Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Το κυπριακό ζήτημα



Η επέτειος της εισβολής στην Κύπρο της Τουρκίας το 1974, έδωσε την ευκαιρία στον ελληνικό τύπο για πολυσέλιδα αφιερώματα. Για άλλη μια φορά, όπως κάθε χρόνο άλλωστε, ο «ελληνισμός της Κύπρου» παρουσιάσθηκε σαν θύμα μιας «άδικης επίθεσης» που την καθοδήγησαν σκοτεινά κέντρα των μεγάλων δυνάμεων (κατά κύριο λόγο των ΗΠΑ). Ως αρχιερέας της συνομωσίας εμφανίζεται, ξανά στο ίδιο έργο, ο Κίσινγκερ (τότε υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ).
Ωστόσο η αλήθεια για την Κύπρο είναι πολύ διαφορετική. Τη γνωρίζουν σχεδόν οι πάντες, αλλά για λόγους «εθνικούς» τη ψιθυρίζουν ή τις αφιερώνουν πολύ λίγες αράδες στα αφιερώματα.
Σίγουρα υπήρξαν συνωμοσίες και σχέδια των ιμπεριαλιστών. Εντούτοις, την πορεία των γεγονότων στο κυπριακό την καθόρισαν κατά κύριο λόγο οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις αστικές τάξεις της Ελλάδας και της Τουρκίας, που η καθεμιά προσπαθούσε να επιβάλει τα δικά της συμφέροντα σε βάρος της άλλης.
Δεν είναι αλήθεια ότι η Τουρκία ήταν μόνιμα επιτιθέμενη και η Ελλάδα μόνιμα αμυνόμενη. Στο κυπριακό αυτό είναι ολοφάνερα ψέμα. Μέχρι και το 1974 η ελληνική πλευρά ήταν η επιτιθέμενη (και μάλιστα με παράλογες και άδικες διεκδικήσεις) και η τουρκική αμυνόμενη.
Το κυπριακό ζήτημα έγινε γόρδιος δεσμός για το επιπρόσθετο γεγονός ότι τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων αστών δεν συμβάδιζαν (στην πραγματικότητα απέκλιναν) με τα συμφέροντα της «μητέρας πατρίδας», των Ελλήνων αστών. Άλλη μια αλήθεια που γίνεται συστηματική προσπάθεια απόκρυψής της.

Εθνοτική σύγκρουση


Για ορισμένους η ρίζα του Κυπριακού προβλήματος είναι η «προαιώνια» εθνοτική σύγκρουση ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους. Ωστόσο η ιστορική έρευνα δεν επιβεβαιώνει αυτή την άποψη.
Επί αιώνες συνυπήρχαν αρμονικά, χωρίς ιδιαίτερες συγκρούσεις, οι δυο εθνότητες. Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα Ελληνοκύπριοι και
Τουρκοκύπριοι διαβίωναν ειρηνικά δίπλα-δίπλα σε μικτά χωριά και πόλεις. Τα μικτά χωριά το 1891 ήταν 346, ακόμα και το 1931 ήσαν 252 αλλά έκτοτε μειωνόντουσαν με αυξανόμενο ρυθμό. Το 1960 ήσαν 114 και μόνο 48 το 1970.[1]
Η «εθνοτική σύγκρουση» προέκυψε στην Κύπρο από την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Ήταν ακριβώς η προσπάθεια των Ελληνοκυπρίων καπιταλιστών να ελέγξουν πλήρως την οικονομία της Κύπρου, αποκλείοντας τους Τουρκοκύπριους, που γέννησε την «εθνοτική σύγκρουση».


