Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Το αυτοκέφαλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας και ο ελληνικός εθνικισμός

Του Κώστα Ακρινού


Oι ορθόδοξοι της Αλβανίας είναι το 20-25% του πληθυσμού. Από αυτούς ένα μέρος είναι Έλληνες που υπολογίζονται, αριθμητικά ανάλογα από ποιά μεριά των συνόρων το βλέπει κανείς, σε 50-400 χιλιάδες, με την αλήθεια να βρίσκεται ίσως κάπου στη μέση, κι αυτό όμως δύσκολο να το πεις, αφού έχουν γίνει τόσοι πολλοί μικτοί γάμοι. Το 1913 που η Αλβανία ανεξαρτητοποιήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο ελληνικός μεγαλοϊδεατισμός δεν έδινε έμφαση τόσο σε περιοχές που ήταν ελληνόφωνες, όσο σε όσες θεωρούσε βάσιμα ή όχι ότι είχε κυριαρχήσει ο ιστορικά ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός. Η διεθνής επιτροπή συνόρων που συστήθηκε τότε, προσπαθώντας να δώσει Σολομώντεια λύση ικανοποιώντας τις απαιτήσεις Αλβανών, Ελλήνων, Σέρβων και τα συμφέροντα των Ευρωπαίων προστατών τους, είχε να αντιμετωπίσει αστεία τεχνάσματα όπως αυτό που διηγείται ο λοχαγός Leveson Gower: «Η επιτροπή φτάνει το βράδυ σε κάποιο χωριό…ακούγεται το χτύπημα καμπάνας…οι Έλληνες έχουν στήσει αυτοσχέδιο καμπαναριό πάνω σ’ένα δέντρο…». (Edith Durham The Burden of the Balkans, Λονδίνο 1905) Η ύπαρξη ορθόδοξου ναού σε ένα χωριό που όπως αποδείχτηκε τελικά δεν υπήρχε «ούτε ένας Έλληνας αλλά ούτε καν εκκλησία», θα αποτελούσε για την ελληνική πλευρά, που παγίως έχριζε κάθε ορθόδοξο που κατοικούσε σε έδαφος που αναπτύχθηκε αρχαίος ελληνικός πολιτισμός Έλληνα, ατράνταχτο τεκμήριο διεκδίκησης. Τον Δεκέμβριο με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να αποσύρονται από την Ν.Αλβανία. Όμως οι ομάδες άτακτων «εθελοντών», συχνά τυχοδιωκτών, από την Ελλάδα και την Κρήτη εξακολουθούσαν τη δράση τους.
Τον Φεβρουάριο του 1914 ανακηρύχθηκε από τους Έλληνες της Αλβανίας η Ανεξαρτησία της Β.Ηπείρου. Στις όχθες του Δρίνου έγινε αγιασμός, υψώθηκε η σημαία της "Αυτονόμου" και υποστάλθηκε η ελληνική. Μίλησε ο Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος: "Χάριν της υπέρτατης εθνικής ανάγκης κατεβιβάσθης, ω θείον όνειρον, ημών τε και των πατέρων μας γαλανόλευκη μας, εθνική μας Σημαία. Αλλά αντί Σου δεν ανυψώνομεν ξένην αλλά την θυγατέρα σου, Ηπειρωτικήν προωρισμένην να κατησχίση κατά της αλβανικής ημισελήνου!". Τον Μάρτιο ο Ζωγράφος χωρίς την έγκριση του Βενιζέλου συνέστησε την βραχύβια κυβέρνηση της Β.Ηπείρου με την συμμετοχή τριών Ελλήνων μητροπολιτών ως υπουργών. Τον Οκτώβριο ο ελληνικός στρατός ανακατέλαβε την Ν.Αλβανία και πυρπόλησε 46 μουσουλμανικά χωριά με τα κτήματά τους. Χιλιάδες πρόσφυγες γυναικόπαιδα πέθαναν από την πείνα στους ελαιώνες της Αυλώνας. Κανείς ποτέ δεν ασχολήθηκε με αυτό το θέμα, σημειώνει η Αγγλίδα συγγραφέας και αυτόπτης μάρτυρας Edith Durham, που σημειώνει πως στην Κορυτσά η συνέλευση που είχε καλέσει τον ελληνικό στρατό είχε γίνει με την «απειλή της ξιφολόγχης» και ο νεοφερμένος Έλληνας κυβερνήτης «είχε υποχρεώσει τους κατοίκους να βάψουν τα καταστήματά τους κυανόλευκα» και παρατηρεί: «…μετά την φοβερή σκληρότητα που επέδειξαν όταν επέδραμαν στην Αλβανία το 1914, δεν έχω καμία εκτίμηση στους Έλληνες». Η ίδια είχε διαμαρτυρηθεί από τις 18 Ιουνίου στο Φόρειν Όφις, που οι διεθνείς Δυνάμεις δεν είχαν στείλει στρατό «να εκκαθαρίσει την περιοχή από τις ενεδρεύουσες συμμορίες των ελλήνων στρατιωτών» που παρέμειναν κρυφά στην περιοχή, αλλά και από τους «κρητικούς και έλληνες κομιτατζήδες που εξακολουθούσαν να φτάνουν» ενώ η ελληνική κυβέρνηση δήλωνε άγνοια. (M.VickersΟιΑλβανοί, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 1997). Τα γεγονότα αυτά έδωσαν το υπόστρωμα για να πυροδοτηθούν αργότερα οι ενέργειες σε βάρος της ελληνικής μειονότητας.
