Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Τα φαντάσματα της Θεσσαλονίκης είναι ακόμα εδώ

Του Λέοντα Σαλτιέλ*



To ιστορικό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης, όπως ήταν μέχρι το 1942 που καταστράφηκε κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας. Το νεκροταφείο είχε εγκατασταθεί εκεί από την αρχαιότητα και την παραμονή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μετρούσε περίπου 500.000 τάφους σε μια έκταση 350.000 τετραγωνικών μέτρων, κάτι που το έκανε ίσως του μεγαλύτερο εβραϊκό νεκροταφείο στην Ευρώπη και ίσως στον κόσμο. 

Σαν σήμερα, πριν από εβδομήντα πέντε χρόνια, κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας, άρχισε η καταστροφή του ιστορικού εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης, της δεύτερης σε μέγεθος πόλης της Ελλάδας. Το νεκροταφείο είχε εγκατασταθεί εκεί από την αρχαιότητα και την παραμονή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μετρούσε περίπου 500.000 τάφους σε μια έκταση 350.000 τετραγωνικών μέτρων, κάτι που το έκανε ίσως του μεγαλύτερο εβραϊκό νεκροταφείο στην Ευρώπη και ίσως στον κόσμο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, έγραψε ένας αυτόπτης μάρτυρας, «η εκτεταμένη νεκρόπολη, διάσπαρτη με κομμάτια μάρμαρο και μπάζα, έμοιαζε  με πόλη που είχε βομβαρδιστεί, ή καταστραφεί από έκρηξη ηφαιστείου». Σύμφωνα με μία έκθεση του προξένου των ΗΠΑ στην Ιστανμπούλ, «πρόσφατα θαμμένοι νεκροί ρίχτηκαν στα σκυλιά».

Αυτή η πράξη δεν ήταν καθαρά γερμανική πρωτοβουλία. Εκτός των άλλων, σήμερα μπορεί κανείς να επισκεφθεί εβραϊκά νεκροταφεία που βρίσκονται στο κέντρο του Βερολίνου. Η πρωτοβουλία προήλθε από τις τοπικές αρχές, οι οποίες από πολύ καιρό πριν είχαν προσπαθήσει να μετακινήσουν το νεκροταφείο από την θέση του, κοντά στο κέντρο της πόλης. «Και χρειαζόταν να έρθει η καταραμένη γερμανική κατοχή, που, με την συνεργασία της ειρωνείας της τύχης, αυτό το παλιό άλυτο πρόβλημα της Θεσσαλονίκης βρήκε την δραματική του λύση» όπως λέει ο Θεσσαλονικιός διανοούμενος Γεώργιος Βαφόπουλος. Στην θέση του σήμερα βρίσκεται το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Η καταστροφή του τραυμάτισε την εβραϊκή κοινότητα, η οποία εκείνη την εποχή  αποτελούσε το 25 τοις εκατό του πληθυσμού της πόλης. Εκρίζωσε τις συμβολικές ρίζες των Εβραίων κατοίκων από την πόλη που είχαν γεννηθεί. Υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της ιερόσυλης ισοπέδωσης των τάφων των προγόνων τους. Η καταστροφή παγίωσε την σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ των γερμανικών και των τοπικών αρχών, σε βαθμό που περιγράφηκε σαν ο «προάγγελος της ολοκληρωτικής καταστροφής ολόκληρης της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, του πιο πολυάριθμου κέντρου του εβραϊσμού της Ανατολής, που ακολούθησε σύντομα». Πράγματι, λίγους μήνες αργότερα ξεκίνησε η μεταφορά της μεγάλης πλειονότητας του εβραϊκού πληθυσμού της πόλης, 46.000 ψυχών περίπου, στο στρατόπεδο εξόντωσης του Άουσβιτς-Μπιρκενάου.

Το 2014, κατά τα εγκαίνια του μνημείου για την κατεστραμμένη εβραϊκή νεκρόπολη στο χώρο του πανεπιστημίου, ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης δήλωσε ότι η πόλη «αισθάνεται ντροπή γι’ αυτήν την άδικη και ένοχη σιωπή» και την στάση των αρχών της πόλης εκείνης της εποχής. Ο τέως αντιπρύτανης του πανεπιστημίου, ο Ιωάννης Πάντης, τόνισε ότι, «σήμερα, εντούτοις, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ελεύθερο από σύνδρομα ενοχής, θεωρεί αυτό το παρελθόν, την ιστορία και την απώλεια των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, σαν κομμάτι και της δικής του ιστορίας επίσης».  Πράγματι, τα τελευταία χρόνια, έχει πραγματοποιηθεί μεγάλη πρόοδος στην πόλη σε σχέση με την μνήμη των Εβραίων, όπως φαίνεται από το σχέδιο δημιουργίας ενός Μουσείου του Ολοκαυτώματος, την επανίδρυση της πανεπιστημιακής έδρας εβραϊκών σπουδών, τις πολυεπίπεδες εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες στα ελληνικά σχολεία και την ενσωμάτωση αυτής της ιστορίας στην σχολική ύλη, την ετήσια πορεία μνήμης και την τοποθέτηση μνημείων.

Παρ’ όλ’ αυτά, υπάρχουν ακόμα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά: Με την καταστροφή του νεκροταφείου, ο χώρος έγινε ένα τεράστιο λατομείο και τα υλικά του χρησιμοποιήθηκαν σαν οικοδομικό υλικό. Στον καθεδρικό ναό της Θεσσαλονίκης, τον ναό του Αγίου Δημητρίου,  μία από τις τουλάχιστον 17 εκκλησίες της πόλης για την κατασκευή των οποίων χρησιμοποιήθηκαν υλικά από το νεκροταφείο, μπορεί κανείς ακόμη να βρει μάρμαρα με εβραϊκές επιγραφές, από τα «500 κομμάτια μάρμαρο», τα οποία οι τότε υπεύθυνοι είχαν ζητήσει τον Οκτώβριο του 1943, για την «ανοικοδόμηση του ναού».

Το Βασιλικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης επιστρώθηκε το 1943 με «250 τετραγωνικά μέτρα πλακών 50 x 50 από μάρμαρα από τα πρώην εβραϊκά νεκροταφεία» σύμφωνα με την προσφορά του δήμου, τα οποία μπορεί ακόμη να δει κανείς σήμερα. Ο Βαφόπουλος διηγείται ότι ο Γερμανός αξιωματικός Μαξ Μέρτεν «χοροπηδούσε πάνω τους με τις μπότες του, λέγοντας ότι μπορούσε να ακούει τα τριξίματα από τα κόκκαλα των Εβραίων».

Η ιατρική σχολή του πανεπιστημίου, που  ιδρύθηκε το 1943, χρησιμοποιούσε ταφόπλακες σαν ανατομικά τραπέζια, «κατασκεύασε τρεις τάφρους από τσιμέντο και πήρε πτώματα από το νεκροταφείο που τα έβαλε μέσα για να κάνουν την πρακτική τους οι φοιτητές». Δυστυχώς, όσο και μακάβρια να είναι όλα αυτά τα γεγονότα, τέτοια παραδείγματα στην πόλη υπάρχουν πολλά και είναι ορατά μέχρι σήμερα.

Η ιεροσυλία νομιμοποιήθηκε από την εκτεταμένη χρήση των υλικών από τόσο πολλά ιδρύματα της πόλης και την εκκωφαντική σιωπή που ακολούθησε. Ο δήμαρχος και οι αρχές του πανεπιστημίου έκαναν ένα σημαντικό πρώτο βήμα – ομολογουμένως με μεγάλη καθυστέρηση. Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, στο όνομα της ιστορικής μνήμης και σε ένα πνεύμα σεβασμού, αδελφοσύνης και ανθρωπιάς, τα άλλα ιδρύματα έχουν την ευθύνη να βγάλουν αυτήν την ιστορία στην φόρα καθώς και την προέλευση των υλικών με τα οποία οικοδομήθηκαν.

*Ο Λέων Σαλτιέλ κατέχει Διδακτορικό στην σύγχρονη ελληνική ιστορία από το Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας και είναι μεταδιδακτορικός εταίρος στο Ινστιτούτο Ανώτερων Διεθνών και Αναπτυξιακών Σπουδών της Γενεύης με περισσότερα από 15 χρόνια πείρα σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως, τα περισσότερα από τα οποία εργάστηκε με τους θεσμούς των Ηνωμένων Εθνών στην Γενεύη.

Δημοσιεύτηκε στον δικτυότοπο ekathimerini.com στις 6-12-2017.