Πρώτη περίοδος: 1948-1959

Από το 1948 έως το 1959, το κύριο αίτημα των Ελληνοκυπρίων αστών ήταν η ένωση με την Ελλάδα. Η επιδίωξη αυτή έγινε προσπάθεια να επιβληθεί με την αιματηρή τρομοκράτηση των Τουρκοκυπρίων, που αποτελούσαν το 18% του πληθυσμού. Το αίτημα της ένωσης Κύπρου – Ελλάδας δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτό από τους Τουρκοκύπριους. Το βεβαρημένο παρελθόν Ελλάδας – Τουρκίας σε ανταλλαγές πληθυσμών, δεν άφηνε καμιά αμφιβολία στους Τουρκοκύπριους τι θα συνέβαινε σε περίπτωση ένωσης Ελλάδας – Κύπρου: απλά και καθαρά θα τους μετέτρεπαν σε πρόσφυγες.
Εδώ θα χρειαστεί μια μικρή παρέκβαση για να γίνει αναφορά στη διεθνή εμπειρία: Όταν μια εθνική μειονότητα είναι κάτω από 5% του πληθυσμού μιας χώρας, τότε για να μην υπάρχει «εθνοτική ένταση», πρέπει να γίνουν σεβαστά τα μειονοτικά δικαιώματα: μειονοτικά σχολεία, σεβασμός της γλώσσας, της θρησκείας κ.λπ. Όταν όμως η μειονότητα είναι μεγάλη, όπως στην περίπτωση της Κύπρου, χρειάζονται πολύ περισσότερα: κάποια μορφή τοπικής αυτοδιοίκησης και αυτονομίας σε μειονοτικές περιοχές και επιπλέον μεγαλύτερη του αναλογικού εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο και τον κρατικό μηχανισμό. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ελβετίας που τα παραπάνω ισχύουν και συνυπάρχουν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα διαφορετικές εθνότητες, σε αντιπαράθεση με το τι γίνεται στα Βαλκάνια και τις μειονότητες (ή τους Κούρδους στην Τουρκία) όπου υπάρχουν εντάσεις γιατί δεν αναγνωρίζονται μειονοτικά δικαιώματα.
Στην Κύπρο οι Ελληνοκύπριοι αστοί, παρά τη διεθνή εμπειρία, δεν ήσαν διατεθειμένοι να σεβαστούν κανένα μειονοτικό δικαίωμα των Τουρκοκυπρίων. Πράγματι, η περίοδος μέχρι το 1959 σημαδεύτηκε από τη δολοφονική δράση της ΕΟΚΑ. Η ελληνική κυβέρνηση (κυβέρνηση Παπάγου), σε συνεννόηση με τον Μακάριο, το 1955 έστειλε στην Κύπρο τον Γρίβα να ηγηθεί του «εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα» ( η Κύπρος ήταν τότε βρετανική αποικία). Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο «απελευθερωτικός» ήταν ο «Κυπριακός αγώνας».
Η ταυτότητα του Γρίβα: Δοσίλογος, αντικομουνιστής, φονιάς. Ο Γρίβας στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής ήταν αρχηγός της διαβόητης οργάνωσης Χ συνεργαζόταν με τους Ναζί από τους οποίους έπαιρνε όπλα για να πολεμάει τον ΕΛΑΣ. Φυσιολογικά, από συνεργάτης των Ναζί μετατράπηκε σε συνεργάτη των Βρετανών, ενώ στη διάρκεια του εμφυλίου η εγκληματική δράση της «Χ» έμεινε παροιμιώδης:
«απέβη κυριολεκτικώς μάστιγξ [της Πελοποννήσου] δια των λεηλασιών, βιαιοπραγιών, του φόνου αναιτίως γερόντων και γυναικών και τον εύκολο πλουτισμό των αρχηγών της»[2] .
Στα 1948, με την συνεργασία βρετανών – εκκλησίας εκπρόσωποι του Γρίβα ίδρυσαν στην Κύπρο την «Χ2», η οποία δολοφονούσε αριστερούς, ενώ χρησίμευσε και σαν απεργοσπαστικός τρομοκρατικός μηχανισμός. Ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, παραδέχεται ότι ο κύριος στόχος του στην Κύπρο ήταν «η περικύκλωση, ο εκφοβισμός και η εκτέλεση των κομμουνιστών»[3]. Οι αριθμοί είναι εύγλωττοι. Από τους 335 νεκρούς από τις δολοφονικές ενέργειες της ΕΟΚΑ, οι 230 ήσαν αριστεροί Ελληνοκύπριοι (ΑΚΕΛ) και οι 105 Βρετανοί, δηλαδή η μεγάλη πλειοψηφία ήσαν Ελληνοκύπριοι!
Η ποιότητα του έτερου ηγέτη του «Κυπριακού αγώνα», του Μακάριου, δεν ήταν καλύτερη. Ο Ν. Κρανιδιώτης αποκαλύπτει ότι ως «νεαρός φοιτητής στην Αθήνα προσχώρησε σε ακροδεξιές οργανώσεις»[4] ενώ στην διάρκεια της κατοχής συνδέθηκε με την οργάνωση «Χ» του Γ. Γρίβα. Ο Μακάριος εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Κύπρου το 1950.
Αυτά τα δυο αιματοβαμμένα πρωτοπαλίκαρα της ακροδεξιάς, Μακάριος και Γρίβας, μετατράπηκαν από συνεργάτες των Βρετανών σε «ήρωες» του «αντιαποικιακού αγώνα» στη δεκαετία του 1950! Στην πραγματικότητα και οι δυο ήσαν πάντοτε έτοιμοι να τα «βρουν» με τους Βρετανούς. Αναγνώριζαν τα συμφέροντα της Βρετανίας στην περιοχή, δεν είχαν αντίρρηση να παραμείνουν οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο και, αργότερα, να είναι η Βρετανία εγγυήτρια δύναμη της ανεξάρτητης Κύπρου. Ο κύριος στόχος Μακάριου-Γρίβα ήταν η πλήρης κυριαρχία των Ελληνοκύπριων καπιταλιστών στο νησί, με διαδικασίες εθνοκάθαρσης των Τουρκοκυπρίων.
Έχοντας αυτόν το στόχο, τα δυο ακροδεξιά πρωτοπαλίκαρα σχεδίασαν τις «εθνοτικές» συγκρούσεις του 1958 που είχαν σαν αποτέλεσμα ένα όργιο λεηλασιών, με νεκρούς, τραυματίες και τεράστιες υλικές ζημίες. Από τις συγκρούσεις έχασαν την ζωή τους 107 άτομα Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Εν μέσω αυτού του ολέθρου, η ΕΟΚΑ συνέχιζε να δολοφονεί όσους Ελληνοκύπριους τολμούσαν να παλεύουν για την ενότητα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Η δεύτερη περίοδος: 1959-1974