Η ύπαρξη της Αλβανίας, μιας πολύ φτωχής και καθυστερημένης ορεινής χώρας υπόδουλης της οθωμανικής αυτοκρατορίας που αφυπνιζόμενη διεκδικούσε την κληρονομιά των Ιλλυριών, διασπασμένη σε ορεσείβιες φυλές και φάρες και σε τρία κύρια θρησκευτικά ρεύματα, που γειτόνευε με τους ισχυρότερούς της Έλληνες και Σέρβους, με τον λαό της να διαχέεται στα ιστορικά τους εδάφη και με δικό τους λαό μέσα στα εδάφη της, με την Ιταλία και τις μεγάλες δυνάμεις να έχουν βλέψεις και συμφέροντα, κρεμόταν από μια κλωστή. Η χώρα αυτή, που το 1913 που δημιουργήθηκε φαινόταν πως δεν θα υπάρξει για πολύ, είχε ανάγκη τον πατριωτισμό των καλύτερων παιδιών της, άθεων, μουσουλμάνων, ορθόδοξων και καθολικών. Η προσπάθεια ορθόδοξων Αλβανών διανοούμενων του 19ου αιώνα να αφυπνίσουν τον λαό τους μεταφράζοντας στην αλβανική θρησκευτικά κείμενα, ενοχοποιήθηκε άμεσα από το οικουμενικό πατριαρχείο, που διέβλεψε τάσεις ανεξαρτητοποίησης. Το πατριαρχείο συγκρούστηκε με τον Κ.Χριστοφορίδη που προσπάθησε να εισάγει ένα απλό αλβανικό αλφάβητο. Το 1872 το Φανάρι ίδρυσε τον «Πολιτιστικό Σύνδεσμο», για την διάσωση της ελληνικής γλώσσας στην Ήπειρο. Η σπουδή της Αλβανικής, μέσα στον ωκεανό των τουρκικών και ελληνικών σχολείων, ήταν δυνατή μόνο σε δυο καθολικά ιδρύματα στο Σκούταρι. Επίσης η Καθολική Εκκλησία επέτρεπε στους Αρμπρέκους της Καλαβρίας την χρήση της αλβανικής στο ορθόδοξο τυπικό τους. Οι λόγιοι αδελφοί Φράσερι ίδρυσαν στην Πόλη την «Εταιρεία αλβανικών Γραμμάτων», που άνοιξε το πρώτο εθνικό αλβανικό σχολείο το 1887 στην Κορυτσά, στο οποίο φοιτούσαν ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι και το οποίο αποκηρύχτηκε από το πατριαρχείο. O Berard ("Τουρκία και Ελληνισμός-Οδοιπορικό στη Μακεδονία, Εκδ.Τροχαλία-μτφ Μ.Λυκούδη), επισημαίνει την προσπάθεια που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη να οργανωθούν γύρω στα 1879 αλβανόφρονες Τόσκηδες με κέντρο την Κορυτσά. «Καταγγέλθηκε όμως από τον ελληνικό κλήρο και διαλύθηκε βίαια από την τουρκική εξουσία, στην οποία όλοι οι πλούσιοι Έλληνες της περιοχής δήλωσαν με υπογραφές νομιμοφροσύνη» (Βerard στο «Ξένοι περιηγητές για τους Βλάχους» Έξαρχος Γιώργης Ερωδιός 2004)
Η άρνηση ενός Έλληνα εθνικιστή ιερέα να ιερολογήσει την κηδεία ενός Αλβανού πατριώτη το 1907 στο Χούντσον της Μασαχουσέττης, ξεσήκωσε την συνείδηση του ομοεθνή του Στυλιανού Μαυρομάτη Νόλι, που το 1908 σε ηλικία 26 ετών χειροτονείται διάκος με το όνομα Θεοφάνης (Φαν Νόλι) στο Μπρούκλιν και αποσπά την αλβανική παροικία της Βοστώνης από την επιρροή του πατριαρχείου. Ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα, που ξεκίνησε από την τουρκική Αν.Θράκη, σπούδασε στην Φιλοσοφική της Αθήνας και εργάστηκε ως ηθοποιός και ψάλτης στην Αίγυπτο, αλλά και ως δάσκαλος στην ελληνική κοινότητα του Σιμπίν ελ Κομ και στην αλβανοελληνική του Μπένι Σουέφ και ύστερα ως βιομηχανικός εργάτης στις ΗΠΑ και αρθογράφος σε εφημερίδες.
Ο Νόλι, χειροτονήθηκε την ίδια χρονιά ιερέας από τον Ρώσο επίσκοπο Αλάσκας Πλάτωνα, και προϊσταται στην Βοστώνη στην πρώτη αλβανική λειτουργία. Το 1919 προήχθη πάλι από τον Πλάτωνα σε επίσκοπο. (Στην Ελλάδα ο Νόλι, συκοφαντείται συνήθως ως αυτοανακηρυγμένος επίσκοπος, ή και «αυτοχειροτόνητος δήθεν επίσκοπος», ενώ ο διπλωμάτης Μιχ.Μ.Μελάς στις αναμνήσεις του τον θυμάται ως «καθολικό επίσκοπο». Ο καθηγητής Βλ. Φειδάς, στις "Θρησκείες" της Εκδοτικής Αθηνών-1992, στο λ. Εκκλησία Αλβανίας, αναφέρει "αυτοανακηρύχτηκε επίσκοπος", ο ίδιος όμως διαψεύδει τον εαυτό του στο λ.Φάν Νόλι της Πάπυρος Larusse, Μπριτάνικα, γράφει πως χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο της Αλάσκας, χωρίς την έγκριση του πατριαρχείου. Τον ισχυρισμό περί αυτοανακήρυξης, επαναλαμβάνει και στα Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας (3/2/2003), και ο καθηγητής Σ.Κοντογιάννης. Ο Νόλι το 1921-‘22 μέσω κληρικολαϊκού συνέδριου ανακήρυξε αυτοκέφαλη την αλβανική Ορθόδοξη Εκκλησία, έγινε υπουργός Εξωτερικών και τέθηκε επικεφαλής της το 1923 ως μητροπολίτης Δυρραχίου. Μεταρρυθμιστής εμπνεόμενος από τις αρχές της αμερικανικής Δημοκρατίας, συγκρούστηκε με τις φεουδαρχικές δυνάμεις της Αλβανίας και έγινε μετά από Επανάσταση το 1924 πρωθυπουργός. Προσπάθησε να βγάλει την Αλβανία από τον Μεσαίωνα, υποκύπτοντας στον πειρασμό της παραδοσιακής αλβανικής αγριότητας. Καταδίκασε ερήμην σε θάνατο τους αντιπάλους του και διαπόμπευσε τους αντιδραστικούς αναγκάζοντάς τους να πιούν καθαρκτικό στην κεντρική πλατεία των Τιράνων μπροστά στο πλήθος. Οι προσπάθειές του όμως για προοδευτική αγροτική μεταρρύθμιση ενάντια στους τσιφλικάδες απέτυχαν. Ανατράπηκε πραξικοπηματικά από τον φύλαρχο Ζώγου και διέφυγε στο εξωτερικό (διαδοχικά σε Ιταλία, Αυστρία, Γερμανία, ΕΣΣΔ, ΗΠΑ) καταδικασμένος σε θάνατο. Απόφοιτος του Χάρβαρντ, σπουδάζοντας και γράφοντας διδακτορικές διατριβές έχοντας περάσει τα 50, αεί διδασκόμενος, συγγραφέας, ποιητής, ιστορικός, μουσικολόγος, συνθέτης, εξαιρετικός μεταφραστής κλασσικών έργων (Σαίξπηρ, Ομάρ Καγιάμ κλπ), πέθανε 88 χρονος απομονωμένος στη Φλώριδα το 1965. Προσωπικότητα με παγκόσμια αναγνώριση (το έργο του απέσπασε το θαυμασμό των Μπέρναρντ Σω, Τόμας Μαν, Σιμπέλιους, κ.ά.), κάτοχος δέκα γλωσσών, ο «κόκκινος επίσκοπος» που εργάστηκε στις ΗΠΑ υπέρ της αναγνώρισης του αλβανικού κομμουνιστικού καθεστώτος το οποίο στηρίχτηκε σε πρώην οπαδούς του και με το οποίο διατηρούσε καλές σχέσεις, διαγράφεται μικρόψυχα στα ψιλά της ελληνικής βιβλιογραφίας με μια μονοκονδυλιά ως εθνικιστής, «παρ’ότι ελληνικής καταγωγής φανατικός μισέλληνας», «δαιμόνιος ηγέτης των Αλβανιστών» (Ιστορικά Ελευθεροτυπίας) ή και Έλληνας εξωμότης, ή και «μέχρις ενός σημείου γραφικός» (Περιοδικό «Τότε», 2/8/2004). Tελευταίο χτύπημα η παρουσίαση του στο σήριαλ της «ΝΕΤ», «Ο τελευταίος άρχοντας των Βαλκανίων», να «παίζει φλογέρα» για να χορέψει ο κεντρικός ήρωας φίλος του Αχμέτ Ζώγου (Ελευθεροτυπία, Ιός, 24/7/2005). Κόκκινο πανί για την ελληνική μειονότητα (η οποία στράφηκε προς τον στηριζόμενο από τους μουσουλμάνους τσιφλικάδες και τους αρχηγούς των πατριών Ζώγου) κι όμως φιλέλληνας, γεγονός που εκφράζεται και στην ποίησή του («Τρέχα Μαραθωνομάχε» κ.ά).
Το πατριαρχείο, καθαίρεσε τους συμπρωταγωνιστές της ανεξαρτησίας τον μητροπολίτη Βελεγράδων Βησσαρίωνα Τζοβάνι και τον ιερέα Ατ Βασίλι Μάρκο που τους αποκατέστησε αργότερα. Την εξουσία του αυτή πάνω στο Ιλλυρικό την αντλούσε από τον εικονομάχο Ίσαυρο αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ ο οποίος απέσπασε την περιοχή που περίπου καταλαμβάνει η σημερινή Αλβανία από τον ορθόδοξο πάπα της Ρώμης Γρηγόριο Γ΄ και την υπήγαγε στον εικονομάχο πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Είναι ενδιαφέρον να δούμε με ποια επιχειρήματα το πατριαρχείο αρνιόταν στην Κοινωνία των Εθνών, μέσω του έξαρχου Γερμανού την αυτοκεφαλία της αλβανικής Εκκλησίας. Αυτοκεφαλία παραχωρεί το πατριαρχείο μόνο όταν η Ορθοδοξία «είναι η επίσημη θρησκεία του κράτους και ακολουθείται από την πλειοψηφία του πληθυσμού» (Διβάνη Λένα: «Ελλάδα και Μειονότητες», Νεφέλη-1995). Μάλιστα στο σχετικό υπόμνημα του ΥΠΕΞ τον Οκτώβριο του 1923 σημειώνεται και το επιχείρημα που θα έκανε αυτούς που βλέπουν παντού Έλληνες κρυπτοχριστιανούς και κρυπτοέλληνες να ανατριχιάσουν: «…η ορθοδοξία και ολιγάριθμος είναι καθεαυτή…». Βέβαια με τα κριτήρια αυτά τα τέσσερα πατριαρχεία που οι πιστοί τους είναι σήμερα μια ελάχιστη μειοψηφία στην Τουρκία, Αίγυπτο, Συρία και Ισραήλ θα έπρεπε να μην είναι αυτοκέφαλα. Το 1937 μη μπορώντας να κάνει κι αλλιώς η Πόλη αναγνώρισε την αυτοκεφαλία διορίζοντας σε αντάλλαγμα και Ρωμιούς επισκόπους όπως τον βλαχόφωνο Μακεδονομάχο και στην συνέχεια Βορειοηπειρωτομάχο Ευλόγιο Κουρίλα. Η ανάδειξη του Κουρίλα σε καθηγητή της Φιλοσοφικής Αθηνών, προκάλεσε σάλο για την παρατυπία της και έγινε για να προσδώσει κύρος στον αμφιλεγόμενο κληρικό ("Ελευθεροτυπία", 13/6/2001, Κ.Ε.Μπέης).
Η αλβανική Εκκλησία, ακολουθώντας τα πρώτα βήματα του καθεστώτος, αντικατέστησε το 1949 τον αρχιεπίσκοπο Χριστόφορο με τον έγγαμο Παϊσιο, πατέρα κομμουνιστή υπουργού και στράφηκε προς το ρωσικό πατριαρχείο. Η κλασσική μέθοδος της συμπόρευσης με τον Καίσαρα αποδείχτηκε μάταιη στην περίπτωση του Εμβέρ Χότζα, που το 1967 διέλυσε όλες τις θρησκευτικές κοινότητες, καταδιώκοντας με ιδιαίτερο μένος τους πράκτορες του Βατικανού Καθολικούς. Επίσκοποι και ιερείς φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν, ναοί και μονές έγιναν στάβλοι, αποθήκες κλπ και ο αρχιεπίσκοπος Δαμιανός, παλιός παρτιζάνος αξιωματικός του Πυροβολικού φέρεται πως πέθανε σε περιορισμό, όπως ανακοίνωσε επίσημα ο Αλβανός επίσκοπος Στέφανος της Βοστώνης. Μετά την πτώση του κομμουνισμού, το πατριαρχείο έστειλε το 1991 τον Έλληνα έξαρχο και κατόπιν αρχιεπίσκοπο, Αναστάσιο (Γιαννουλάτο). Λίγο αργότερα, ο πατριάρχης διόρισε τρεις Έλληνες δεσποτάδες, συναντώντας την άρνηση των αλβανικών κυβερνήσεων που δεν δέχτηκαν ότι κανείς Αλβανός ιερέας (υπήρχαν στις ΗΠΑ αξιόλογοι ενταγμένοι από το 1967 που διαλύθηκε η αλβανική Εκκλησία, κυρίως στην ρωσική αλλά και στην ελληνική αρχιεπισκοπή) δεν ήταν άξιος να γίνει επίσκοπος. Ίσως κανείς τους δεν έφτανε το ύψος του καλύτερου Έλληνα παπά της Δρόβιανης (1929) που όπως ομολογεί ο Μελάς του «έκανε ανελπίστως καλήν εντύπωσιν εν συγκρίσει με τους άλλους της περιοχής», επειδή όπως του εξήγησε κυνικά «με το ειρωνικόν του μειδίαμα» ο Ιωαννίνων και αργότερα Αθηνών Σπυρίδων «υπήρξε κάποτε παραμάγειρας εις την Μ.Βρεττανίαν και έμαθεν ολίγους τρόπους από την κυρίαν Λάμψα» (Περιοδικό «Τότε», Αύγουστος 2004). Η σύγκριση με την πολύ μικρότερη “Καθολική Εκκλησία στην Αλβανία”, που αρχικά είχε Ινδό νούντσιο και από το 1992-‘93 Μιρδίτη (αλβανοί χριστιανοί της Β.Αλβανίας) προκαθήμενο και 4 Αλβανούς ή αλβανογενείς επισκόπους ακόμη και για την μικρή ουνιτική επισκοπή του Νότου (Δημιουργήθηκε το 1660 όταν ο ορθόδοξος επίσκοπος προσχώρησε στην Ουνία. Διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα πάνω από 3.000 πιστοί), έδειχνε με τον πιο κραυγαλέο τρόπο την διαφορά νοοτροπίας. Το πατριαρχείο ανέκρουσε πρύμναν και μετά από την αρχική δυστοκία ανακάλυψε επιτέλους το 1998 και Αλβανούς που ήταν κατάλληλοι για επίσκοποι. Ο Αναστάσιος που πολιτεύτηκε συνετά, δεν μπόρεσε αρχικά να ελέγξει τον εθνικιστικό ζήλο των Ελλήνων κληρικών που επέδραμαν στον παρθένο αλβανικό χώρο. Έτσι ο αρχιμανδρίτης κ.Χ.Μαϊδώνης απελάθηκε από την κυβέρνηση Μπερίσα με την κατηγορία της ελληνικής προπαγάνδας και ο Αλβανός Νομπελίστας Ισμαήλ Κανταρέ κατηγόρησε ελληνικούς θρησκευτικούς κύκλους πως «επιχειρούν να αρνηθούν στους Αλβανούς ορθοδόξους την αλβανική εθνικότητα» (17-11-2003, Ελευθεροτυπία). Σήμερα ο σοβαρός Έλληνας αρχιεπίσκοπος, αντιμετωπίζεται από τις αλβανικές κυβερνήσεις με κατανόηση δεκαπλάσια από αυτήν που θα έδειχναν οι ελληνικές κυβέρνήσεις αν ένας Τούρκος μουφτής της Θράκης διοριζόταν θρησκευτικός ηγέτης των μουσουλμάνων της χώρας μας από κάποια τουρκική θρησκευτικά αρχή. Τα Χριστούγεννα του 2005, για παράδειγμα, δέχτηκε τις επισκέψεις και τις ευχές του πρωθυπουργού, του προέδρου της Βουλής, του προέδρου του Σοσιαλιστικού κόμματος, βουλευτών και αρχηγών άλλων δογμάτων. Στο μυαλό των περισσότερων στην Ελλάδα, η Ορθοδοξία στην Αλβανία ταυτίζεται τόσο με τον εκεί ελληνισμό ώστε με αφορμή επιθέσεις αλβανικών εθνικιστικών κύκλων κατά του Αναστάσιου να γράφεται στον ελληνικό Τυπο πως οι Αλβανοί δεν επιθυμούν ορθόδοξη Εκκλησία στην Αλβανία (Ελευθεροτυπία 2/6/2006). Όμως η αλβανόφωνη Ορθόδοξη Εκκλησία και ο Φαν Νόλι συνέβαλαν στην αφύπνιση της αλβανικής συνείδησης, και προφανώς η δημοσιογράφος που το έγραψε αυτό θα έπρεπε να πει πως οι κύκλοι αυτοί δεν επιθυμούν την παρουσία του Έλληνα αρχιεπισκόπου, όπως όχι μόνο οι εθνικιστές αλλά η ολότητα σχεδόν των Ελλήνων θα αντιδρούσε στην ιδέα να είναι Αλβανός ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Στο ίδιο δημοσίευμα ο κ.Αναστάσιος εκφράζει το παράπονο πως 14 χρόνια τώρα τα Τίρανα δεν του δίνουν υπηκοότητα.
Ο κ.Αναστάσιος είναι κατ’αρχήν Έλληνας πολίτης διακεκριμένος και με φωνή. Τρεις μέρες πριν δημοσιεύσει η εφημερίδα τον καϋμό του, ο Αλβανός Γκαζμέντ Καπλάνι δημοσίευσε στην «Athens Voice» το δράμα της 18χρονης Κατερίνας, γεννημένης στην Ελλάδα, κόρης ενός μετανάστη από την Γκάνα (ήλθε εδώ 7 χρονών) και μιας μετανάστριας από την Κένυα. Ο πατέρας της χώρισε από την μητέρα της και ζει τώρα στη Σουηδία. Η Αλεξάνδρα, φορτωμένη με όλα τα προβλήματα της κοινωνικής της θέσης και της ηλικίας της δεν δικαιούται στο ξεκίνημά της ούτε ταυτότητα ούτε διαβατήριο. Δεν μπορεί να ταξιδέψει να δει τον πατέρα της, δεν μπορεί να παντρευτεί τον φίλο της τον Αργύρη, δεν μπορεί να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο. Η Κένυα δεν διαθέτει στην Ελλάδα πρεσβεία, πράγμα που της στερεί την δυνατότητα να αποκτήσει έστω την ταυτότητα της Κενυάτισσας. Ο κ.Αναστάσιος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, δεν έχει κανένα οικονομικό πρόβλημα και απολαμβάνει υπερβολικές τιμές, προβολή και προνόμια στην Ελλάδα και στην Αλβανία. Η διαμαρτυρία για την πολυτελή προσωπική του περίπτωσή συνοδεύεται από την απόλυτη σιωπή του για όσα συμβαίνουν στις εκατοντάδες μικρές Κατερίνες της Ελλάδας, τα οποία δεν δικαιούται ως κληρικός και προβεβλημένος πολίτης της να αγνοεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου