώσσα -η κοινή, όχι η αρχαία- αυτό οφειλόταν στο ότι ήταν η γλώσσα των εμποροβιοτεχνικών και πολιτιστικών κέντρων, όχι μόνο τής Ελλάδας, αλλά και τής Ανατολής. Οι ρωμαίοι δεν μπόρεσαν να επιβάλουν τη γλώσσα τους στην Ανατολή και η άρχουσα τάξη τού Βυζαντίου αναγκάστηκε να καθιερώσει σαν επίσημη γλώσσα την ελληνική, ενώ πριν ήταν η λατινική. Δεν είναι λοιπόν η γλώσσα το αποφασιστικό γνώρισμα τής φυλετικής καταγωγής ενός λαού, αλλά άλλοι παράγοντες.

Δεν εξελληνίστηκαν, εκβυζαντινίστηκαν

Θεωρητικοί τής Ρωμιοσύνης προπαγανδίζουν, ότι όλοι αυτοί οι λαοί, που ήρθαν στον ελλαδικό χώρο το Μεσαίωνα, εξελληνίστηκαν. Πρόκειται περί ιστορικού ψεύδους. Οι λαοί αυτοί, αργά ή γρήγορα εκβυζαντινίστηκαν ή σωστότερα, εκρωμαΐστηκαν, δηλαδή πήραν τη θρησκεία (χριστιανισμό) άν δεν ήταν ήδη χριστιανοί και -παράλληλα με τη μητρική τους- την επίσημη γλώσσα τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (που από τον ζ΄ αιώνα κι ύστερα ήταν η ρωμέικη). Δεν εξελληνίστηκαν, καθ΄ ότι δεν υπήρχαν στοιχεία τού ελληνικού πολιτισμού (παιδεία, αθλητισμός κ.λπ.) στο Βυζάντιο.

Το ότι ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν τα ρωμέικα (σήμερα τα λέμε ελληνικά), δεν σημαίνει, ότι είχαν καμία άμεση φυλετική σχέση με τούς αρχαίους έλληνες, όπως κι αν πάει τώρα κάποιος στην Αμερική, θα μάθει τα αγγλικά χωρίς να είναι απαραίτητα αγγλικής καταγωγής ούτε αυτός ούτε κι οι άλλοι, που ήδη βρίσκονται εκεί και μιλάνε αγγλικά. 
Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος αναφερόμενος στην επανάσταση των σλάβων στην Πελοπόννησο («Ιστορία τού ελληνικού έθνους», τ. Γ΄, σελ. 170-172) επισημαίνει, ότι το όνομα έλληνας ούτε καν υπήρχε, τουλάχιστον έως και τον ι΄αιώνα.
  
Αν διαβάσετε σημειώσεις των περιηγητών στον ελλαδικό χώρο το μεσαίωνα μέχρι και τον ιθ΄αιώνα, θα δείτε σε πολλές περιπτώσεις να αναφέρουν, ότι πέρασαν από ολόκληρες περιοχές χωρίς να ακούσουν καν ελληνικά. Αλλά κι ελληνικά να άκουγαν, δεν σημαίνει -για τούς λόγους, που προαναφέρθηκαν- ότι αυτοί που τα μιλούσαν ήταν απόγονοι αρχαίων ελλήνων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τής πολυγλωσσίας στον ελλαδικό χώρο τον ιθ΄αιώνα αποτελεί η πολύ πετυχημένη λαϊκή κωμωδία τού Δ. Βυζάντιου, «Βαβυλωνία». Σε μία σκηνή της, ένας αρβανίτης, που δεν καταλαβαίνει ένα κρητικό, νομίζοντας πως ο τελευταίος τον έχει προσβάλλει, τον τραυματίζει με μια πιστολιά. Φτάνει η αστυνομία, γίνονται ανακρίσεις από επτανήσιο αστυνόμο, ο οποίος παρά την ανακριτική του πείρα, δεν τα καταφέρνει να εξακριβώσει αν ο τραυματισμός τού κρητικού είναι κάζο πενσάτο (εκ προμελέτης) ή ατσιντέντε (τυχαίο), επειδή ούτε αυτός καταλαβαίνει τους μάρτυρες ούτε οι μάρτυρες αυτόν.

Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα τού αμερικάνου εθελοντή Bolse στην εφημερίδα τής Φιλαδέλφειας «Democratic Press» (φύλλο 13.12.1826), για το Ναύπλιο τού 1826: «Τα καφενεία τής πόλης κατάμεστα από στρατιώτες, που παίζουν μπιλιάρδο ή κουβεντιάζουν. Ούτε στην αρχαία Βαβυλώνα δεν ακούγονταν τόσες γλώσσες όσες στο σημερινό Ναύπλιο.» (Κ. Σιμόπουλου: Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα τού ΄21, έκδ. «Στάχυ», 1999). 
Παρ΄ όλα αυτά και παρ΄ όλη την επιχείρηση τού νεοελληνικού έθνους-κράτους να επιβάλει την ελληνική με χιλιάδες εξελληνισμούς ονομάτων, τοπωνυμιών, με τη διδασκαλία της στα σχολεία, αλλά και δια τής βίας πολλές φορές (διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Είμαι βλάχος, δεν είμαι έλληνας!), ακόμα και στις μέρες μας χιλιάδες τοπωνύμια και μή ελληνικές λέξεις (σλάβικες, αλβανικές, τούρκικες κ.λπ.) επιβιώνουν στη γλώσσα μας, ενώ πολλοί άνθρωποι ακόμα και σήμερα σε ολόκληρα χωριά σε ορισμένες περιπτώσεις, μιλούν τη μητρική τους γλώσσα (βλάχικα, αρβανίτικα=αλβανικά κ.ά.). 
Οι σημερινοί ελληνόφωνοι χριστιανοί κάτοικοι τού ελλαδικού χώρου δεν είναι φυλετικοί απόγονοι ή πνευματικοί κληρονόμοι των αρχαίων ελλήνων, των αθηναίων, τής δημοκρατίας, των φιλοσόφων κ.λπ.. Είναι επήλυδες, βαλκάνιοι και όχι μόνον, ορθόδοξοι, με έντονη ανάμειξη τής οθωμανικής κουλτούρας. Έμαθαν να επιβιώνουν σε  αυτοκρατορίες δεσποτικές (βυζάντιο, τουρκοκρατία) αναπτύσσοντας την υποκρισία, την κουτοπονηριά και πολλά άλλα ελαττώματα, με σκέψη εντελώς διαφορετική από αυτή τού δυτικού κόσμου. 

Ο εκβυζαντινισμός των σλάβων
Η βυζαντινή κυβέρνηση πολλές φορές επέβαλε αναγκαστικές μετατοπίσεις πληθυσμών από το ένα μέρος στα άλλο. Όταν μάλιστα εμφανίστηκαν οι βούλγαροι και απειλούσαν το Βυζάντιο με τις επιδρομές τους, επειδή οι σλαβικοί πληθυσμοί υποστήριζαν τούς βουλγάρους, έγιναν τέτοιες ομαδικές μετατοπίσεις. Στις περιοχές δηλαδή, που πλειοψηφούσαν οι σλάβοι, πολλοί απ' αυτούς μετατοπίστηκαν σε άλλες. Στά χρόνια μάλιστα, που σημειώθηκαν μεγάλες εξεγέρσεις των σλάβων, οι τέτοιες μετατοπίσεις άλλαξαν τη σύνθεση τού σλαβικού πληθυσμού. 

Όταν πάλι αργότερα, η βυζαντινή κυβέρνηση εγκατάστησε αρβανίτες σε πολλές αραιοκατοικημένες περιοχές τής Ελλάδας (Κόρινθο, Αττική κ.λπ. - διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Από τον Σπάτα και τον Τατόη, στο Χαλάνδρι και τη Λούτσα...), οι σλάβοι ή διώχτηκαν από τις περιοχές αυτές ή αφομοιώθηκαν με τούς νέους εποίκους ανταλλάσσοντας μαζί τους πολιτιστικά στοιχεία (φορεσιές, τραγούδια κ.λπ.). Τα ίδιο έγινε κι όταν εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές (Θεσσαλία, Στερεά και Πελοπόννησο) οι βλάχοι (βλ. Περί τής μή ελληνικής καταγωγής των βλάχων). 

Στα χρόνια τής ανοδικής ανάπτυξης τού Βυζαντίου (από τα χρόνια τής μακεδονικής δυναστείας κι ύστερα), πολλοί σλάβοι, πού κατοικούσαν κοντά σε εμποροβιοτεχνικά κέντρα, διαφοροποιήθηκαν. Διαλύθηκαν δηλαδή οι κοινότητές τους (ζάντρουγκες) και προκειμένου να μπορούν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους και να συναλλάσσονται με τα αστικά κέντρα, έμαθαν τα ελληνικά. Μέσα στα διάβα δεκατριών αιώνων έγιναν πολλές αλλαγές στην κοινωνική οργάνωση των σλάβων και η φυλετική τους σύνθεση έχασε την αρχική της υπόσταση καί μορφή.

Οι πρώτοι, που έμαθαν τα ελληνικά ήταν οι προύχοντες σλάβοι. Ο αρχηγός των σλάβων, πού ήταν εγκαταστημένοι γύρω στη Θεσσαλονίκη, τον ζ΄ αιώνα, «ελάλει την ελληνική» (βλ. αββά Τοugard: «De l΄histoire profane dans les actes des Bollandistes», Παρίσι, 1874, κεφ. 67). Δεν θέλει ερώτημα, πως αργότερα η εκμάθηση των ελληνικών γενικεύτηκε. Εξ άλλου, από τα «Τακτικά» τού Λέοντα τού Σοφού μαθαίνουμε, πως ο Βασίλειος Α΄ (9ος αιώνας) «εγραίκωσε τα σλαβικά έθνη», δηλαδή ανάγκασε με τη βία τούς σλάβους να μάθουν την ελληνική γλώσσα (Migne P.G., τ. 107, 969).

Εξ άλλου, στο αναμεταξύ οι σλάβοι προσχώρησαν στο χριστιανισμό και τα μοναστήρια τράβηξαν πολλούς σλάβους σ΄ αυτά, ενώ με την προπαγάνδα των καλόγερων, η κοινή ελληνική διαδόθηκε και στα σλαβικά χωριά.

Πολλοί σλάβοι επίσης, υπηρετούσαν στο βυζαντινό στρατό, όπου έμαθαν την κοινή ελληνική. Όπως γίνεται και σήμερα, που ο στρατός, τα Μ.Μ.Ε. και τα σχολεία έχουν επιβάλει την ομιλούμενη δημοτική γλώσσα και στα απόκεντρα χωριά, στα νησιά και στην Κρήτη, όπου ως τις αρχές τού περασμένου αιώνα οι ντοπιολαλιές κι οι ξένες λέξεις κάνανε δύσκολη τη συνεννόηση με τούς πρωτευουσιάνους και τούς κατοίκους των μεγάλων πόλεων. Έτσι και στα βυζαντινά χρόνια, από τούς παραπάνω κυριότερους λόγους, οι σλάβοι ξέχασαν τη γλώσσα τους κι αφομοιώθηκαν γλωσσικά με τούς ελληνόφωνους πληθυσμούς, αφού στο αναμεταξύ έγιναν υπήκοοι τού Βυζαντίου. 
 


Η χώρα «εσλαυώθη» γράφει ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος κι η ελληνική χερσόνησος έμεινε γνωστή ως Σκλαβουνία: «Ύστερα από τις Συρακούσες διασχίσαμε την Αδριατική και φτάσαμε στη Μονεμβασία, στη γη τής Σκλαβουνίας)» σημειώνει το 741 ο άγγλος Willibald στο χρονικό τού θαλασσινού ταξιδιού του στην Ελλάδα. (“Ad urbem Manifaciam in sclavinica terra”).


Στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη, πολλοί σλάβοι κατόρθωσαν να πάρουν αξιώματα. Άλλοι επίσης, ως βιοτέχνες και έμποροι, είχαν πιάσει οικονομικά πόστα. Οι σλάβοι αυτοί, με το να μάθουν την κοινή ελληνική και να έχουν κοινωνική θέση, ήρθαν σε επιγαμίες με γραικούς. Κι έτσι απ΄τους γάμους αυτούς, πού ήταν φαίνεται πολλοί, τα παιδιά που γεννήθηκαν ήταν μιγάδες. Με τον καιρό όμως,  εξ αιτίας, που οι απόγονοι των μικτών αυτών γάμων μιλούσαν μόνο την κοινή ελληνική, θεωρούνταν γραικοί-ρωμιοί. 


Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, οι σλάβοι εκβυζαντινίστηκαν κι έτσι μόνα τα σλαβικά τοπωνύμια μαρτυρούν εμφανώς την εγκατάστασή τους στον ελλαδικό χώρο. Αντίθετα, οι αρβανίτες και οι βλάχοι, πού κατέβηκαν τουλάχιστον πεντακόσια χρόνια αργότερα στο χώρο και ζούσαν σε βουνήσιες και απομονωμένες αγροτικές περιοχές ή και σε περιοχές, πού δεν υπήρχαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί (χωριά τής Αττικής, Κορίνθου, Ευβοίας, Θεσσαλίας, Ηπείρου κ.λπ.), κράτησαν όχι μόνο τη γλώσσα τους ως τις μέρες μας, αλλά και την πατριαρχική τους οργάνωση έως πρόσφατα.
Ο Longon τοποθετεί τη σλαβική εγκατάσταση στο πλαίσιο τού Χρονικού τής Μονεμβασίας. Ορδές σλάβων πέρασαν το Δούναβη κι άρχισαν τη διείσδυσή τους στη Βαλκανική. Πότε ακριβώς και σε ποιά έκταση εγκαταστάθηκαν οι σλάβοι στην Πελοπόννησο; Οι ιστορικοί πιστεύουν, ότι η διείσδυση άρχισε το 584. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το Χρονικό τής Μονεμβασίας, όπου αναφέρεται, ότι η κυριαρχία των σλάβων στο Μωριά κράτησε 218 χρόνια, από τον έκτο χρόνο τής βασιλείας τού αυτοκράτορα Μαυρικίου (587) ως τον τέταρτο τής βασιλείας τού Νικηφόρου Α΄ (805). (J. Longon: Κριτική παρουσίαση τού έργου τού Antoine Bon: Le Peloponnese byzantin jusqu΄au 1204 - Journal des savants, Avril-Juin, 1952, σελ. 72).

Η χρήση τής κοινής ελληνικής γλώσσας
δεν αποτελεί απόδειξη φυλετικής συνέχειας
Από τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις τού Ηράκλειου (ζ΄αι.) ξεχωριστή σημασία έχει η αναγνώριση τής ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας τού ρωμαϊκού κράτους αντικαθιστώντας στα επίσημα έγγραφα τις επιγραφές και τα νομίσματα το «Imperator Caesar Augustus» με το «Βασιλεύς». Από εδώ και μπρος όλα τα κρατικά έγγραφα γράφονται στην ελληνική και μάλιστα στην κοινή κι όχι στην αττική ή αττικίζουσα. 

Στα χρόνια αυτά, το βυζαντινό κράτος στηριζόταν κυρίως στη Μικρά Ασία. Οι άλλες του επαρχίες (Αίγυπτος, Συρία, Μεσοποταμία) είχαν χαθεί. Η Ιταλία αποχωριζόταν όλο και πιο πολύ από το Βυζάντιο, ενώ η Βαλκανική είχε πλημμυρίσει από σλάβους. Γι΄ αυτό η λατινική, που ήταν έως τότε η γλώσσα των δικαστηρίων, τού στρατού, τής νομοθεσίας και τής κρατικής μηχανής γενικά, ήταν μια νεκρή γλώσσα. Η Μικρά Ασία, το σπουδαιότερο τμήμα τού Βυζαντίου ήταν ελληνόφωνη. 

Εξ άλλου, ήταν καιρός πια, το Βυζάντιο να αποκτήσει μια γλώσσα, που να μιλιέται παντού, γιατί έτσι αποκτούσε, παράλληλα με το δόγμα τής Ορθοδοξίας κι ένα ακόμα νέο συνδετικό κρίκο, την κοινή ελληνική. Από εδώ και πέρα, οι βυζαντινές κυβερνήσεις, για να πετύχουν την πολιτική ενότητα τής αυτοκρατορίας, χρησιμοποιούν από τη μια μεριά τη στρατιωτική δύναμη εμποδίζοντας κάθε εκδήλωση φυλετικών αντιθέσεων, κι από την άλλη, καθιερώνοντας την ελληνική ως επίσημη γλώσσα, αναγκάζουν τις διάφορες φυλές να μάθουν ελληνικά και να ενσωματώνονται έτσι ευκολότερα στο Βυζάντιο.  


Με κύριο μέσο την ελληνική γλώσσα, η οποία άρχισε να διδάσκεται στα σχολεία με τη δημιουργία τού νέου κράτους μετά το ΄21, ενώθηκαν οι πολλοί και διαφορετικοί λαοί, που ζούσαν στο χώρο. Η γλώσσα έπαιξε τον πιό καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία εθνικής ταυτότητας. Έτσι απόκτησαν ελληνική εθνική συνείδηση οι αρβανίτες, οι βλάχοι κ.λπ. επήλυδες στον ελλαδικό χώρο. 


Η ανάπτυξη δια τής παιδείας τής εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, η πλύση εγκεφάλου δηλαδή, ότι είμαστε έλληνες και χριστιανοί προβλέπεται και προστατεύεται σήμερα από το Σύνταγμα. Οι εγκέφαλοι των νέων παιδιών βιάζονται από την επίσημη εθνικοθρησκευτική προπαγάνδα από μικρή ηλικία κι έτσι σήμερα οι υπήκοοι τού νεοελληνικού κράτους έχουν ελληνική εθνική συνείδηση, την ψευδαίσθηση δηλαδή, ότι είναι δήθεν απόγονοι των αρχαίων ελλήνων, είναι δε στην πλειοψηφία τους χριστιανοί ορθόδοξοι. Δεν υπάρχει περίπτωση δηλαδή κάποιος να είναι άθεος π.χ. με εθνική συνείδηση αρβανιτόβλαχου. Θα τον κάνουν με το ζόρι χριστιανό και έλληνα. (Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Τα έθνη επινοούνται και κατασκευάζονταιΟ μύθος τής διατήρησης των «εθνικών» χαρακτηριστικών τού ελληνικού έθνους και Με το ζόρι έλληνες! 

Ελληνική γλώσσα και χριστιανισμός
Ο χριστιανισμός επίσης, συνέβαλε εξ ανάγκης στη διάδοση τής ελληνικής γλώσσας, δεδομένου, ότι ως διεθνής γλώσσα τής εποχής, η ελληνική τον εξυπηρετούσε να πετύχει τον εξουσιαστικό σκοπό τής παγκόσμιας μονοκρατορίας του. 

Φρόντισε όμως, να την απονοηματίσει πλήρως, ώστε η διδασκαλία της να περιορίζεται στο γραμματικό μέρος και να απαγορεύει την ανάδειξη τής υψηλής σκέψης, που εμπεριέχεται στα έργα των κλασικών. Αυτά διευκρινίστηκαν στη Ζ΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.), οπότε και συντάχτηκαν οι αναθεματισμοί κατά των νοημάτων τής ελληνικής γλώσσας:

- «Σ΄ αυτούς, που διαβάζουν τα ελληνικά μαθήματα και όχι για (=γραμματική) εκπαίδευση εκπαιδευόμενους, αλλά και δεχόμενους τις έννοιες τους... ανάθεμα τρεις φορές». 

«Σ΄ αυτούς, που δέχονται και παραδίδουν τις μάταιες (=πρωτογενείς) ελληνικές έννοιες των λέξεων («ρήματα»)... ανάθεμα τρεις φορές».

Ο επίσκοπος Νύσσης Γρηγόριος, μάς διαβεβαιώνει, ότι «ξέρει (ο Απ. Παύλος) να χρησιμοποιεί τις λέξεις, όπως τον βολεύει και να προσαρμόζει στη δική του λογική τις σημασίες των λέξεων, ακόμη και στις περιπτώσεις, που η καθιερωμένη χρήση των λέξεων οδηγεί σε άλλες σημασίες».

Ύστερα από τα παραπάνω, πολλές έννοιες τής σημερινής ελληνικής γλώσσας είναι εντελώς διαφορετικές από τις αντίστοιχες προχριστιανικές. Οι σημερινοί άνθρωποι, που μιλούν αυτό, που ονομάζεται κοινή ελληνική γλώσσα, ούτε που υποψιάζονται καν τη βίαιη μετάλλαξή της κατά τη χριστιανική εποχή, οπότε χιλιάδες λέξεις, αγνώριστες νοηματικά, κατάντησαν πραγματικές παγίδες τής σκέψης, που οδηγούν στη μεταφυσική και μυστικιστική παράνοια τού δογματισμού. 

Η προχριστιανική σημασία τής λέξης «πίστη», για παράδειγμα, ήταν «εμπιστοσύνη σε πρόσωπο ή πράγμα». Η χριστιανική εξαλλαγή της, εξουσιαστική και μεταφυσική, είναι: «πίστη στο Γιαχβέ». «Αμαρτία» προχριστιανικά σήμαινε «αστοχία». «Αμάρτησα» σήμαινε «δεν πέτυχα το στόχο μου». Σήμερα, αμαρτία σημαίνει κάτι αντίθετο στη θέληση τού Γιαχβέ κ.λπ. κ.λπ..

Επομένως, το επιχείρημα, ότι ο χριστιανισμός έσωσε την ελληνική γλώσσα από τον αφανισμό είναι μάλλον αδόκιμο. Ακριβέστερα θα ήταν αν λεγόταν, ότι ο χριστιανισμός τής Ανατολής έσωσε ένα ελληνικό λεξιλόγιο, αλλά παράλλαξε ή διαστρέβλωσε εσκεμμένα το νόημα των λέξεων δίνοντας σε αυτές άλλο περιεχόμενο, αυτό, που συνέφερε το δόγμα.

Σλαβικά τοπωνύμια καταρρίπτουν εθνικούς μύθους
Η τεράστια πληθυσμιακή μετακίνηση των σλαβικών φυλών αν και ανοργάνωτη, επέφερε νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Χιλιάδες άνθρωποι έφεραν μαζί τους μια καινούργια κουλτούρα, δημιούργησαν χιλιάδες διάσπαρτους αγροτικούς οικισμούς κι έδωσαν σλαβικές ονομασίες στούς τόπους που ρίζωσαν. Αντάλλαξαν πολιτιστικά στοιχεία κι ήρθαν σε επιγαμίες με τον ντόπιο πληθυσμό. 

Για περισσότερους από δέκα τέσσερις αιώνες η νέα αυτή πολιτιστική έκφραση κυριάρχησε σε ένα μεγάλο μέρος τής σημερινής Ελλάδας. Οι χιλιάδες οικισμοί, τα χωριά, τα βουνά, τα ποτάμια κ.λπ. των σλάβων εποίκων διατήρησαν τα ονόματά τους μέχρι τις αρχές τού κ΄αιώνα. Κανείς δεν σκέφτηκε να τα μεταλλάξει στα βυζαντινά χρόνια ούτε στα χρόνια τής οθωμανικής κυριαρχίας. Ομως, η γενιά των νεοελλήνων σωβινιστών, οι θιασώτες τής Μεγάλης Ιδέας, οι οραματιστές τής νεκρανάστασης τού Βυζαντίου, προχώρησαν σε ένα πολιτιστικό ανοσιούργημα. Έβαλαν σε εφαρμογή σχέδιο απαγόρευσης χρήσης των παλαιών ονομασιών και μετονομασίας τους. Άλλαξαν ακόμα και τα οικογενειακά ονόματα των κατοίκων.
Στο βιβλίο τού Max Vasmer, «Die Slaven in Griechenland» (Leipzig, 1970). καταγράφονται αναλυτικά χιλιάδες σλάβικα τοπωνύμια στον ελλαδικό χώρο. Στην εικονιζόμενη φωτοτυπία φαίνονται ενδεικτικά τα σλάβικα τοπωνύμια τής Άρτας, τής Κέρκυρας, τής Λευκάδας, τής Κεφαλλονιάς και τής Κρήτης.

Τα δάνεια από τη σλαβική, που επιβιώνουν σήμερα στην ελληνική γλώσσα, προέρχονται ως επί το πλείστον από τη σφαίρα τής γεωργίας, τής κτηνοτροφίας και τής ορολογίας φυτών και ζώων [π.χ. λόγγος (σλαβ. longu), βάλτος (blato) κ.ά.]. Τα σλάβικα τοπωνύμια, τα οποία έχουν καταγραφεί κατά χιλιάδες διάσπαρτα στον ελλαδικό χώρο, αποτυπώνουν την κατανομή των νεοφερμένων πληθυσμών στην περιοχή, αλλά επίσης παρέχουν στοιχεία -γλωσσολογικά και ιστορικά- για την εποχή τής εγκατάστασης και το ρυθμό αμοιβαίας αφομοίωσης με τούς ντόπιους. Όταν οι σλαβικοί πληθυσμοί άρχισαν να εκβυζαντινίζονται, η σλαβική γλώσσα έπαψε να εξελίσσεται με τη δυναμική, που εξελίχτηκε στις καθ΄αυτό σλαβικές χώρες. Ακόμα, το γεγονός, ότι υπάρχουν ελάχιστα χριστιανικά σλαβικά τοπωνύμια, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο εκχριστιανισμός και η υιοθέτηση τής ελληνικής γλώσσας ήταν διαδικασίες παράλληλες και αλληλένδετες.

Εκτός από τα τοπωνύμια, αρκετές σλάβικες λέξεις επιβιώνουν στη γλώσσα μας έως σήμερα, όπως π.χ. βίτσαμπουχός (=σκόνη), ντόμπρος (=ειλικρινής), ρούχοσανός,σβάρνα (=συρόμενο γεωργικό εργαλείο), τσαντήλα (=αραχνοΰφαντο ύφασμα για το στράγγισμα τού τυριού) κ.ά.. Ακούστε στο αρχείο ήχου το Τζίμη Πανούση, να εξηγεί με το δικό του μοναδικό τρόπο την ετυμολογία τής λέξης τής γλώσσας μας, η οποία προέρχεται από τη σλάβικη butsa (=εξόγκωμα, προεξοχή).

Ο Fallmerayer, συνέδεσε το ζήτημα των σλαβικών τοπωνυμίων της Ελλάδας, με το ζήτημα τής καταγωγής των ρωμιών και τον εθνικό μύθο περί τής δήθεν αρχαιοελληνικής καταγωγής τους. Έτσι λοιπόν, εκτός από αυτόν και τα μεσαιωνικά βυζαντινά έργα, που στήριζαν την άποψη του, μπήκαν στο στόχαστρο τού ελληνικού εθνικισμού κι επιχειρήθηκε ν΄απαξιωθούν (π.χ. «Χρονικόν τής Μονεμβασίας»). Κι αν μεν τον Fallmeryer τον έβριζαν, τούς βυζαντινούς συγγραφείς τούς χαρακτήριζαν αναξιόπιστους, με τα τοπωνύμια τής χώρας όμως, τις «ανάγλυφες επιγραφές στο έδαφος», τι θα έκαναν; Η απάντηση, που δόθηκε από το νεοελληνικό κρατίδιο σε αυτή την ερώτηση, ήταν: οργανωμένη επιχείρηση για τον εξελληνισμό τους.
     
Η επιχείρηση εξελληνισμού, δεν αφορούσε βέβαια μόνο τα σλάβικα τοπωνύμια, γιατί στη χώρα υπήρχαν ακόμη, χιλιάδες τούρκικα, αρβανίτικα, βλάχικα, βενετσιάνικα λατινικά κ.λπ. Περισσότερα για την επιχείρηση μετονομασίας των τοπωνυμίων μπορείτε να βρείτε στο τρίτο μέρος τού άρθρου τής «Ελεύθερης Έρευνας»: Από τον Σπάτα και τον Τατόη, στο Χαλάνδρι και τη Λούτσα...)

Το Βόντεν έγινε Έδεσσα, η Χρούπιστα, Άργος Ορεστικό, η Βαλόβιστα, Σιδηρόκαστρο, το Λαρίγκοβο, Αρναία, οι ποταμοί Βαρντάρ και Μπίστριτσα, Αξιός και Αλιάκμων, το βουνό Καρακάμεν, Βέρμιο, ο οικισμός Κούτλες, Βεργίνα κ.λπ. κ.λπ.
Όσο κι αν πάσχισε ο νεοελληνικός εθνικισμός να εξαφανίσει τα χιλιάδες τοπωνύμια-μαρτυρίες τής σημαντικής σλάβικης παρουσίας στον ελλαδικό χώρο μετονομάζοντας χωριά, βουνά, ποτάμια κ.ά., ακόμα και σήμερα οι ντόπιοι κάτοικοι ονομάζουν το Επιτάλιο Αγουλινίτσα, την Αλφειούσα Βολάντζα, τα Αροάνια Χελμό κ.λπ. κ.λπ.. Σημειωτέον, ότι στη Βολάντζα-Αλφειούσα, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη τής Πελοποννήσου, υπάρχουν ακόμα και σήμερα αρκετοί ξανθοί με γαλανά μάτια.
     
Οι μετονομασίες είχαν σκοπό να απαλλάξουν την ελληνική ύπαιθρο από τυχόν υπολείματα παλαιών κατακτητών και να αποστομωθούν οι επικριτές τής φυλετικής μας καθαρότητας. Δεν μπορούσε να λέγεται μιά πόλη Ζητούνι (σλαβ. Zitun) κι έτσι μετονομάστηκε σε Λαμία. Η σλαβική γλώσσα όμως, ήταν κάποτε γλώσσα μεγάλου τμήματος τού πληθυσμού τού ελλαδικού χώρου. Γι΄ αυτό έλεγε ο Fallmerayer, ότι «βρίσκει κανείς δίπλα στα ερείπια τής Μαντινείας, τού Αιγίου, τής Ωλένου, των Αμυκλών, τής Μεσσήνης και τής Μεγαλόπολης τόπους και ποταμάκια, που ονομάζονται Γκοριτσά, Βοστίτζα, Καμίνιτσα, Πίρνατσα, Χλουμούτσι, Σλάβιτζα, Βελιγοστή και Αράχοβα. Δεν είναι αναγκαία μια σε βάθος εξέταση, για να διακρίνει κανείς, ότι τέτοια ονόματα δεν μπορεί να βρίσκονται σε μια χώρα, που έχει παραμείνει αρχαιοελληνική, αλλά μάλλον στη Σερβία, στη Βουλγαρία... και, συνεπώς, ότι αυτά έχουν την προέλευσή τους όχι από έλληνες, αλλά από ανθρώπους, που μιλούσαν σλάβικα».
  



Σλάβικο όνομα στο Μνημείο τού Άγνωστου Στρατιώτη. 
Το σλάβικο όνομα Μπάνιτσα (όπου έγινε μάχη κατά τούς βαλκανικούς πολέμους), ξέφυγε τού νεοελληνικού εθνικισμού, ο οποίος ξέχασε, ότι από το 1926 την είχε ήδη βαπτίσει με το ελληνοπρεπές Βεύη (ΦΕΚ 55/1926) κι όταν εξη χρόνια μετά, κατασκεύασε το μνημείο στο Σύνταγμα, εκ παραδρομής την κατέγραψε με το παληό σλάβικο όνομά της.


Η επιχείρηση ελληνοποίησης δεν περιορίστηκε στα τοπωνύμια, αλλά επεκτάθηκε και στα ενοχλητικά επώνυμα, ειδικά αυτά, που έληγαν σε -ωφ, -βιτς κ.λπ.. Γνωστός τού συγγραφέα, ο οποίος γεννήθηκε και ζει σε χωριό τής Δράμας, ονομάζεται σήμερα Πετρίδης, αυτός και η οικογένειά του. Δεν ήταν όμως Πετρίδης το οικογενειακό τους όνομα, αλλά Στογιάννης, το οποίο προερχόταν από το βουλγάρικο Στογιανώφ. Διηγείται λοιπόν, πως μια μέρα, μάζεψαν οι χωροφύλακες στο καφενείο τού χωριού τον παππού του κι όσους άλλους είχαν σλάβικα επίθετα και τούς διέταξαν να τα αλλάξουν επί τόπου διαλέγοντας από μια κατάσταση, που περιείχε μόνον ελληνοπρεπή επίθετα. Έτσι, ο παππούς, από Στογιανώφ έγινε Στογιάννης κι εν τέλει... Πετρίδης. 

Κάπως έτσι γέμισε η μακεδονική ύπαιθρος και με κρητικά επώνυμα. Πολλοί κάτοικοι τής Μακεδονίας με σλάβικα επώνυμα τα άλλαξαν με ελληνοπρεπή λήγοντα σε -άκης. Αυτοί δεν είναι κρητικής, αλλά -προφανώς- σλάβικης καταγωγής.




Μπράβο πασά μου! αναφωνεί σε άψογη τουρκορωμέικη (τουρκ. paşa) θεατής τής ματαιωθείσας παρέλασης τής 28ης Οκτωβρίου 2011 απευθυνόμενος προς τους ευέλπιδες, οι οποίοι, μιάς και δεν παρέλασαν, διατάχθηκαν να τραγουδήσουν σε βήμα σημειωτόν τη «Μακεδονία ξακουστή», που «ήταν και θα ΄ναι ελληνική» κι «έδιωξε τους βάρβαρους (παληά έλεγαν βούλγαρους) κι ελεύθερη είναι πάλι». 

Η Μακεδονία ήταν πάντα ένα πολυεθνικό μωσαϊκό. Ελληνική έχει βαφτιστεί από τον νεορωμέικο εθνικισμό και το μεγαλοϊδεατισμό, οι οποίοι εξακολουθούν -όπως φαίνεται- να ζουν και να βασιλεύουν στις σημερινές στρατιωτικές σχολές τής χρεωκοπημένης Ρωμιοσύνης.


Τέτοιες συμπεριφορές χαρακτηρίζουν το μεσαίωνα, που επικρατεί στούς εγκεφάλους και την ποιότητα τής σκέψης των σύγχρονων νονών. Με το να μετονομάζει μια ευρωπαϊκή χώρα ένα τόπο, για να ξορκίσει το γεγονός  τής εκεί ύπαρξης αρβανιτών, βλάχων κ.ά., το μόνο που επιτυγχάνει επί τής ουσίας είναι να αποκαλύπτει τη σημερινή πνευματική και ιδεολογική του ένδεια και ανασφάλεια.

Σημείωση
Το άρθρο αυτό εντάσσεται στη σειρά τής «Ελεύθερης Έρευνας», για την αποκάλυψη τής πραγματικής καταγωγής των σημερινών κατοίκων τού ελλαδικού χώρου. Θα ακολουθήσουν κι άλλα άρθρα στο μέλλον με τούς αποικισμούς κι άλλων ακόμα λαών, όπως μικρασιατών, βορειοαφρικανών κ.λπ..

Βιβλιογραφία:
1. «Ιστορία τού ελληνικού έθνους», έκδ. «Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.», Αθήνα, 1979.
2. Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου: «Ιστορία τού ελληνικού έθνους», έκδ. Ν. Δ. Νίκας Α.Ε.», Αθήνα, 1930.
3. Γιάννη Κορδάτου: «Μεγάλη ιστορία τής Ελλάδας», έκδ. «20ός αιώνας», Αθήνα, 1960.
4. «Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου», έκδ. «Ήλιος», Αθήνα. 
5. «Το περί κτίσεως Μονεμβασίας χρονικόν».
6. I. Φ. Φαλλμεράυερ: «Περί τής καταγωγής των σημερινών ελλήνων», έκδ. «Νεφέλη», Αθήνα, 1984.
7. Καρόλου Χόπφ: «Οι σλάβοι εν Ελλάδι. Ανασκευή των θεωριών Φαλλμεράυρ», Βενετία, 1872.
8. Βασίλη Παναγιωτόπουλου: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», έκδ. Εμπορικής Τράπεζας τής Ελλάδος, Αθήνα, 1987.
9. Κώστα Κόμη: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Μάνης, 15ος-19ος αιώνας», έκδ. πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2005.
10. «Ρίζες ελλήνων - Μανιάτες», έκδ. «Πήγασος εκδοτική Α.Ε.», Αθήνα, 2009.

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό "Ελεύθερη 'Ερευνα" στις 14/11/2011.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Σχολιασμός με αφορμή τις φασιστικές καταλήψεις στα σχολεία



Η ημιμόρφωση είναι το χειραγωγημένο πνεύμα των αποκλεισμένων»
Theodor W. Adorno

  • To κείμενο αυτό γράφτηκε στα τέλη Νοέμβρη 2018, αλλά για διάφορους εσωτερικούς λόγους και καθυστερήσεις δημοσιεύεται μερικές εβδομάδες μετά και αφού έχουν σταματήσει τα φασιστικά συλλαλητήρια
Ζούμε μέσα στη δίνη του εθνικιστικού πυρετού, σε ένα καπιταλιστικό κόσμο που η παρακμή του επιταχύνεται μέρα τη μέρα.  Οι καταλήψεις των τελευταίων ημερών στα σχολεία με τη σφραγίδα των εθνικιστών και των νεοναζί είναι μια πραγματικότητα που αδιαμφισβήτητα έρχεται να αντικαταστήσει μια άλλη, που ήθελε τα σχολεία να είναι προνομιακό έδαφος όσων (υποτίθεται) αγωνίζονται για την πανανθρώπινη χειραφέτηση. Μαζικά κινήματα και διαδηλώσεις έχουν ξεσπάσει σε όλη τη χώρα, δίχως αμφιβολία υποκινούμενες από τις ελληνικές φασιστικές ορδές. Από τη Θεσσαλονίκη, το Βόλο μέχρι και εδώ, τη δική μας Σπάρτη, μαθητές πήραν τους δρόμους, έβαλαν λουκέτο στα σχολεία για να διαμαρτυρηθούν για τη Μακεδονία και τα άλλα εθνικά θέματα. Στις διαδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη, μόλις χθες, ακούστηκαν συνθήματα τύπου: «Τους βλέπετε αυτούς; Τους λενε Σκοπιανούς. Τ’ αρβίλια μας θα φτιάξουμε με δέρματα απ’ αυτούς». Στο Βόλο, μαθητές σε μαζικές πορείες κρατούσαν πανό με συνθήματα όπως «Η Μακεδονία είναι ελληνική» και στο ίδιο πανό αναγραφόταν επίσης το «αντιφα»  και «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι» . Το πρώτο σύνθημα είναι ολοκάθαρα η πολιτική του σύγχρονου ελληνικού φασισμού που φαίνεται ότι τώρα έχει το προνόμιο να βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα του ελληνικού εθνικού κορμού, τα ίδια τα «παιδιά» του. Στο δεύτερο από το Βόλο, δεν βλέπουμε παρά το προϊόν της σύγχυσης των ημερών, κάτι για το οποίο φυσικά θα πρέπει να ψάξουμε τις ευθύνες αλλού, ξεδιπλώνοντας παραπέρα το κουβάρι της κριτικής.
Στη Σπάρτη έγινε χθες πορεία για τη Μακεδονία και, αν και δεν πήρε έκταση στα τοπικά ΜΜΕ, ήταν μια αναμενόμενη εξέλιξη. Οι μαθητές/τριες της πόλης, ενώ μέχρι στιγμής δεν είχε κουνηθεί φύλλο στα σχολεία τους, κατέβηκαν στο δρόμο για πρώτη φορά, όχι για να διαδηλώσουν ενάντια σε ένα σχολείο-μηχανή παραγωγής υποτελών, όχι για την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και τις φοβερές ελλείψεις που στην ουσία αποκλείουν μεγάλη μερίδα μαθητών/τριώλν από τις μελλοντικές σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κλπ, αλλά για τις μαύρες επιδιώξεις του ελληνικού φασισμού που θέλει αυτά τα παιδιά να είναι το μελλοντικό κρέας για τα κανόνια του. Αντί αυτοί οι μαθητές και αυτές οι μαθήτριες των σχολείων της Σπάρτης να σταθούν στο πλευρό συμμαθητών τους στη Νεάπολη και τη Σκάλα που ήταν και αυτοί σε κατάληψη για τις άθλιες συνθήκες που επικρατούν στα σχολεία, επιλέγουν να κατεβούν στο δρόμο για να σπείρουν το εθνικιστικό μίσος.
Από την άλλη πλευρά τώρα, βλέπουμε αριστερούς, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου συχνάζουν, να αναρωτιούνται πως φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση, λες και το έδαφος για αυτό δεν προετοιμάστηκε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες. Είναι τουλάχιστον υποκριτές όσοι σήμερα μας βομβαρδίζουν με τα «πώς» και τα «γιατί», αφού στη πραγματικότητα έπαιξαν και αυτοί σημαντικό ρόλο σε αυτήν την εξέλιξη.
Ο ελληνικός εθνικός κορμός δια στόματος των «παιδιών» του έχει περάσει στην αντεπίθεση. Ας ψάξουμε μια φορά λοιπόν με σοβαρότητα τα πραγματικά αίτια γι’ αυτή την κατάσταση. Ας ψάξουμε τις πραγματικές πολιτικές και θεωρητικές διαστάσεις αυτού του μαζικού φαινομένου μέσα στα σχολεία. Αντί να ξορκίζουμε την ακροδεξιά που έχει εισχωρήσει πλέον και στο μαθητικό κίνημα, ας μιλήσουμε ανοιχτά, ας θυμηθούμε ότι η ελληνική αριστερά ως συνεπής κομπάρσος του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού και της ιδεολογίας του, όλα τα προηγούμενα χρόνια μας μιλούσε για την κακιά Γερμανία και τους τραπεζίτες που ξεπουλάνε τη χώρα μέσω των μνημονίων αντί για τη κρίση του Ελληνικού Κεφαλαίου. Είδαμε δήθεν κομμουνιστές που μιλούσαν για τους «εθνικισμούς» και τον αλυτρωτισμό των γειτονικών χωρών αντί για τον δικό μας. Είδαμε ενός λεπτού σιγή στη Βουλή από «κομμουνιστές» βουλευτές για τον φασίστα που πέρασε τα Αλβανικά σύνορα.  Είδαμε δεκάδες πορείες στην Ισραηλινή πρεσβεία ενάντια στους κακούς σιωνιστές και την ίδια ώρα απουσία αντίστασης σε μαζικά πογκρόμ (πχ ενάντια στους μετανάστες το 2011 στο κέντρο της Αθήνας και ενάντια στους Ρομά στο Μενίδι 2017). Δεν είδαμε κανέναν να λέει ότι ο «εχθρός βρίσκεται εδώ και είναι μέσα στην ίδια μας την χώρα». Αντίθετα είδαμε έναν ελληνικό αντι-ιμπεριαλισμό που έβρισκε πάντα το πρόβλημα στην εξάρτηση της χώρας, ούτε καν λόγος για ελληνικό κεφάλαιο – μόνο για ελληνικό πολιτικό υπηρετικό προσωπικό των μεγάλων δυνάμεων.
Στη Λακωνία χορεύουμε πάνω κάτω στους ίδιους ρυθμούς. Πογκρόμ ενάντια σε Ρομά, αγανακτισμένοι πατριώτες στις πλατείες με την στήριξη της πατριωτικής αριστεράς, αντιγερμανικές διαδηλώσεις, νεοναζί μαζί με εξωκοινοβουλευτικούς αριστερούς στις αγροτικές κινητοποιήσεις κοκ. Δεν πέρασαν ούτε λίγες εβδομάδες από τη διοργάνωση του γελοίου Σπάρτα race με πρωτοβουλία του αριστερού δήμαρχου Βαλιώτη. Την ίδια ώρα ελάχιστοι βρέθηκαν στους εργατικούς αγώνες των μεταναστών και άλλων κατατρεγμένων εργατών/τριών που έγιναν κάτω από ανορθόδοξες συνθήκες τα προηγούμενα χρόνια, επιβεβαιώνοντας έτσι και τις πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις αυτής εδώ της συλλογικότητας.
Ξεχνούν αυτοί οι κύριοι και κυρίες της εγχώριας αριστεράς ότι οι αντιμνημονιακές τους ατζέντες συναντήθηκαν με μεγάλη ευκολία με αυτές της ακροδεξιάς, ακριβώς γιατί τους έλλειπε η συνολική κριτική του παρόντος καπιταλιστικού μηχανισμού και των βασικών κατηγοριών του, ενώ έμειναν προσκολλημένοι σε έναν φετιχιστικό αντικαπιταλισμό που με ακρίβεια καταλήγει σε άλλα επικίνδυνα μονοπάτια, υπενθυμίζοντας εκείνο τον εφιάλτη στη μνήμη μας, τον «αντικαπιταλισμό του Άουσβιτς». Όσοι ζούσαν με φαντασιώσεις για μαζικά κινήματα σε πλατείες που θα έφερναν την ανατροπή του καθεστώτος δήθεν από «προοδευτική» σκοπιά δεν είναι μόνο ότι διαψεύστηκαν αλλά και ότι έστρωσαν τον δρόμο στο φασισμό με ροδοπέταλα. Ακόμα περισσότερο, οι νεο-κευνσιανές ατζέντες της «πρώτης φοράς αριστεράς», που αποζητούσε την σοσιαλδημοκρατική «ορθολογικότερη» διαχείριση της κρίσης του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού, έδωσε τη τελευταία χαριστική βολή στη κριτική και άνοιξε τις πόρτες διάπλατα στον φασισμό. Για να κλείσει όμως εδώ αυτό το κεφάλαιο πρέπει να αναφερθούμε και σε όσους υποστηρίζουν σήμερα ότι αποτελούν τον αντίπαλο του φασισμού. Ομαδοποιήσεις κυρίως μονοθεματικές ή που απλώς μένουν στα όρια των αντιδιακρίσεων, ξεπήδησαν στις μητροπόλεις υποστηρίζοντας ότι είναι οι φορείς του μαχητικού αντιφασισμού που έχουμε ανάγκη τώρα. Είναι ομάδες με επιλεκτική μνήμη και δράση. Αναφερόμαστε στον «μαχητικό αντιφασισμό», που ως μια αρνητική διάσταση της ίδιας της ιδεολογίας του ελληνικού καπιταλισμού, κινείται πάντα μέσα στα δικά του όρια. Δεν υπάρχει ίχνος υλιστικής κριτικής σε αυτό το ρεύμα που ξεπέφτει στον ελιτισμό και τον μηδενισμό. Αντί για μια προσεκτική αναζήτηση των ιστορικών προϋποθέσεων που άνοιξαν τον δρόμο στη σημερινή κατάσταση, αυτός ο αντιφασισμός απαντά μονάχα με γενικεύσεις και «ανθελληνική» συνθηματολογία, δίχως στη πραγματικότητα να αναλύει τίποτα από τις ίδιες τις υλικές και ιστορικές συνθήκες. Σημαία του γίνεται ο ατομικισμός.
Υπάρχουν όμως και αυτοί.ες στα σχολεία που αντιστέκονται στις φασιστικές καταλήψεις. Αντί να βάζουμε εμπόδια, ας τους απλώσουμε το χέρι, ας τους βοηθήσουμε, ας ανοίξουμε το διάλογο μαζί τους, να μην τους αφήσουμε στο περιθώριο. Αυτοί.ες είναι και η πραγματική κίνηση στη συγκυρία που επιχειρεί με συνέπεια να βάλει φρένο στην κινηματική αναζωπύρωση των φασιστικών εστιών στο ευρύτερο κίνημα της νεολαίας.
Η κατάσταση παραμένει ζοφερή και άσχημη και δεν πρόκειται να αλλάξει όσο εμείς δεν παίρνουμε την πρωτοβουλία για την συγκρότηση μιας μειοψηφίας σε μια άλλη κατεύθυνση αναζήτησης ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος που θα είναι ικανό να ανακόψει αυτήν την πορεία προς την συντριβή της ανθρωπότητας. Το δίλημμα Κομμουνισμός ή τέλος της ανθρωπότητας έχει από καιρό αντικαταστήσει το αντίστοιχο δίλημμα που έβαλα η μεγάλη κομμουνίστρια Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Αυτόνομη Πρωτοβουλία Ενάντια στη Λήθη

Δημοσιεύτηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2018, στο διαδικτυακό περιοδικό Shades Magazine

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

«Βόρεια Ήπειρος»: ο ανεκπλήρωτος πόθος του ελληνικού αλυτρωτισμού


Tου Αλέξη Λιοσάτου

Το ελληνικό κράτος, παρά την ίδρυση του αλβανικού κράτους (1913) και τη διεθνή του αναγνώριση, δεν σταμάτησε να έχει επεκτατικές βλέψεις στις περιοχές της Νότιας Αλβανίας, στις οποίες κατοικούσαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί. Με το ξέσπασμα του Β’ Βαλκανικού Πολέμου απέστειλε στη «Βόρεια Ήπειρο» στρατιωτική δύναμη, το 1916 την προσάρτησε μονομερώς και το 1919 υπέγραψε συμφωνία προσάρτησης Κορυτσάς και Αργυρόκαστρου με την Ιταλία. Το 1925-‘26 καθορίστηκαν τελικά τα σημερινά ελληνο-αλβανικά σύνορα. Η φιλοδοξία της ελληνικής αστικής τάξης ήταν να εκμεταλλευτεί την ιστορική καθυστέρηση της αλβανικής εθνογένεσης και να προσεταιριστεί τους αλβανόφωνους πληθυσμούς μαζί με τις περιοχές που κατοικούσαν (όπως στην περίπτωση της ιστορικής καθυστέρησης της μακεδονικής εθνογένεσης, που οδήγησε την Ελλάδα στη μη αναγνώριση μακεδονικού έθνους, μέχρι σήμερα).
Ακόμα και μετά τον Β’ ΠΠ, το ελληνικό κράτος συνέχισε να διεκδικεί τη «Βόρεια Ήπειρο» (έναν όρο έκφρασης του ελληνικού επεκτατισμού και αλυτρωτισμού), φουσκώνοντας τις εκτιμήσεις για το ελληνικό στοιχείο και βαφτίζοντας συλλήβδην Έλληνες τον ορθόδοξο χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής (που περιλάμβανε επίσης Αλβανούς, Βλάχους κ.λπ.). Για τελευταία φορά η Ελλάδα διεκδίκησε επίσημα να προσαρτήσει την επίμαχη περιοχή το 1946, η δε αλυτρωτική ρητορική από επίσημα χείλη συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1970 τουλάχιστον. Στελέχη στον κρατικό μηχανισμό συνέχισαν να επεξεργάζονται στρατιωτική επέμβαση στην Αλβανία, σε συνεννόηση είτε με το ΝΑΤΟ είτε με τις Γιουγκοσλαβία – Ιταλία. Επιπρόσθετα, το ελληνικό κράτος ενίσχυε οικονομικά οργανώσεις και έντυπα διάφορων «βορειοηπειρωτικών συλλόγων» που είχαν στόχο την ένωση της «Βορείου Ηπείρου» με την Ελλάδα.
Οι «απελευθερωτικές» δυνάμεις και η ΜΑΒΗ

Η αλήθεια είναι ότι το έντονο ελληνικό στοιχείο στη Νότια Αλβανία απολάμβανε εξαρχής σημαντικά μειονοτικά δικαιώματα, ενώ μεγάλο τμήμα των ελληνόφωνων σταδιακά αφομοιώθηκε στην αλβανική κοινωνία ή μετανάστευσε στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα τη δραματική μείωσή τους – πραγματικότητες που δυσκόλευαν τον ελληνικό εθνικισμό. Παρ’ όλα αυτά, το ελληνικό κράτος δεν περιόρισε τις επεκτατικές φιλοδοξίες του, που ενισχύθηκαν μετά την κατάρρευση του «Ανατολικού Μπλοκ». Ίδρυσε, χρηματοδότησε και στήριξε πολιτικά το εθνικιστικό μειονοτικό κόμμα «Ομόνοια», επιστράτευσε μέχρι και ακροδεξιούς παππάδες, ενίσχυσε την ίδρυση και τη χρηματοδότηση διάφορων παραστρατιωτικών και εθνικιστικών «βορειοηπειρωτικών σωματείων». Ένα από αυτά είναι η Eθνική Nεολαία Bορείου Hπείρου, μέλος της οποίας δήλωνε ο Κ. Κατσίφας.
Καθώς το ελληνικό στοιχείο είχε συρρικνωθεί, το ελληνικό κράτος δαπάνησε μεγάλα ποσά για να στήσει ένα πελατειακό δίκτυο στρατολόγησης Βλάχων και Αλβανών και να δημιουργήσει «Έλληνες ομογενείς», ώστε να συνεχίσει να διεκδικεί ρόλο στην περιοχή. Η σχεδόν καθολική χρήση του όρου «ομογένεια» από την ελληνική και μειονοτική πλευρά, εννοούσε ότι το ζητούμενο δεν είναι κάποιος να νιώθει Έλληνας, αλλά να «είναι».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες (ΕΥΠ) φρόντισαν να δημιουργήσουν τη δεκαετία του ’90 την παραστρατιωτική οργάνωση ΜΑΒΗ (Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Βορείας Ηπείρου). Η ένοπλη φασιστική συμμορία δρούσε με κεντρικά διακηρυγμένο στόχο την «απελευθέρωση της Βόρειας Ηπείρου» και προχώρησε σε σειρά επιθέσεων σε Ελλάδα και Αλβανία. Το ελληνικό κράτος αρνούνταν την ύπαρξή της, μέχρι που το 1994 προχώρησε σε ένοπλη επίθεση στο αλβανικό στρατόπεδο νεοσυλλέκτων στην Επισκοπή (στα σύνορα με την Ελλάδα), όπου σκοτώθηκαν δύο Αλβανοί στρατιώτες και τραυματίστηκαν έξι, ενώ παράλληλα έκλεψε και τον οπλισμό του στρατοπέδου. Η κίνηση αυτή, που είχε στόχο να προκληθεί πολεμική σύρραξη με την Αλβανία, αγκαλιάστηκε και από την ελληνική ακροδεξιά (π.χ. τον παρακρατικό Στόχο), που υπερασπίστηκε την «εθνικά δίκαιη» ενέργεια της ΜΑΒΗ. Έναν χρόνο μετά, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα συνελήφθησαν επτά μέλη της οπλισμένα με 6 καλάσνικοφ και 878 σφαίρες, αποκαλύφθηκε η σχέση τους με το ΜΑΒΗ και προφυλακίστηκαν. Όχι τυχαία, οι συλληφθέντες αποδείχθηκαν μέλη των προαναφερθέντων «σωματείων» αλλά και απόστρατοι στρατιωτικοί, αστυνομικοί και καταδρομείς. Ενώ αρχικά οι ένοπλοι κατηγορήθηκαν για φόνους και πολλά άλλα αδικήματα, το κατηγορητήριο τελικά μετατράπηκε το 1996 από τον ακροδεξιό εισαγγελέα Ελ. Πατσή σε λαθρεμπόριο όπλων από… αγνούς πατριώτες και τελικά σε… απλή οπλοκατοχή, με αποτέλεσμα την αποφυλάκισή τους. Ο εισαγγελέας εκθείασε τον πατριωτισμό των «λεβεντών της πατρίδας», αξιοποίησε «πληροφορίες» της… ΕΥΠ και έκανε δεκτό το άλλοθι των φασιστών πως «τη μέρα του εγκλήματος παραβρίσκονταν στο ιδρυτικό συνέδριο του Ελληνικού Μετώπου», του επίσης φασιστικού κόμματος του Μ. Βορίδη (σήμερα επιφανές στέλεχος της ΝΔ). Εννοείται πως οι Αλβανοί στρατιώτες που δέχτηκαν την επίθεση δεν λήφθηκαν υπόψη στη διάρκεια της δικαστικής έρευνας. (Ο ίδιος εισαγγελέας, το 2004 στη δίκη του ΕΛΑ, χρησιμοποιούσε 100% διαφορετικά νομικά κριτήρια, την ώρα που επικαλούνταν τον Μπερλουσκόνι και τον Μουσολίνι…)


«Εθνικό κουκούλωμα» και συγκάλυψη

Το κουκούλωμα αυτό είχε την κάλυψη όλου του «δημοκρατικού τόξου». Ένα τσούρμο μεγαλοδικηγόρων όλου του πολιτικού φάσματος, από το ΔΗΚΚΙ ως τη ΝΔ και την ακροδεξιά, υπερασπίστηκε τους δολοφόνους για τα ευγενή εθνικά τους κίνητρα, ακόμα και με επιχειρήματα όπως «γυμνάζεται… είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του για την πατρίδα» (Α. Λώρας, ΝΔ).Τα ΝΕΑ αρθρογραφούσαν υπέρ των συλληφθέντων γράφοντας ότι οι φασίστες στα αλβανικά εδάφη έκαναν απλώς… πεζοπορία. Ο Σ. Παπαθεμελής, «επίσημα» ακροδεξιός σήμερα, τότε όμως υπουργός Δημοσίας Τάξης της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, 3 μέρες μετά τη δολοφονική επίθεση της ΜΑΒΗ απειλούσε την Αλβανία με πόλεμο, ενώ ο αστικός πολιτικός κόσμος δεν σταμάτησε να του αναγνωρίζει την «υπεύθυνη στάση» που οδήγησε στην αποσιώπηση του ρόλου της ΕΥΠ. Χουντοβασιλικοί και μητροπολίτες όπως ο Χριστόδουλος (μετέπειτα αρχιεπίσκοπος), έσκουζαν ζητώντας εισβολή για την «απελευθέρωση της Β. Ηπείρου» – εννοείται ατιμώρητα. (Ο «εγκωμιασμός διαπραχθέντος κακουργήματος» και η προσπάθεια «διατάραξης των διεθνών σχέσεων της χώρας» συνιστούν ποινικά αδικήματα).
Έχει σημασία η «προφητική» αναφορά του χουντικού «Στόχου» στο φύλλο του της 29/10/93 («Κάτω από το άγρυπνο μάτι των ελληνικών ομάδων ανταρτών, όλες οι μονάδες των Αλβανικών κατοχικών στρατευμάτων. Η στιγμή των χτυπημάτων πλησιάζει, αλλά φυσικά δεν είναι δυνατόν να γράψουμε τίποτα…»), που δείχνει ότι -έστω μερικές φορές- πρέπει να παίρνουμε τα φασιστοέντυπα στα σοβαρά.
Ο αξιότιμος πρόεδρος της «Ομόνοιας», μέλος της ΜΑΒΗ…                                                    
Παρ’ όλα αυτά, η ΜΑΒΗ συνέχισε να υπάρχει με κρατική (συγ)κάλυψη. Το 2001 πέρασε στα ψιλά των ειδήσεων μια χειροβομβίδα που έσκασε στην είσοδο κέντρου διασκέδασης. Στο συγκεκριμένο χώρο βρισκόταν εκείνη την ώρα σε εξέλιξη εκδήλωση Bορειοηπειρωτών που πρόσκεινται στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Αλβανίας, Αλβανών συνδικαλιστών και πολιτικών, τους οποίους η «Ομόνοια» και κυρίως τα ακροδεξιά «βορειοηπειρωτικά σωματεία» θεωρούν «προδότες». Την ευθύνη για την επίθεση ανέλαβε η -κατά τα άλλα «εξαρθρωμένη»- οργάνωση ΜΑΒΗ. Τέλος, είναι ενδεικτικό της επιβίωσης του ελληνικού αλυτρωτισμού το γεγονός ότι από τα χείλη του ανώτατου πολιτικού ηγέτη της χώρας, του «μετριοπαθούς»  Κ.  Στεφανόπουλου,  λίγο  πριν  τη  λήξη  της θητείας του (Πρόεδρος  της  Δημοκρατίας  μέχρι  το  2005)  έγινε  λόγος  για  τη «σκλαβωμένη Βόρειο Ήπειρο».

Και το 2008 -ω του θαύματος- σε εκδήλωση στην Πάντειο για τους Τσάμηδες υπήρξε παρέμβαση του Διονύση Μπελέρη, ενός από τους οπλοφόρους συλληφθέντες της ΜΑΒΗ, ο οποίος πλέον έδινε συνεντεύξεις σε αστικά έντυπα (όπως το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ) και απευθυνόμενος σε δημοσιογράφο του «Ιού», υποστήριξε μεγαλόφωνα: «Το λάθος μας ήταν ένα. Ότι, όταν ήρθατε στη Χειμάρρα, σας αφήσαμε να φύγετε ζωντανοί και δεν σας κόψαμε τα κεφάλια». Αυτός ο άνθρωπος σήμερα είναι Πρόεδρος της «Ομόνοιας» και ήταν υποψήφιος δήμαρχος Χειμάρρας (δήμος της Νότιας Αλβανίας) το 2015! Τόσο «καταπιεστικό» είναι το αλβανικό κράτος απέναντι στην ελληνική μειονότητα. (Στην εκδήλωση της Παντείου παρενέβη και η Λιάνα Κανέλλη του ΚΚΕ και απέσπασε τα εύσημα από δεξιούς κι ακροδεξιούς, ενώ στους διοργανωτές επιτέθηκε κατόπιν ο ακροδεξιός Λεωνίδας Αποσκίτης, που εσχάτως διαφημιζότανε και στην Iskra της ΛΑΕ).


Σήμερα ένοπλες εγκληματικές ναζιστικές οργανώσεις όπως οι Ανένταχτοι Μαιάνδριοι Εθνικιστές δηλώνουν θαυμαστές του ΜΑΒΗ. Εξάλλου, είτε μιλάμε για ελληνικό φασισμό είτε για βορειοηπειρωτικό, αιμοδότης τους είναι η ΕΥΠ και σωματοφύλακάς τους η αστική τάξη και οι κυβερνήσεις της.

Η διατήρηση του εμπόλεμου με την Αλβανία και ο διακαής πόθος του ελληνικού εθνικισμού

Εν ολίγοις, η «Βόρεια Ήπειρος» παραμένει διακαής πόθος του ελληνικού εθνικισμού κι αυτός είναι βασικός λόγος διατήρησης του «εμπόλεμου» καθεστώτος απέναντι στην Αλβανία. Σε αυτό το φόντο το ελληνικό κράτος κατά καιρούς κλιμακώνει την ένταση με την Αλβανία, με όχημα το ακροδεξιό μωσαϊκό που επηρεάζει την ελληνική μειονότητα. Η περίοδος είναι ούτως ή άλλως επικίνδυνη, στο έδαφος όξυνσης των εθνικών ανταγωνισμών. Η Ελλάδα διεκδικεί να αναβαθμιστεί σε νταβατζή των Βαλκανίων και να στριμώξει το τουρκικό κράτος με τις πλάτες των μεγάλων δυνάμεων. Σε αυτή την προσπάθεια, οι επιχειρήσεις επίδοξων «απελευθερωτών» λειτουργούν ενισχυτικά. Η ΜΑΒΗ είναι άγνωστο αν συνεχίζει τη λειτουργία της, αλλά δεν έχει και τόση σημασία. Οι λογικές και τα δίκτυα που την έθρεψαν, ζουν και βασιλεύουν. Οι μηχανισμοί που επιθυμούν πολέμους για «αλύτρωτες» πατρίδες (από αυτούς που έχουν το θράσος να κατηγορούν για αλυτρωτισμό τους… Τσάμηδες ή τους Μακεδόνες) είναι αυτοί που όπλισαν το καλάσνικοφ του Κ. Κατσίφα – ο οποίος δήλωνε άλλωστε θαυμαστής του ΜΑΒΗ. Η ηρωοποίηση του ακροδεξιού «Ράμπο» αποτελεί ουσιαστικά τον καθαγιασμό των επιδιώξεων εκείνου και της ΜΑΒΗ, που «οφείλουν» να είναι «επιδιώξεις του έθνους»: της κατάκτησης τμήματος της γειτονικής χώρας. Η γραμμή όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων και των ΜΜΕ «είμαστε όλοι Κατσίφες» ακριβώς αυτό εκφράζει. Προδίδει τη δεξιά μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού και υπόσχεται νέα δάκρυα και αίμα για την εργατική τάξη των Βαλκανίων, αν αυτή δεν ξεσηκωθεί ενωμένη απέναντι στα αφεντικά της για να ανατρέψει την κατάσταση.

Πηγές:

H EΛΛΗΝΙΚΗ MΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ AΛΒΑΝΙΑΣ
Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Τάσος Τέλλογλου, Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Δημήτρης Χριστόπουλος. Περίληψη έκθεσης που συντάχθηκε ύστερα από πρόταση και για λογαριασμό του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματι-κού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, 2001.




Συνέχειες και ασυνέχειες στις ελληνοαλβανικές σχέσεις: η ελληνική πολιτική σε περιφερειακές εντάσεις, Ηλίας Γ. Σκουλίδας, Ιστορικός, ΤΕΙ Ηπείρου, 2014

Λάμπρος Μπαλτσιώτης, «Per Camerine»: Για την Τσαμουριά, ιστορικός, «Αυγή», 2005



http://www.iospress.gr/mikro1999/mikro19991211.htm 

https://www.documentonews.gr/article/o-thanatos-toy-katsifa-to-mabh-h-xrysh-aygh-kai-to-kako-synapanthma

Δημοσιεύτηκε στην Redtopia στις 11-11-2018