Η αντίσταση των Τουρκοκυπρίων, σε συνδυασμό με απειλούμενη σύρραξη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οδήγησε στο συμβιβασμό των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου στα 1959. Η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος στο οποίο θα υπήρχε εκπροσώπηση στη Βουλή και τον κρατικό μηχανισμό των Τουρκοκυπρίων (30% στο Δημόσιο και την Αστυνομία), και Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος με δικαίωμα βέτο. Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία, ανακηρύχτηκαν σε εγγυήτριες δυνάμεις της ανεξαρτησίας του νησιού.
Ασφαλώς το πλέον κρίσιμο χαρακτηριστικό της περιόδου, είναι η διάσταση συμφερόντων ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Έλληνες αστούς. Ο Μακάριος, κάνοντας στροφή 180 μοιρών, ουσιαστικά εγκατέλειψε τη θέση για ένωση με την Ελλάδα και θεώρησε την ανεξαρτησία της Κύπρου ως τελικό στόχο:
«Αν και η ένωση είναι ένας στόχος ευκταίος, δεν είναι πια εφικτός. Οι Κύπριοι πρέπει να το καταλάβουν αυτό και να συνεχίσουν να αγωνίζονται για την πραγματοποιήσιμη λύση που είναι η ανεξαρτησία της Κύπρου»[5].
Μια ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα θα υπέτασσε οικονομικά τους Κύπριους καπιταλιστές στους Έλληνες συναδέλφους τους. Εκείνη την περίοδο ήταν στην κορύφωσή του ο ανταγωνισμός των «δύο υπερδυνάμεων», Ρωσίας-ΗΠΑ. Οι Ελληνοκύπριοι αστοί πίστευαν, και δικαίως όπως αποδείχθηκε, ότι μένοντας η Κύπρος ανεξάρτητη και ισορροπώντας ανάμεσα στους δυο θα κέρδιζαν οικονομικά, ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, όπου οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε διαρκή αντιπαράθεση με τους Άραβες λόγω της υποστήριξής τους στο Ισραήλ (ενώ η Ελλάδα ήταν δεσμευμένη στο ΝΑΤΟ).
Αυτή η επιλογή (ανεξαρτησία) αποδείχθηκε η κότα με τα χρυσά αυγά για τους Ελληνοκύπριους καπιταλιστές. Το ΑΕΠ της Κύπρου εμφάνιζε μέσο ετήσιο ρυθμό 7,6% την πενταετία 1962-1966, και 11% την πενταετία 1967-1972. Μεταξύ των ετών 1968 και 1973 εντυπωσιάζει ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της βιομηχανίας που είναι 16,6%.[6] Το 1971 οι Ελληνοκύπριοι εφοπλιστές συγκέντρωναν τον τέταρτο εμπορικό στόλο της Μεσογείου.
Αντίθετα, η στρατηγική των ελληνικών κυβερνήσεων την δεκαετία του 1960 ακολουθούσε διαφορετικό δρόμο. Αφού απέτυχε η αρχική προσπάθεια για ένωση, η Αθήνα «συμβιβάζονταν» σε έναν διακανονισμό με την Άγκυρα (με ή χωρίς την διαμεσολάβηση των δυτικών ιμπεριαλιστών). Η Ελλάδα θα έπαιρνε το μεγαλύτερο κομμάτι της Κύπρου και η Τουρκία ένα μικρότερο – με άλλα λόγια η Ελλάδα δεν απέρριπτε την ιδέα της διχοτόμησης. Στα 1956-57 η ελληνική πλευρά (η ιδέα αποδίδεται στον Αβέρωφ) διαπραγματευόταν με την Τουρκία την προσάρτηση τουλάχιστον του 80% του κυπριακού εδάφους «ενώ παράλληλα με τη μετακίνηση των πληθυσμών θα εξαλειφόταν ο παράγοντας που δημιουργούσε την όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων»[7].
Έχοντας λοιπόν δυο διαφορετικά σχέδια, οι σχέσεις Αθήνας – Λευκωσίας ήσαν τεταμένες, με την Αθήνα διαρκώς να επεξεργάζεται σχέδια ελέγχου, ακόμα και ανατροπής, του Μακάριου. Στα 1964 ο Γ. Παπανδρέου (πρωθυπουργός τότε) δήλωνε ότι ο Μακάριος «κάνει του κεφαλιού του» και δεν αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία του «εθνικού κέντρου», δηλαδή της ελληνικής κυβέρνησης. Αποστέλλεται, μυστικά, στην Κύπρο μια πλήρως εξοπλισμένη ελληνική μεραρχία (ο Γρίβας ανακηρύχθηκε σε αρχιστράτηγο όλων των ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο από την ελληνική κυβέρνηση), με σκοπό, μεταξύ άλλων, να μην μπορεί η Λευκωσία να προβάλει αντίσταση στις επιλογές της Αθήνας για «λύση του Κυπριακού» με κάποια μορφή ένωση με την Ελλάδα και εδαφικά ανταλλάγματα στην Τουρκία. Τον Αύγουστο του 1964, ο Παπανδρέου προτείνει την πραξικοπηματική ένωση Ελλάδας – Κύπρου με τη βίαιη ανατροπή του Μακαρίου και σε αντάλλαγμα να πάρει η Τουρκία βάση στην Καρπασία έκτασης διακοσίων τετραγωνικών μιλίων υπό καθεστώς εκμίσθωσης για πενήντα χρόνια.[8]

Το καθεστώς του Μακάριου
και η καταπίεση των Τουρκοκυπρίων


Παρά τη διαμάχη της Λευκωσίας με την Αθήνα, σε ένα στόχο ο Μακάριος και η Δεξιά της Κύπρου έμειναν αμετακίνητοι:
Τον πλήρη έλεγχο του νησιού από τους Ελληνοκύπριους καπιταλιστές και την εθνοκάθαρση των Τουρκοκυπρίων.
Αμέσως μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας επεδίωκαν την ανατροπή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, με τη χρήση βίας και μεθόδων εθνοκάθαρσης.
Στην κυβέρνηση Μακάριου κυριαρχούσαν οι «σκληροί» της ΕΟΚΑ στα υπουργεία. Ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης (υπουργός Εσωτερικών), έστησε μια καλά εξοπλισμένη ομάδα κρούσης, σε συνεννόηση με τον Μακάριο, για να χρησιμοποιηθεί ενάντια στους Τουρκοκύπριους. Η κυβέρνηση του Μακάριου εκπόνησε το περίφημο Σχέδιο Ακρίτα[9], που προέβλεπε τη χρήση βίας για να ¨πεισθούν¨ οι Τουρκοκύπριοι να δεχθούν την κατάργηση των δικαιωμάτων που τους παρείχε το Σύνταγμα. Στις 30 Νοέμβρη 1963 ανακοινώθηκαν από τον Μακάριο οι «13 τροπολογίες» του Συντάγματος που αφαιρούσαν όλα τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.
Τον Δεκέμβρη του 1963 οι Ελληνοκύπριοι πέρασαν σε στρατιωτική δράση, που είχε σαν αποτέλεσμα μέσα σ’ έναν μόνο μήνα χίλιους νεκρούς τουρκοκύπριους, στην πλειοψηφία τους άμαχο πληθυσμό. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στην ουσιαστική διάσπαση της Κύπρου, στην εμπλοκή βρετανικών δυνάμεων, και στην έλευση ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ (από τότε χρονολογείται η πράσινη γραμμή στη Λευκωσία). Το καλοκαίρι του 1964 οι τουρκοκύπριοι είχαν ηττηθεί. Σε μια στενή λουρίδα γης, από την Λευκωσία ως την Κυρήνεια, περιορίστηκαν 60.000 τουρκοκύπριοι. Οι υπόλοιποι κλείστηκαν σε θύλακες. Οι Ελληνοκύπριοι έστησαν στην Κύπρο το δικό τους απαρτχάιντ. Οι Τουρκοκύπριοι, το 18% του πληθυσμού, περιορίστηκαν στο 4% της γης. Το 1967 η ελληνοκυπριακή βία φτάνει στο απόγειο της, με σφαγές τουρκοκύπριων γυναικόπαιδων σε δυο ολόκληρα χωριά, την Κοφίνου και των Αγίων Θεοδώρων[10].
Οι Ελληνοκύπριοι καπιταλιστές μέχρι το 1974 δεν δεχόντουσαν οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση με τους Τουρκοκύπριους πιστεύοντας ότι η Τουρκία δεν θα επενέβαινε στρατιωτικά (εκτιμούσαν ότι ΗΠΑ-ΕΣΣΔ θα απέτρεπαν μια τουρκική επέμβαση). Επιπλέον ήλπιζαν ότι οι αποκλεισμένοι Τουρκοκύπριοι θα εγκατέλειπαν μόνοι τους τελικά την Κύπρο. Ο Γλαύκος Κληρίδης (πρώην πρόεδρος της νότιας Κύπρου) περιέγραφε αυτή τη στρατηγική:
«Εμείς οι Έλληνες Κύπριοι ελέγχουμε σήμερα πλήρως την κυβέρνηση. Η κυβέρνησή μας είναι η μόνη που αναγνωρίζεται διεθνώς. Οι Τούρκοι σήμερα ελέγχουν μόνο το 3% του εδάφους – όσοι έκταση κατέχουν οι θύλακοί τους. Τελικά θα αναγκαστούν να δεχτούν τις απόψεις μας – ή να φύγουν»[11].

Οι «Παλαιστίνιοι» της Κύπρου

Οι τουρκοκύπριοι ήσαν οι ¨Παλαιστίνιοι της Κύπρου¨, η οικονομική τους καταπίεση και εκμετάλλευση από την πλευρά των ελληνοκύπριων αστών ήταν καθεστώς πριν το 1974. Με στοιχεία του 1964, η κατανομή της βιομηχανικής παραγωγής και των ορυχείων ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους ήταν 93,9% Ελληνοκύπριοι, και μόλις 6,1% Τουρκοκύπριοι. Στις εξαγωγές τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 99,5% και 0,5%! Στις εισαγωγές 96.1% και 3,9%.[12]
Το ότι τα νούμερα αυτά ήσαν αποτέλεσμα συστηματικών διακρίσεων σε βάρος των Τουρκοκυπρίων, το αποδεικνύει η περίπτωση των Αρμενίων. Με ποσοστό στον πληθυσμό μόλις 0,6% το 1960, είχαν αντίστοιχα το 5,3% των εισαγωγών και 6,4% των εξαγωγών.[13] Αυτό δεν είναι παράξενο αν σκεφτούμε ότι οι Αρμένιοι όχι μόνο δεν είχαν ανταγωνιστικές σχέσεις με την κυρίαρχη ελληνοκυπριακή εθνότητα (ούτε είχαν ανταγωνιστική μητρόπολη), αλλά και ήσαν και σύμμαχοι τους ενάντια στους Τούρκους.
Η αναλογία εξάλλου Ελληνοκυπρίων- Τουρκοκυπρίων στους απασχολούμενους στη βιομηχανία το 1962 ήταν 90,8% προς 9,2%. Οι ελληνοκύπριοι αστοί με άλλα λόγια δεν εργοδοτούσαν τουρκοκύπριους υπαλλήλους, έκαναν διακρίσεις ακόμα και στους εργάτες.Οι Τουρκοκύπριοι δεν έχαναν μόνο την ελπίδα κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης, αλλά αντιμετώπιζαν και περισσότερες πιθανότητες ανεργίας και χειρότερες δουλειές. Οι συνέπειες αυτής της οικονομικής ανισότητας ήσαν πράγματι τεράστιες. Το 1963 η αναλογία τηλεφώνων ανάμεσα σε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους ήταν 90,4% με 9,6%.

Μακάριος και Αμερικανοί

Ένας από τους πλέον αστήριχτους μύθους για το Κυπριακό είναι ότι δήθεν ο Μακάριος ήταν αντιιμπεριαλιστής και ήρθε σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ, οι οποίες και τελικά επεξεργάστηκαν τα σχέδια ανατροπής του, ενώ έδωσαν το πράσινο φως για την Τουρκική εισβολή
Στην πραγματικότητα ο έλεγχος όλου του νησιού από το Ελληνοκυπριακό κεφάλαιο καθόριζε την Μακαριακή εξωτερική πολιτική. Οι ΗΠΑ επείγονταν τη δεκαετία του 1960 να «κλείσουν» το Κυπριακό, επειδή φοβόντουσαν ότι ένας πόλεμος Ελλάδας – Τουρκίας θα οδηγούσε σε κατάρρευση τη νοτιανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Αυτό τους οδηγούσε να επιδιώκουν ένα διακανονισμό ανάμεσα σε Αθήνα – Άγκυρα, πράγμα που φόβιζε τον Μακάριο (και δικαίως όπως είδαμε) ότι υπήρχε πιθανότητα κάποιου είδους διχοτόμησης του νησιού ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Για να εξισορροπήσει λοιπόν τις αμερικανικές πιέσεις και πρωτοβουλίες, ο Μακάριος χρησιμοποιούσε τις σχέσεις με τους Αδέσμευτους (τις χώρες δηλαδή που δεν ανήκαν ούτε στο δυτικό ούτε στο τότε ανατολικό μπλοκ) και την ΕΣΣΔ.
Αλλά αυτό ήταν απλά ένα «διαπραγματευτικό χαρτί»: Παρ’ όλες τις εντάσεις στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ο Μακάριος πάντα φρόντιζε να εμφανίζεται σαν «ρεαλιστής», σαν αυτός που αν τελικά τα «έβρισκαν» μαζί του οι Αμερικανοί θα εξασφάλιζε καλύτερα από οποιονδήποτε τα στρατηγικά τους συμφέροντα στην περιοχή. Για να βελτιώσει τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ ο Μακάριος συναίνεσε στη χρήση από αμερικανούς του βρετανικού αερολιμένα στο Ακρωτήρι για τις επιχειρήσεις των U-2 σε κατασκοπευτικές πτήσεις. Συμφώνησε επίσης να εγκαταστήσει η CIA σύστημα ασύρματης παρακολούθησης για τη συλλογή πληροφοριών για τις κινήσεις των Σοβιετικών.[14]
«Η Κύπρος ήταν διάσπαρτη από αμερικανικούς κατασκοπευτικούς σταθμούς [...] Το ίδιο ίσχυε και για τις στρατιωτικές βάσεις των Βρετανών, όπως και για τις άλλες διευκολύνσεις που απλόχερα παραχωρούσε η Κυπριακή Δημοκρατία όποτε αυτοί το ζητούσαν»[15].
Αυτή η πολιτική δεν ήταν μια «προοδευτική» πολιτική μιας «μικρής χώρας» που «επεδίωκε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της», όπως την στόλιζε η μακαριακή προπαγάνδα. Αντίθετα ήτανμια αντιδραστική, σοβινιστική και ρατσιστική πολιτική, η οποία αποδείχθηκε καταστροφική τελικά.
Προαπαιτούμενο της ήταν η πλήρης στέρηση από τους Τουρκοκύπριους όλων των δικαιωμάτων τους, η μετατροπή τους, στην καλύτερη περίπτωση, σε φτηνή εργατική μάζα χωρίς δικαιώματα, για τους Ελληνοκύπριους καπιταλιστές. Αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο με μεθόδους εθνοκάθαρσης.
Την πολιτική της εθνοκάθαρσης δεν μπορούσε παρά να την αναλάβουν ακροδεξιά καθάρματα, τα οποία έκανε υπουργούς του ο Μακάριος. Υπουργοί του ήσαν πρωτοπαλίκαρα της ΕΟΚΑ όπως ο Π. Γιωρκάτζης, που εκτός από τουρκοφάγος είχε στενές σχέσεις με την CIA. Ο Μακάριος αποκαλούσε «εθνικούς ήρωες» φονιάδες σαν τον Σαμψών, παρέχοντάς του όλα τα μέσα για να βγάζει την ρατσιστική φυλλάδα του την «Μάχη». Εσωτερικά το καθεστώς του Μακάριου, παρά την υποστήριξη που του παρείχε το ΑΚΕΛ, φακέλωνε όλους τους αριστερούς, ενώ χρησιμοποιούσε τραμπούκους για να τρομοκρατούν τους πολιτικούς του αντιπάλους[16].
Αυτή η πολιτική προϋπέθετε επιπλέον την αλληλοαναίρεση των πιέσεων Αθήνας – Άγκυρας. Για να επιτευχθεί αυτό η μακαριακή πολιτική οδηγούσε σε απότομες και βίαιες οξύνσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων (με μοχλό τις Ελληνοκυπριακές επιθέσεις σε Τουρκοκυπριακούς θυλάκους) που έφταναν τις δυο χώρες στο χείλος της αβύσσου, κοντά σ’ έναν πόλεμο. Η πολεμοκάπηλη αυτή πολιτική κυριολεκτικά έπαιζε με τη φωτιά.
Αυτή η πολιτική τελικά κατέρρευσε κάτω από το βάρος των ίδιων της των αντιφάσεων:
Οι Τουρκοκύπριοι είχαν μεν ηττηθεί αλλά δεν είχαν συντριβεί. Εξακολουθούσαν να αμύνονται ένοπλα στους θυλάκους τους. Οι Ελληνοκυπριακές στρατιωτικές δυνάμεις ήταν δεσμευμένες σε διαρκή πολιορκία των θυλάκων. Οι ελληνικές κυβερνήσεις γινόντουσαν ολοένα και πιο επιθετικές και διαρκώς επεξεργάζονταν σχέδια για την ανατροπή του Μακάριου. Οι ΗΠΑ, παρά τις διευκολύνσεις που τους παρείχε, τον θεωρούσαν «ταραχοποιό». Και η Τουρκία ανέμενε την «μεγάλη ευκαιρία». Η τουρκική εισβολή του 1974 ήταν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πολιτικής του Μακαριακού καθεστώτος.

Τα τραγικά αποτελέσματα του εθνικισμού

Το 1974, η ελληνική πλευρά ήταν η αρχικά επιτιθέμενη με το πραξικόπημα που διοργάνωσε η Αθήνα και ανέτρεψε τον Μακάριο με σκοπό την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα παρά και ενάντια στη θέληση όχι μόνο της Ελληνοκυπριακής άρχουσας τάξης αλλά και του συνόλου των Τουρκοκυπρίων. Είναι εξαιρετικά υποκριτικό οι άρχουσες τάξεις Ελλάδας και Κύπρου να αποποιούνται των ευθυνών τους και να μιλούν για «εγκληματικά λάθη της ελληνικής χούντας». Το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Μακάριο ήταν αποτέλεσμα της λογικής μιας ελληνοκρατούμενης Κύπρου, που ήταν κοινή τόσο στην χούντα όσο και στις προηγούμενες δημοκρατικές ελληνικές κυβερνήσεις. Όπως είδαμε προηγούμενα τα πρώτα σχέδια πραξικοπήματος ενάντια στον Μακάριο τα εξύφανε η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου. Η λογική αυτή είχε ως προαπαιτούμενο την εθνοκάθαρση των Τουρκοκυπρίων. Και πράγματι, επικεφαλής των πραξικοπηματιών ήταν ο σφαγέας Τουρκοκυπρίων γυναικόπαιδων, ο διαβόητος Σαμψών.
Τα αποτελέσματα της εθνικιστικής λογικής που κυριάρχησε και στις δυο πλευρές ήσαν πραγματικά τραγικά. Μετά την τουρκική εισβολή, περί τους 200.000 Ελληνοκύπριοι θα μετατραπούν σε πρόσφυγες, εγκαταλείποντας την βόρεια Κύπρο, το σύνολο των Τουρκοκυπρίων στο νότο θα μετατραπεί με την σειρά του σε πρόσφυγες φεύγοντας προς τον βορρά (υπολογίζονται σε 65.000)171. Το 1,5% του πληθυσμού τραυματίστηκε ή πέθανε, 1600 Ελληνοκύπριοι και ανάλογος αριθμός Τουρκοκύπριων είναι έκτοτε αγνοούμενοι.
Οι ελληνικές εφημερίδες προέβαλλαν με εντελώς απαράδεκτο, προπαγανδιστικό τρόπο την αποκάλυψη της τραγικής τύχης των πέντε αγνοουμένων φαντάρων που δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ από την τουρκοκυπριακή φασιστική παραστρατιωτική οργάνωση ΤΜΤ (τα λείψανά τους βρέθηκαν σε πηγάδι στο χωριό Τζιάος και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο του DNA).

Οι Ελληνοκύπριοι συγγενείς των θυμάτων ήσαν πολύ πιο αποκαλυπτικοί της αλήθειας για τις αγριότητες και των δυο πλευρών. Ο Γ. Χριστοδούλου, ένας από τους συντρόφους των πέντε (είναι και αδελφός της συζύγου του ενός, του Παναγιώτη Νικολάου), ο οποίος διασώθηκε και παρακολούθησε τη σύλληψή τους από απόσταση 100 μέτρων, καταθέτοντας τη μαρτυρία του στην τηλεόραση του ΡΙΚ, περιέγραψε το απόλυτο χάος που επικρατούσε στη διαλυμένη Εθνική Φρουρά και πρόσθεσε:
«Εκάμαμεν κι εμείς τόσα πολλά μέσα στο Τζιάος που ήταν επόμενο πως όποιον έπιαναν δεν είχε σωτηρία».
Μεταξύ 20ής Ιουλίου και 14ης Αυγούστου 1974 το χωριό Τζιάος κατελήφθη από Ελληνοκύπριους στρατιώτες και άτακτους και έξι ώρες πριν το μαρτυρικό τέλος των πέντε αιχμαλώτων, εκτελέστηκαν με τον ίδιο τρόπο τέσσερις Τουρκοκύπριοι.[17]
Η φωτογραφία των πέντε φαντάρων είχε χρησιμοποιηθεί με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο από την προπαγάνδα Αθήνας-Λευκωσίας. Σήμερα οι συγγενείς καταγγέλλουν ότι αφέθηκαν στην άγνοια και έζησαν για 35 χρόνια την ατέρμονη προσμονή του γυρισμού:
«Μας άφησαν στην άγνοια και μας χρησιμοποίησαν για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Φαίνεται ότι μας χρησιμοποίησαν. Αυτό είναι το πιο τραγικό», δήλωσε στον «Φιλελεύθερο» η Έλενα, αδελφή του Χριστόφορου Σκορδή.
Με αφορμή την αποκάλυψη της αλήθειας για την τύχη των πέντε φαντάρων, εθνικόφρονες πολιτικοί πρότειναν την προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, για παραπομπή του θέματος σε ποινικό δικαστήριο. Παρ’ όλα αυτά η ελληνική κυβέρνηση αλλά και η ελληνοκυπριακή δεν ενέδωσαν στις πιέσεις. Ο λόγος γι’ αυτό είναι πολύ αποκαλυπτικός:
«Ακόμη, αν γίνουν προσφυγές και ακολουθήσει και η άλλη πλευρά, που έχει στο χαρτοφυλάκιό της ισάξιες υποθέσεις, με θύματα όχι μόνο στρατιώτες αλλά γυναικόπαιδα, το Κυπριακό θα περιπλεχθεί ξανά σε μια ατέρμονη νομική διαδικασία, από την οποία θα επωφεληθούν οι δικηγόροι-πολιτικοί, τα ΜΜΕ που ανέλαβαν εκστρατεία να πείσουν ότι είναι μάταιη «η συμβίωση με αυτούς» και το τιμολόγιο θα το πληρώσουν -για άλλη μία φορά- οι συγγενείς των αγνοουμένων»[18].
Τα παραπάνω μας δείχνουν παραστατικά γιατί πρέπει να βρισκόμαστε διαρκώς σε ανειρήνευτη πάλη κατά του εθνικισμού σε όλες του τις εκφάνσεις και μορφές. Ευθύνεται για φοβερά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και μεταφέρει το δηλητήριο του πολλές γενεές μετά τη διάπραξη των εγκλημάτων του παρουσιάζοντας τα ιστορικά γεγονότα πάντοτε μονόπλευρα. Όρος της πάλης ενάντια στο εθνικιστικό δηλητήριο είναι να ξεσκεπάζουμε τα εγκλήματα της δικής μας άρχουσας τάξης γιατί μόνο έτσι μπορεί να τεθούν τα θεμέλια για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών και την κοινή πάλη τους ενάντια στους εκμεταλλευτές τους που βρίσκονται εντός των εθνικών συνόρων.
Η Κύπρος (συγκριτικά με το μέγεθος της) είναι η πιο στρατιωτικοποιημένη περιοχή του πλανήτη. Ο κίνδυνος για ελληνοτουρκικό πόλεμο λόγω μιας σύγκρουσης για το Κυπριακό κάθε άλλο παρά έχει αποτραπεί. Η ελληνική πλευρά πρέπει με ειλικρίνεια να αναγνωρίσει την πραγματικότητα της βόρειας Κύπρου, που έγινε δυνατή ακριβώς εξ΄ αιτίας της εθνικιστικής και απαράδεκτης πολιτικής της ελληνοκυπριακής (και ελληνικής) πλευράς. Μόνο έτσι θα τεθούν τα θεμέλια για μια ειρηνική συνύπαρξη στο νησί των δυο εθνοτήτων.
Άγγελος Κ

[1] Αλέξης Ηρακλείδης, Κυπριακό Σύγκρουση και Επίλυση, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2002,
σελ. 226.
[2] Μακάριος Δρουσιώτης, ΕΟΚΑ η σκοτεινή όψη, εκδόσεις Στάχυ, 2000, σελ. 36.
[3] Αλέξης Ηρακλείδης, Κυπριακό Σύγκρουση και Επίλυση, εκδόσεις Ι. Σιδέρης,
2002, σελ. 58.
[4] Ν. Κρανιδιώτης, Δύσκολα χρόνια. Κύπρος 1950-1960», 1981, εκδόσεις Εστία,
σελ. 45-6.
[5] Γιάννης Μηλιός και Τάσος Κυπριανίδης, Το Κυπριακό μετά τον Β’ Παγκόσμιο
Πόλεμο η ελληνική και ελληνοκυπριακή στρατηγική, Θέσεις, Μέρος Γ’, τεύχος 28,
Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1989.
[6] Θανάση Τσεκούρα, Σημειώσεις για τους ταξικούς αγώνες στην Κύπρο, Μέρος 2,
Θέσεις, τεύχος 10.
[7] Γιάννης Μηλιός και Τάσος Κυπριανίδης, Το Κυπριακό μετά τον Β’ Παγκόσμιο
Πόλεμο η ελληνική και ελληνοκυπριακή στρατηγική, Θέσεις, Μέρος Α’, τεύχος 25,
Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1988.
[8] Σωτήρης Ριζάς, Ένωση, διχοτόμηση, ανεξαρτησία, εκδόσεις Βιβλιόραμα, 2000,
σελ. 155.
[9] Σωτήρης Ριζάς, Ένωση, διχοτόμηση, ανεξαρτησία, εκδόσεις Βιβλιόραμα, 2000,
σελ. 38-9.
[10] Το κυπριακό και τα διεθνιστικά καθήκοντα των ελληνων επαναστατων, Εκδόσεις
Εργατική Δημοκρατία, 1989, σελ. 86.
[11] Νιαζί Κιζιλγιουρεκ Κύπρος: Το Αδιέξοδο των Εθνικισμών, εκδόσεις Μαύρη Λί-
στα, 1999, σελ. 43.
[12] Νιαζί Κιζιλγιουρεκ, Κύπρος: Το Αδιέξοδο των Εθνικισμών, εκδόσεις Μαύρη Λί-
στα, 1999, σελ. 85.
[13] Το κυπριακό και τα διεθνιστικά καθήκοντα των ελληνων επαναστατων, Εκδόσεις
Εργατική Δημοκρατία, 1989, σελ. 176.
[14] Arnold Sherman Κύπρος το μαρτυρικό νησί, Εκδόσεις Ινδίκτος 1999, σελ 65
[15] Ξενοφώντος Κάλλη, κοινωνιολόγου-ερευνητή, Η Αριστερά και ο Μακάριος, Ελευθεροτυπία, Ιστορικά, Δεκέμβριος 2002
[16] Μακάριος Δρουσιώτης ΕΟΚΑ η σκοτεινή όψη, εκδόσεις Σταχυ, 2000, κεφάλαιο: Τα σάπια θεμέλια του νέου κράτους, σελ. 349-469
[17] Μακάριος Δρουσιώτης Πολίτης15/08/2009
http://www.makarios.eu/cgibin/hweb?-A=3765&-V=history
[18] Στο ίδιο όπως παραπάνω.


Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα aformi στις 2 Νοεμβρίου 2009.

http://www.aformi.gr/2009/11/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C-%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου