Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Οι τόνοι λάσπης προς τη Μαρία Ρεπούση δεν στοχεύουν μόνο εκείνη

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας


Σχετικά με τη χτεσινή κανιβαλική σεξιστική φασιστική διαδικτυακή επίθεση στη βουλευτή της ΔΗΜ.ΑΡ και ιστορικό Μ. Ρεπούση, έχω δυο απορίες και μερικές γενικότερες παρατηρήσεις:

Δεδομένης της λάσπης που τόσα χρόνια δέχεται η Μ. Ρεπούση αλλά και του πρόσφατου “πλασαρίσματος” της Χρυσής Αυγής στο προσκήνιο της πολιτικής μας ζωής, στην απευκταία περίπτωση βίαιης επίθεσης προς το πρόσωπό της, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Κοτταρίδης (από τον οποίο, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες ξεκίνησε το “κυνήγι της μάγισσας”) είναι υπεύθυνος πρόκλησης μίσους; Συνέλαβε και διέδωσε τον απαραίτητο σχολιασμό, την πλαισίωση η οποία στη συνέχεια έγινε γαϊτανάκι. Η ευθύνη του βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι για μιας ημέρας διασημότητα, για μια “πετυχημένη” ατάκα, έσπειρε εθνικιστικό παροξυσμό.

Θα βγει κάποιο πολιτικό κόμμα, είτε “αστικό” είτε “επαναστατικό”, να καταδικάσει το φαινόμενο μιας ολικής στοχοποίησης έξω από κάθε έννοια κριτικής ή σάτιρας; Ή βαραίνει περισσότερο από τις δημοκρατικές αξίες, ο κίνδυνος μερικών χαμένων χιλιάδων ψήφων;

Η στάση που θα κρατήσουν τα κόμματα απέναντι στο φαινόμενο έχει ουσιαστική σημασία: Αν η στάση της κεντροδεξιάς ήταν διαφορετική την εποχή των πρώτων επιθέσεων στη Μ. Ρεπούση και στο βιβλίο, αν είχε δηλαδή δείξει υπευθυνότητα όπως η κ. Γιαννάκου, αντί να παραδώσει “γη και ύδωρ” στον ΛΑ.Ο.Σ. και στους νεοναζί (που τότε δε διακρίναμε), είμαι σίγουρος ότι τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Δε θα είχε κατασκευαστεί μια εθνική συναίνεση σαν μπετόν αρμέ να παρέχει ηθική και πολιτική νομιμοποίηση σε φασιστικές και σεξιστικές επιθέσεις.

Στους «πολέμους της μνήμης», οι οποίοι δεν αποτελούν ελληνική αποκλειστικότητα, μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο διαστάσεις. Την επιστημονική (ιστορία/ διδακτική της ιστορίας) και την πολιτική. Περί της πρώτης, σε σχέση με το αποσυρμένο βιβλίο της Στ’ Δημοτικού, μπορούμε να συζητούμε ατελείωτα για τις επιλογές που έγιναν από τη συγγραφική ομάδα, όπως επίσης και για τους λόγους για τους οποίους τελικά χάθηκε εκείνη η «μάχη». Μπορούμε να εξετάσουμε αν λόγω του ειδικού προορισμού του έργου για τη δημόσια εκπαίδευση υπήρχαν “εξαρτήσεις” που εμπόδιζαν τη συγγραφική ομάδα να πει “τα πράγματα με το όνομά τους”, με αποτέλεσμα να υποπέσει σε συμψηφισμούς. Έτσι, καθώς δε μπορούσε να γράψει για τα λάθη και τις βιαιοπραγίες που διέπραξε ο ελληνικός στρατός κατά την παραμονή του στην περιοχή της Σμύρνης και την επέλαση του στην ενδοχώρα, αποφάσισε να “απαλύνει” την περιγραφή των Τουρκικών “αντιποίνων”.

Αποτελεί όμως λάθος να κρίνεται ένα ολόκληρο βιβλίο, από μία φράση. Ένα βιβλίο ασύγκριτα καλύτερο από αυτό που χρησιμοποιείται. Ο “συνωστισμός” έγινε η φράση “σημαία” πίσω από την οποία πραγματοποιήθηκε η κινητοποίηση για την απόσυρση ενός βιβλίου που οι βασικές του διαφοροποιήσεις από τα προηγούμενα (και αυτά που ενοχλούσαν) ήταν άλλα: η απομυθοποίηση, η ιστορικοποίηση των “400 χρόνων σκλαβιάς” σε επίπεδο περιεχομένου, και ο εκσυγχρονισμός της διδακτικής, μέσω της χρήσης των πηγών, σε επίπεδο μεθοδολογίας. Από την άλλη μεριά, έχουν γίνει τεκμηριωμένες κριτικές στο βιβλίο, οι οποίες, μέσα στα πλαίσια ενός επιστημονικού διαλόγου, είναι χρήσιμο να συνεχίζονται.

Σε πολιτικό επίπεδο όμως, δεν έχουμε την πολυτέλεια να πατάμε σε δύο βάρκες, σε «ναι μεν αλλά». Το μόνο που πετυχαίνει μια τέτοια αμφιταλάντευση είναι να δίνει πολυφωνική κάλυψη σε ό, τι πιο ακραίο. Στο πρόσωπο της Μ. Ρεπούση, τέτοιες πολιτικές δυνάμεις επιθυμούν να χτυπήσουν -να πατήσουν και να αποτελειώσουν για να είμαι ακριβής – κάθε φωνή που αγωνίζεται στην κατεύθυνση ενός αναστοχασμού πάνω στην κατασκευή της εθνικής ταυτότητας αλλά και προς έναν εξορθολογισμό της εξωτερικής μας πολιτικής).

Πληρώνουμε τον ύπουλο νεοσυντηρητισμό της δεκαετίας του ’90. Του “Μακεδονικού”, της λατρείας του Μιλόσεβιτς, της κατακραυγής για τη σύλληψη του Οτσαλάν, της σταυροφορίας για τις ταυτότητες, του “ταπεινωτικού συμβιβασμού” στα Ίμια, της ανάληψης των Ολυμπιακών. Ότι κάποτε ήταν light, γαλάζιο, σχεδόν ποιητικό, ηρωικό, λαϊκό, ενίοτε αριστεροδέξιο, σήμερα είναι χυδαίο στο διαδίκτυο και κυκλοφορεί με μαχαίρια και σιδηρογροθιές στους δρόμους.


* Ο Γιώργος Στόγιας είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας του διαδικτυακού μυθιστορήματος Εαρινό Εξάμηνο.

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Μάνος Χατζιδάκις: "Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι"



Παρακάτω παραθέτουμε αυτούσιο ένα κείμενό του για το νεοναζισμό και τον εθνικισμό που έγραψε τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του. Το κείμενο αυτό είχε δημοσιευτεί στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λίστ και Μπάρτον. Το ίδιο κείμενο παράλληλα είχε δημοσιευτεί και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.




"Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.

(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.



Δημοσιεύτηκε στον δικτυότοπο Music Paper στις 7 Μαΐου 2012.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

H Χρυσή Αυγή και οι ιστορικές φασιστικές της προεκτάσεις

Αναδημοσίευση από το site KOKKINOΣ ΦΑΚΕΛΟΣ 


Βρισκόμενοι μπροστά στις εννέα τελευταίες ημέρες πριν τις εκλογές, ο Κόκκινος Φάκελος αποφάσισε να δημοσιεύσει αυτό το - όχι με την παραδοσιακή έννοια- ιστορικό άρθρο, σχετικά με τις φασιστικές προεκτάσεις της Χρυσής Αυγής και την ιστορική προέκτασή τους στο βαθύ και σκοτεινό παρελθόν του φασισμού.

Καταρχήν, ξεκινάμε με την παρακάτω ιδεολογικοπολιτική θέση την οποία δηλώνουμε στο σημείο αυτό για αποφυγή παρεξηγήσεων. Η Χρυσή Αυγή, δεν αποτελεί απλά ένα πολιτικό κόμμα, ούτε σκέτα ένα νεοναζιστικό μόρφωμα. Είναι μια σύγχρονη διάσταση του ελληνικού παρακρατικού μηχανισμού με φασιστικές προεκτάσεις. Με άλλα λόγια διαπλέκεται και περιπλέκεται σε ταξικότατους κατασταλτικούς μηχανισμούς του λαϊκού κινήματος (ΜΑΤ, αστυνομία κτλ) σε σκιώδη και βρώμικο ρόλο και πάντα με εντολέα τις αστικές κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που εξυπηρετούν το ελληνικό κεφάλαιο.

Θα ξεκινήσουμε την ιστορική μας συσχέτιση με βάση την τελευταία δήλωση του αρχηγού της στο κανάλι "Κόντρα" και θα δούμε το βαθύτερο ιστορικό στίγμα και τις φρικτές ομοιότητές της με άλλες ρήσεις και προτάσεις γνωστών από την ιστορία προσώπων.

Στην εν λόγω τηλεοπτική "παράσταση" έγινε λόγος για τον θαυμασμό του κ. Μιχαλολιάκου στο πρόσωπο του Μεταξά, τον αξιωματικό Ντερτιλή και το "μεγάλο παραμύθι του Πολυτεχνείου".

Η κουβέντα αυτή που σκοπό έχει να βάλει στο χέρι μερίδα συμπολιτών μας που βιώνουν το μεταναστευτικό πρόβλημα και που υιοθετούν σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό την άποψη "Ένας Παπαδόπουλος τους χρειάζεται" κρύβει βαθιές ιστορικές πεποιθήσεις. Ο θαυμασμός στο πρόσωπο του δικτάτορα Μεταξά εμπεριέχει θαυμασμό για τον εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας ( Άλλωστε ο Μεταξάς οργάνωσε την ΕΟΝ με βάση τις συμβουλές του Γκαίμπελς). Εμπεριέχει την κατάλυση της δημοκρατίας που οι νεοφασίστες δηλώνουν ότι ασπάζονται, εμπεριέχει την φυλάκιση και εξόριση όλων των δημοκρατικών, αριστερών και κομμουνιστικών δυνάμεων, τον εξοβελισμό τους από την εργασία, την πρόνοια και τον κοινωνικό ιστό και την τελική παράδοσή τους (με τις γεμάτες φυλακές του 1942) στον ναζιστικό άξονα που κατείχε την χώρα. Το χέρι που οδήγησε τόσους και τόσους Έλληνες πρωτοπόρους στο ναζιστικό απόσπασμα, το κρεματόριο και το Χαϊδάρι ήταν το χέρι του Μεταξά. Δεν αναρωτιούνται όλοι αυτοί οι δήθεν πατριώτες και μαζί τους ο κ. Μιχαλολιάκος, πώς είναι δυνατόν ένας πατριώτης "Έλλην ήρως" σαν τον Μεταξά να παρέδωσε τους συμπατριώτες του στον ξένο εισβολέα;

Στο θέμα του Ντερτιλή έχουμε να αναφέρουμε απλά και μόνον αυτό: Ο Ντερτιλής ήταν ο άνθρωπος που στην εξέγερση του Πολυτεχνείου δολοφόνησε εν ψυχρώ με περίστροφο τον φοιτητή 20 ετών Μιχάλη Μυρογιάννη που έτρεχε να ξεφύγει από τις σφαίρες και το ξύλο που έπεφτε. Το παραπάνω ιστορικό στοιχείο προέρχεται από την κατάθεση στην δίκη της Χούντας του οδηγού του Αντώνη Αγριτέλη. Αναρωτιόμαστε λοιπόν, ο κ. Μιχαλολιάκος θαυμάζει έναν σφαγέα αθώων; Έναν γνωστό "εκκαθαριστή" τουρκοκυπριακών χωριών ; Προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν εκφράζει τον φασισμό με τον τρόπο αυτό; Τι είναι εάν όχι φασίστας ένας τέτοιος άνθρωπος;

Ο Ντερτιλής την ώρα της εκτέλεσης με το περίστροφο στο χέρι


Ο τάφος του Μιχαήλ Μυρογιάννη


Τέλος στο θέμα του "μεγάλου παραμυθιού του Πολυτεχνείου" θα απαντήσει ξανά το ιστορικό ντοκουμέντο. Η ίδια η θέση της Χούντας από την επόμενη ημέρα ήταν ότι το βράδυ του πολυτεχνείου δεν συνέβη τίποτα, δεν σκοτώθηκε κανείς και όλοι " διαλύθησαν ησύχως" Και όμως γιατί ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία φωτογράφησαν κρυφά τους αστυνομικούς να ξεπλένουν με μάνικες το αίμα; Δεν γνωρίζει ο κ. Μιχαλολιάκος για τους 1103 τραυματίες; Τους 18 νεκρούς ; Ποια ήταν η κοπέλα με τα κομμένα από το τανκ πόδια;

Οι αστυνομικοί πλένουν τα αίματα από την σφαγή του Πολυτεχνείου

Ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής συνεχίζει στην τοποθέτησή του: " να μπουν στην ελληνική Βουλή Έλληνες που θα κάνουν άνω -κάτω το φθαρμένο πολιτικό σύστημα" Τα λόγια αυτά μας φέρνουν στο μυαλό μια ακόμα δικτατορική ρήση "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών" έλεγε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος. Εννοώντας ότι η Βουλή ως τότε δεν απαρτίζονταν από Έλληνες, όμως μετέπειτα καταργείται και η Βουλή και το Σύνταγμα. 7840 Έλληνες εξορίζονται και φυλακίζονται βάσει φρονημάτων. Αυτό λοιπόν, σήμαινε και σημαίνει το "Η Ελλάδα στους Έλληνες", σημαίνει δικτατορία, σημαίνει φασισμό, σημαίνει φυλακές, εξορίες, εκτελέσεις και "αυτοκτονίες". Ας δούμε όμως και μερικά ακόμα δείγματα παρόμοιων εθνικιστικών ρητών από άλλες περιόδους της ιστορίας.


Ένας λαός, ένα Ράιχ ένας Φύρερ 

Μήπως δεν είναι ίδιο το νόημα, "Ένας λαός" δηλαδή όλοι οι καθαροί Γερμανοί, "Ένα Ράιχ" δηλαδή μια χώρα-κυβέρνηση ενιαία και αδιαφοροποίητη, "Ένας Φύρερ" δηλαδή ο Χίτλερ. Πόσο μακριά είναι ο λόγος της Χρυσής Αυγής; Πόσο απέχει το " Η Ελλάδα στους Έλληνες";

"Nα ζήσει η Γερμανία"


Πόσο απέχει το "Να ζήσει η Γερμανία" από το χρυσαυγήτικο "Ελλάς ή τέφρα" Μιλάμε και στις δύο περιπτώσεις για μια αόριστη ψεύτικη κινδυνολογία που μόνη λύση έχει την ισοπέδωση, τον εκφασισμό και τον εκμηδενισμό του εγώ.

Και στεκόμαστε ακόμα και σε εκείνο το "φθαρμένο πολιτικό σύστημα". Που αλήθεια βρίσκονταν ο "φρέσκος" κύριος Μιχαλολιάκος όλον αυτόν τον καιρό; Σε ποιο επίπεδο βρίσκεται η Χρυσή Αυγή εκτός συστήματος; Που επαναστατεί; Που διαφοροποιείται; Ας δούμε ξανά μερικές φωτογραφίες του ιστορικού της οργάνωσης καθώς και του αρχηγού της

Μέλη της Χρυσής Αυγής προστατευόμενα από κλούβες των ΜΑΤ


Σε αγαστή συνεργασία με τις κρατικές δυνάμεις καταστολής των ΜΑΤ και της Ασφάλειας 


Οι παραπάνω φωτογραφίες αλλά και τα εκατοντάδες περιστατικά χαφιεδισμού της Χρυσής Αυγής (σε πορείες και καταλήψεις του φοιτητικού κινήματος) αποδεικνύουν ένα και μόνο πράγμα: Η Χρυσή Αυγή είναι αναπόσπαστο κομμάτι του σάπιου πολιτικού συστήματος και κυρίως του παρακράτους αυτού του ίδιου του συστήματος. Και τώρα θα παραθέσουμε ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του ανανεωτή του πολιτικού σκηνικού κ. Μιχαλολιάκου όπως έγκυρα το παρουσιάζει το site http://www.iefimerida.gr

Ο Νίκος Μιχαλολιάκος, ο σημερινός ηγέτης της ελληνικής ακροδεξιάς, γεννήθηκε στην Αθήνα της ΕΡΕ το 1957. Μαθητής ακόμη, σε ηλικία 16 ετών, το 1973, εντάχθηκε στο εθνικιστικό κόμμα κόμμα της 4ης Αυγούστου.

Πρόκειται για το κόμμα που είχε ιδρύσει από το 1969 ο θεωρητικός του ελληνικού νεοφασισμού Κώστας Πλεύρης, στο οποίο δραστηριοποιείται και κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων, στο Μαθηματικό της Αθήνας.

Μανιάτης στην καταγωγή, αδελφός του γνωστού ποινικολόγου Τάκη Μιχαλόλια, ο Νίκος Μιχαλολιάκος βρίσκεται πλέον μετά την εκλογή του στο Δήμο της Αθήνας, στο κατώφλι της Βουλής των Ελλήνων.

Η συμμετοχή του στο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας έχει προκαλέσει αρκετές εντάσεις με αποκορύφωμα το ναζιστικό του χαιρετισμό, τον Ιανουάριο του 2011, ως απάντηση σε δημοτικό σύμβουλο που τον αποκάλεσε «φασίστα».


Η επίθεση στους δημοσιογράφους και η αρχή των συλλήψεων

Για πρώτη φορά η δράση του γίνεται ευρύτερα γνωστή όταν συλλαμβάνεται τον Ιούλιο του 1974 έξω από την Βρετανική Πρεσβεία στο Κολωνάκι διαμαρτυρόμενος για τη στάση της Μεγάλης Βρετανίας κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Το 1976 συλλαμβάνεται και πάλι για επίθεση κατά δημοσιογράφων που κάλυπταν την κηδεία του δολοφονημένου από τη 17 Νοέμβρη βασανιστή της χούντας Ευάγγελου Μάλλιου. Κρατήθηκε για ένα διάστημα στον Κορυδαλλό, αλλά δεν δικάστηκε ποτέ λόγω τυπικών κωλυμάτων κατά τη διαδικασία της σύλληψης. Στον Κορυδαλλό φέρεται να συναντήθηκε και με τους πραξικοπηματίες.

Μετά το τέλος των σπουδών του κατατάσσεται στο στρατό ως κομάντο των ειδικών δυνάμεων.

Τον Ιούλιο του 1978 συνελήφθη για τρίτη φορά και καταδικάστηκε σε κάθειρξη ενός έτους ως μέλος ακροδεξιάς εξτρεμιστικής οργάνωσης για κατοχή όπλων και εκρηκτικών.


Εκδίδει το περιοδικό Χρυσή Αυγή
Λίγο μετά την αποφυλάκισή του, το 1980 εκδίδει το περιοδικό Χρυσή Αυγή που αποτελεί το θεωρητικό ευαγγέλιο του χώρου.

Η έκδοση του περιοδικού σταμάτησε τον Απρίλιο του 1984, όταν ο κ. Μιχαλολιάκος εντάχθηκε στην ΕΠΕΝ και, σύμφωνα με τις φήμες της εποχής, ανέλαβε την ηγεσία νεολαίας, μετά από προσωπική εντολή του φυλακισμένου αρχιπραξικοπηματία Γεώργιου Παπαδόπουλου.


Η ίδρυση και η δράση της «Χρυσής Αυγής»
Τον Ιανουάριο του 1985 φεύγει από την Εθνική Πολιτική Ενωση και ιδρύει το Εθνικό Λαϊκό Κίνημα - Χρυσή Αυγή, το οποίο από το 1993 δραστηριοποιείται ενεργά.

Το 1993 η οργάνωση συμμετέχει ενεργά στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία. Το 1994 μέλη της οργάνωσης πολεμούν ως εθελοντές στο πλευρό των Σέρβων της Βοσνίας, ενώ ορισμένοι από αυτούς λέγεται ότι έλαβαν μέρος στη μαζική σφαγή 8.000 αμάχων Βοσνίων στη Σρεμπρένιτσα τον Ιούλιο του 1995 από τον σερβικό στρατό (ένα γεγονός που έχει χαρακτηριστεί από το δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως γενοκτονία και έγκλημα κατά της ανθρωπότητας). Η δράση τους αυτή δεν προβάλλεται και δεν αντιμετωπίζεται θετικά από την ηγεσία της, ενώ αργότερα όλοι τους έρχονται για διαφορετικούς λόγους σε ρήξη με αυτήν και αποχωρούν. Από την εποχή της ίδρυσης της οργάνωσης, έχει αποχωρήσει από αυτή μεγάλο ποσοστό μελών της, όπως και αρκετά από τα πρώτα της ηγετικά στελέχη.

Το 1997 διοργανώνει την πρώτη της εκδήλωση για τα Ιμια και από τότε και κάθε χρόνο, μέλη της Χρυσής Αυγής καταθέτουν στεφάνι στη μνήμη των τριών αξιωματικών που σκοτώθηκαν κατά τη συντριβή του ελικοπτέρου. Το 2011 στην καθιερωμένη πλέον πορεία κατέβηκαν στο δρόμο περίπου 5.000 μέλη από όλη την Ελλάδα.

Τον Ιούνιο του 2007 μέλη της συμμετείχαν στην πρώτη πανευρωπαϊκή εθνικιστική κινητοποίηση εναντίον της συνόδου των G8 στη Γερμανία στο πλευρό του γερμανικού νεοναζιστικού NPD κι άλλων εθνικιστικών οργανώσεων.

Στις 9 Μαΐου 2009 μέλη της Χρυσής Αυγής πραγματοποίησαν συγκέντρωση κατά της μετανάστευσης, η οποία κατέληξε σε συμπλοκές μελών της οργάνωσης, που είχαν την κάλυψη της Αστυνομίας, με μετανάστες και αντιφασίστες.

Η Χρυσή Αυγή συμμετέχει εδώ και χρόνια στην εκδήλωση για την επέτειο της ήττας του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο πόλεμο, την 29η Αυγούστου 1949.

Η δολοφονία Καντάρη και το επιθέσεις ακροδεξιών σε αλλοδαπών

Με αφορμή τη δολοφονία του Μανώλη Καντάρη την 10η Μαΐου 2011 στο κέντρο της Αθήνας (3ης Σεπτεμβρίου και Ηπείρου) η Χρυσή Αυγή στις 12 Μαΐου προγραμμάτισε συγκέντρωση διαμαρτυρίας (με αφορμή το τρισάγιο του θανάτου). Στην πορεία που ακολούθησε ακροδεξιοί έκαναν επιθέσεις σε καταστήματα αλλοδαπών και ξυλοκόπησαν δεκάδες μετανάστες. Επίσης έγινε απόπειρα να πλησιάσουν την κατάληψη της Βίλας Αμαλίας (στην συμβολή των οδών Χέυδεν και Αχαρνών) όπου βρίσκονται αντιεξουσιαστές. Η αστυνομία έκανε προσαγωγή 48 ατόμων (ακροδεξιών).

Τον Δεκέμβριο του 2005 ο γενικός γραμματέας της Χρυσής Αυγής, Νίκος Γ. Μιχαλολιάκος, ανακοίνωσε την παύση των αυτόνομων πολιτικών δραστηριοτήτων της οργάνωσης.

Η Χρυσή Αυγή υπήρξε συνιδρυτής του εθνικιστικού κόμματος «Πατριωτική Συμμαχία», η ενίσχυση του οποίου υπονοείται πως είναι ο λόγος παύσης της πολιτικής της δραστηριότητας. Τον Μάρτιο του 2007 τα μέλη και η ηγεσία της Χρυσής Αυγής απέσυραν την υποστήριξή τους στην Πατριωτική Συμμαχία, η οποία με τη σειρά της οδηγήθηκε σε αναστολή κάθε δραστηριότητάς της. Ισχυρίστηκαν πως η Πατριωτική Συμμαχία ξεκίνησε ως ένας εθνικιστικός φορέας και πως τελικά η συνεργασία με διάφορες προσωπικότητες την οδήγησαν στην εξαγωγή ενός θολού ιδεολογικοπολιτικού τοπίου, το οποίο έπρεπε να παύσει.

Τον ίδιο μήνα η Χρυσή Αυγή πραγματοποίησε το 6ο συνέδριό της.

Πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για τον Νίκο Μιχαλολιάκο και τα μέλη της Χρυσής Αυγής. Ο ίδιος έχει κατηγορηθεί ότι στα εφηβικά του χρόνια ήταν πληροφοριοδότης της Ασφάλειας και στην πορεία πράκτορας της ΚΥΠ, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί το παραμικρό.

Επίσης, σύμφωνα με την κοινή πεποίθηση η Χρυσή Αυγή δρα ως συμπληρωματικός παρακρατικός μηχανισμός της Αστυνομίας κυρίως σε συμπλοκές με «αναρχικούς» και αντιεξουσιαστές.

Το 2004 σε έκθεση της Κρατικής Ασφάλειας που είχε αποκαλύψει η εφημερίδα «Τα Νεα» σημειωνόταν ότι «τα περισσότερα μέλη της Χρυσής Αυγής οπλοφορούν παράνομα, προμηθευόμενοι όπλα από βουλευτές (σύμφωνα με την έκθεση οι βουλευτές προέρχονται από τη Ν.Δ.) και παρουσιάζονται ως συνοδοί τους» αλλά και ότι «η Χρυσή Αυγή διατηρεί ακόμη και σήμερα πολύ καλές σχέσεις και επαφές με εν ενεργεία αξιωματικούς και μόνιμους υπαξιωματικούς του στρατού, αλλά και με απόστρατους».


Περίανδρος - Το πρωτοπαλίκαρο της Χρυσής Αυγής
Ο γνωστός με το ψευδώνυμο Περίανδρος, Αντώνης Ανδρουτσόπουλος που για 4 χρόνια ήταν καταζητούμενος, κατηγορούμενος για δολοφονική επίθεση κατά των φοιτητών Δημήτρη Κουσουρή και Ηλία Φωτιάδη και του τότε αδιόριστου εκπαιδευτικού Γιάννη Καραμπατσόλη ήταν εξέχων μέλος της Χρυσής Αυγής.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 2005 ο «Περίανδρος» παραδόθηκε στις αρχές και στις 25 Σεπτεμβρίου 2006 καταδικάστηκε ομόφωνα για τις τρεις απόπειρες ανθρωποκτονίας σε 21 χρόνια φυλάκισης χωρίς αναστολή. Στις 12 Μαρτίου 2009, αφού η υπόθεση πήγε στο Εφετείο και άλλαξε το κατηγορητήριο σε μία μόνο απόπειρα ανθρωποκτονίας, η ποινή του μειώθηκε στα 12 χρόνια.


H Χρυσή Αυγή στις εκλογές
Στις 7 Ιουνίου 2009 η Χρυσή Αυγή συμμετείχε στις ευρωεκλογές όπου έλαβε ποσοστό 0,46% και 23.564 ψήφους.

Στις εθνικές εκλογές του 2009 ο Λαϊκός Σύνδεσμος - Χρυσή Αυγή έλαβε ποσοστό 0,29% και 19.636 ψήφους.

Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 η οργάνωση κέρδισε μία έδρα στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων λαμβάνοντας εκλογικό ποσοστό 5,29%, με τον πρόεδρό της, Νικόλαο Μιχαλολιάκο να εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος.

Τέλος στεκόμαστε και στην παρακάτω ανατριχιαστική θέση του κ. Μιχαλολιάκου: " Συγκρότηση ομάδων πολιτών που με νόμιμο τρόπο θα προφυλάσσουν την κοινωνική ειρήνη". Εδώ δηλώνεται κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Δηλώνεται μια εγγύηση προστασίας του καπιταλιστικού αλλά και του πολιτικού του συστήματος. Εδώ εμφανίζεται ο εθνικιστής ιππότης υπερασπιστής του "φθαρμένου πολιτικού συστήματος". Αλήθεια πως ο Χίτλερ κέρδισε την προσοχή της γερμανικής αστικής τάξης; Ήδη λοιπόν από τα τέλη της δεκαετίας του 20 τα μέλη της SA (Sturmabteilung) που ήταν παρακρατική ομάδα του κόμματος του Χίτλερ, περιπολούσαν οπλισμένα τις γειτονιές της Γερμανίας χτυπώντας και δολοφονώντας κομμουνιστές και Εβραίους. Αποτέλεσαν φόβητρο των γειτονιών που τις ""υπέταξαν" πολιτικά με την βία. Αυτό ακριβώς δηλαδή που η Χρυσή Αυγή επιθυμεί να κάνει και στην Ελλάδα και που ήδη κάνει στον Άγιο Παντελεήμονα της Αθήνας σε φτωχούς μετανάστες. Και η χιτλερική ιστορία δεν σταματά εκεί. Άραγε θυμάται ο κύριος Μιχαλολιάκος για την κυβέρνηση της Βαϊμάρης και τα Freikorps; Μήπως όταν ο αγανακτισμένος γερμανικός λαός εξεγέρθηκε στην Βαϊμάρη, δεν υπήρχε μια χιτλερική παρακρατική οργάνωση "προφύλαξης της κοινωνικής ειρήνης"; Μήπως αυτοί δεν έπαιξαν έναν ρόλο σαν αυτό της Χρυσής Αυγής στον Άγιο Παντελεήμονα;

Αναπάντητα ερωτήματα για έναν παλιό οπαδό της ΕΟΝ και της Δικτατορίας. Αναπάντητα θέματα για έναν υπερασπιστή του αστικού πολιτικού συστήματος και του κεφαλαίου. Και εάν ακόμα και τώρα ο φίλος μας αναγνώστης έχει την παραμικρή άλυτη απορία σχετικά με τον χαρακτήρα του κόμματος "Χρυσή Αυγή" ας κάνει έναν τελευταίο ιστορικό συσχετισμό με τις παρακάτω εικόνες:



Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

ΓΚΑΖΜEΝΤ ΚΑΠΛAΝΙ: «Το πρόβλημά μας στα Βαλκάνια είναι η αβάσταχτη ομοιότητα του Άλλου»






Αποκλειστική Συνέντευξη στον Μπάμπη Ιμβρίδη


Ο Γκαζμέντ Καπλάνι γεννήθηκε στη Λούσνια της Αλβανίας, πέρασε τα σύνορα για την Ελλάδα το 1991 μαζί με πολλούς ακόμα συμπατριώτες του. Απασχολήθηκε ως μετανάστης σε όλες εκείνες τις δουλειές βιοπορισμού: οικοδόμος, λαντζιέρης, περιπτεράς… Ταυτόχρονα, με τη δουλειά όμως, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκανε διδακτορικό στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με θέμα την «Εικόνα των Αλβανών στον Ελληνικό Τύπο και την Εικόνα των Ελλήνων στον Αλβανικό». Από το 2001 γράφει στην εφημερίδα Τα Νέα και στην Athens Voice, ενώ διατηρεί δική του εκπομπή στο ραδιόφωνο της ΝΕΤ.

Τον Γκαζμέντ Καπλάνι πρωτοανακάλυψα στο διαδίκτυο ψάχνοντας κείμενα που έγραφαν για μετανάστες. Μετέπειτα άρχισα να διαβάζω τη στήλη του στα Νέα. Με το που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων βιάστηκα να το διαβάσω –με γοήτεψε. Ο λόγος του σε μια συνέντευξη στο περιοδικό έμοιαζε ενδιαφέρον. Έτσι προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του. Στο πρώτο τηλεφώνημά μου απήντησε από το Λονδίνο, στο δεύτερο από τη Νάπολη, τελικά κάποια στιγμή τον επέτυχα και στην Αθήνα. Κανονίσαμε να του στείλω τις ερωτήσεις –όπως και έγινε– με e-mail. Μα ο καιρός περνούσε και απαντήσεις δεν έβλεπα. Του ξανατηλεφώνησα, πολλές φορές ως που κατάφερα να μιλήσω μαζί του. Διαπίστωσα πως ήταν πικαρισμένος από μια δύο ερωτήσεις –τις αφαίρεσα. Μα και στη συνέχεια αδυνατούσε να μου στείλει τις απαντήσεις, ο παράγοντας χρόνος –μου έλεγε και μου άλλαζε εβδομάδες. Τελικά τον περασμένο Μάιο ήρθε στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο μιας εκδήλωσης του Διεθνούς Φεστιβάλ Βιβλίου. Συναντηθήκαμε και συμφωνήσαμε να συζητήσουμε μετά την εκδήλωση. Ούτε κι αυτό κατέστη δυνατό, λόγω άλλων υποχρεώσεών του… Την επομένη το πρωί τον βρήκα στο ξενοδοχείο που διέμενε. Μου αφιέρωσε αρκετή ώρα ζητώντας να του στείλω τη συνέντευξη πριν δημοσιευτεί. Το υποσχέθηκα. Μου την ξανάστειλε πίσω αλλάζοντάς την σχεδόν στο σύνολό της…


Μπάμπης Ιμβρίδης

Πιστεύω πως με τόσα συνεχή ταξίδια τα τελευταία χρόνια, μάλλον έχεις απομυθοποιήσει τις διαδικασίες των συνόρων. Αποτελεί παρελθόν πλέον το «σύνδρομο των συνόρων»;

Το σύνδρομο των συνόρων δεν θα αποτελεί ποτέ παρελθόν για μένα. Πέρασα είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής μου περικυκλωμένος από τα τερατώδη σύνορα του ολοκληρωτισμού. Αυτά τα κουβαλώ πάντα μαζί μου. Είμαι τυχερός επίσης που είδα την κατάρρευσή τους. Εγώ ανήκω σε μια γενιά που την εφηβεία μας την περάσαμε μιλώντας συνέχεια για δυο πράγματα: για κορίτσια και σύνορα. Μιλούσαμε και για τα δυο σχεδόν ταυτόχρονα. Τα σύνορα του ολοκληρωτισμού έχουν αφήσει πάνω μου ένα στίγμα ανεξίτηλο αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά δημιουργικό. Σε ένα μεγάλο μέρος είμαι αυτός που είμαι γιατί μεγάλωσα, συγκρότησα τις φαντασιώσεις μου, ένα σημαντικό μέρος της ταυτότητάς μου, ακόμα και τα διαβάσματά μου, έχοντας καθημερινά μπροστά μου τα σύνορα αυτά. Δεν πρόκειται απλά για τα φυσικά κλειστά σύνορα. Αλλά για τα καθημερινά σύνορα του ολοκληρωτισμού. Εκείνα του φόβου, της απόλυτης υποταγής προς την Εξουσία, της καθημερινής παράνοιας, της ξενοφοβίας. Σε κάθε σου βήμα έπρεπε να τα αντιμετωπίσεις. Ήταν σαν ένα τέρας αόρατο και ταυτόχρονα πανταχού παρόν, που μπορούσε να ξεπροβάλλει ξαφνικά μπροστά σου και να σε καταβροχθίσει, ανά πάσα στιγμή και οπότε ήθελε… Μετά τα σύνορα του ολοκληρωτισμού ήρθαν τα σύνορα της μετανάστευσης. Είναι σύνορα που τα επέλεξα ο ίδιος, δεν μου τα επέβαλλε κανείς. Αλλά όπως και να το κάνουμε είναι και αυτά σύνορα, πονηρά, με πολλές παγίδες. Προπαντός σου προσδίδουν την ταυτότητα του ξένου. Εκεί ένιωθα ξένος λόγω της ιδεολογίας μου, εδώ νιώθω ξένος λόγω της καταγωγής μου. Είμαι μετανάστης της πρώτης γενιάς. Ο,τι και να κάνω θα είμαι ένας ξένος, για φίλους και εχθρούς. Με αυτό το χαρτί πρέπει να παίξω σε μια σκληρή παρτίδα που δεν με προσκάλεσε κανείς. Μετανάστευση σημαίνει ότι αποφασίσεις να ξεκινάς τη ζωή του από το μηδέν, όντας ταυτόχρονα σε θέση απόλυτης αδυναμίας. Έπρεπε να μάθω τα πάντα από την αρχή. Μια νέα γλώσσα, νέα ονόματα, νέα ονόματα δρόμων, νέες νοοτροπίες. Και αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να δώσεις μάχες για το αυτονόητο. Το όνομά σου, π.χ., ξενίζει, «προκαλεί» ή φοβίζει. Και όταν είσαι και μέλος της ομάδας που γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος –όπως ήταν οι Αλβανοί μετανάστες τουλάχιστον μέχρι το 1997– πρέπει να δώσεις καθημερινά μάχη να μην σε ισοπεδώσουν τα κόμπλεξ. Να μην σε βάλει από κάτω η έχθρα, η άρνηση, η μιζέρια ο μεγάλος πειρασμός να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση του αιώνιου θύματος. Είναι ένα ταξίδι στο χείλος του γκρεμού. Ένα ταξίδι που για μένα στάθηκε δημιουργικό. Συνάντησα και συναντώ ηλιθιότητα και έχθρα αλλά συνάντησα και συναντώ πολλή καλοσύνη και γενναιοδωρία. Εξαρτάται από τον καθένα τι κρατά από αυτά. Εγώ κρατώ το δεύτερο γιατί μου χρησιμεύει για να βγάλω πέρα αυτό το ταξίδι στο χείλος του γκρεμού. Η ευγνωμοσύνη και η αγάπη με βοηθά περισσότερα να αντιμετωπίσω το φάντασμα του γκρεμού. Σάμπως η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι ένα ταξίδι στο χείλος του γκρεμού; Γι’ αυτό και βλέπω τη μετανάστευση πολλές φορές ως μια εξαίσια μεταφορά της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε τελευταία ανάλυση όλοι είμαστε μετανάστες πάνω σε αυτή την Γη, με μια προσωρινή άδεια παραμονής, αθεράπευτα περαστικοί. Τι λέγαμε; Ναι, το ταξίδι… Ταξιδεύω λοιπόν σήμερα όχι για να γλιτώσω από το σύνορο των συνόρων αλλά για να ανοίξω τους ορίζοντες του μυαλού μου. Λατρεύω τα ταξίδια. Τα δικά μου δεν είναι τουριστικά ταξίδια, είναι «πολιτικά» ταξίδια. Δηλαδή δεν μ’ ενδιαφέρουν τα μνημεία, καθόλου το shopping, όσο να προσπαθήσω να δω κάθε τόπο όπου πηγαίνω με τα μάτια ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να είχε γεννηθεί εκεί. Περπατώ πολύ, ταξιδεύω πολύ με τρένο και λεωφορείο όπου και αν πάω. Προσπαθώ να μπω, όσο μπορώ, στο πετσί των κατοίκων ενός τόπου. Όσον αφορά δε το «σύνδρομο των συνόρων» ξέρετε ότι στην σημερινή εποχή είμαστε όλοι, έμμεσα ή άμεσα, ταξιδιώτες. Μόνο που δεν ταξιδεύουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Εγώ κουβαλώ τα σύνορα στη τσέπη του σακακιού ή του παντελονιού μου. Ταξιδεύω δηλαδή με ένα «κακό» διαβατήριο, το αλβανικό. Υπάρχουν τα «κακά» διαβατήρια και τα cool. Το αλβανικό είναι ακόμα «κακό». Το ελληνικό ήταν κάποτε «κακό», τώρα είναι cool. Ίσως γίνει και το αλβανικό κάποτε cool. Εν πάση περιπτώσει. Όταν ταξιδεύεις με «κακό» διαβατήριο, αυτό συνεπάγεται συχνά ιδιαίτερες διαδικασίες, βίζες, ουρές στα τελωνεία. Προπαντός όμως εμπεδώνεις τα ανακριτικά βλέμματα των αστυνομικών στα τελωνεία. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς αλλάζει το βλέμμα ενός αστυνομικού μπροστά σε ένα «κακό» ή μη διαβατήριο. Αυτό το βλέμμα έχει γίνει τώρα η νέα μου διαστροφή. Φοβάμαι και ταυτόχρονα απολαμβάνω τη διαδικασία. Θέλω να τη μετατρέψω σε δημιουργική αφήγηση. Θεωρώ πως ο κόσμος σήμερα βρίσκεται σε μια οριακή φάση. Το «σύνδρομο των συνόρων» ίσως είναι ένα από τα πιο παγκοσμιοποιημένα σύνδρομα…

«Πρέπει να τα καταφέρω», γράφεις πως είναι ο «όρκος» του μετανάστη. Εσύ τα κατάφερες και μάλιστα πολύ καλά. Ποια αίσθηση ζωής σου δίνει αυτό;

Θεωρώ πως το πιο πολύτιμο κατόρθωμα μου είναι πως κατάφερα να κρατήσω την αξιοπρέπειά μου. Μόνοι όσοι κάποια στιγμή της ζωής τους έχουν χάσει τα πάντα καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτό. Το δεύτερο κατόρθωμα είναι ότι μέχρι τώρα τουλάχιστον εξασφαλίζω το προς το ζην με αυτό που μου αρέσει: το γράψιμο. Και μάλιστα σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική μου. Το τρίτο είναι μάθημα: όσο πιο πολύ «ανεβαίνεις» τόσο πιο πολλά σου αποκαλύπτονται. Σε κάποια φάση έπρεπε να αντιμετωπίσω και την έχθρα των «αντιρατσιστών». Δεν ήμουν ο μετανάστης που αυτοί είχαν στα μυαλό τους. Ξέφυγα πολύ. Οι «αντιρατσιστές» αγαπούν τους μετανάστες, αρκεί να παραμένουν άλλοθι για τον «αντιρατσισμό» τους. Κάποια στιγμή θα γράψω και για αυτό, είναι πολύ ενδιαφέρον θέμα. Από εκεί και πέρα δεν νομίζω πως έχω καταφέρει κάτι το εξαιρετικό. Μπορώ όμως να πω, πως τώρα είμαι σε θέση να καταφέρω πράγματα. Τώρα ξεκινάω και το μέλλον θα δείξει…


Στο βιβλίο σου αναφέρεις επίσης πως, τρία πολύτιμα πράγματα υπάρχουν για ένα μετανάστη: δουλειά, έρωτας, άδεια παραμονής. Έχουν κατακτήσει οι μετανάστες στην Ελλάδα τα παραπάνω; Ποιο νομίζεις πως κατακτείται δυσκολότερα;

Στη μετανάστευση ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Η Ελλάδα μέσα σε 18 χρόνια άλλαξε πολύ. Οι μετανάστες δεν είναι πια μια προσωρινή παρουσία. Όλο και πιο πολύ οι Έλληνες κατάλαβαν ότι και με τους μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα θα συμβεί αυτό που έγινε με τους περισσότερους Έλληνες που κάποτε μετανάστευσαν αλλού: ήρθαν εδώ και θα μείνουν. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβει αυτό η Ελληνική Πολιτεία τόσο το καλύτερο για την ελληνική κοινωνία και για τους μετανάστες. Γιατί πλέον η μοίρα των μεταναστών είναι άρρηκτα δεμένη με εκείνη της ελληνικής κοινωνίας. Είναι μέρος αυτής της κοινωνίας πλέον οι μετανάστες. Αντί να σκεφτούμε το μέλλον εμείς δεν έχουμε λύσει ακόμα το πρόβλημα των «χαρτιών». Πολλές φορές, ακόμα και άνθρωποι πολλοί κοντινοί σε μένα δυσκολεύονται να καταλάβουν τι σημαίνει ο όρος «χαρτιά» για έναν μετανάστη. Σημαίνει τα πάντα. Ειλικρινά σας λέω, κάθε φορά που έρχεται η χρονική στιγμή που πρέπει να ανανεώσω την άδεια παραμονής μου με πιάνει κάτι σαν νεύρωση. Είμαι ο μόνος δημοσιογράφος που ζητάω από την εργασία μου έναν απίστευτο όγκο χαρτιών. Τόσο που μια μέρα η γραμματέας απόρησε και με ρώτησε με το δίκαιο της: «Γκάζι, που τα πας όλα αυτά τα χαρτιά;». Όταν το περνώ εγώ αυτό σκέψου τη περνάν όλοι οι άλλοι… Το πρόβλημα της άδειας παραμονής είναι ένα θέμα κοινωνικό και πολιτισμού επίσης. Για ποια ένταξη μιλάμε όταν κάποιος που ζει εδώ δέκα η είκοσι χρόνια, πληρώνει φόρους, πληρώνει ότι πληρώνει ο κάθε πολίτης, δεν ξέρει εάν αύριο θα έχει ή όχι άδεια παραμονής; Γιατί για την υπηκοότητα δεν μιλάμε. Είναι πιο εύκολο για έναν μετανάστη να κερδίσει το λαχείο ή να κάνει ταξίδι στο διάστημα με UFO παρά να αποκτήσει ελληνική υπηκοότητα. Τελευταίως βλέπω να βελτιώνονται τα πράγματα αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς και με τεράστιους δισταγμούς…

Τι έχει φταίξει και οι περισσότεροι Αλβανοί στην Ελλάδα είναι μισέλληνες;

Δεν ξέρω από πού το βγάλατε αυτό το συμπέρασμα. Προσωπικά έχω δει και βλέπω Αλβανούς μαθητές να επιμένουν να σηκώσουν με πάθος την ελληνική σημαία ενώ τους γιουχάρουν ή τους φωνάζουν «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ». Έχω δει πάρα πολλούς Αλβανούς να πανηγυρίσουν για την κατάκτηση του Euro από την Ελλάδα και να ακούν το ίδιο σύνθημα. Και όταν κάποιοι Αλβανοί θέλησαν να πανηγυρίσουν, για να βγάλουνε τη συσσωρευμένη μνησικακία τους, τον καταπιεσμένο εαυτό τους για τη νίκη της εθνικής Αλβανίας ενάντια στην Ελλάδα τους πλάκωσαν στο ξύλο. Όταν σηκώνουν την ελληνική σημαία, τους βρίζουν. Όταν πανηγυρίσουν με την αλβανική τους δέρνουν. Πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε, ποια σημαία θέλουμε να σηκώσουν. Μακάρι να σηκώσουν και τις δυο. Προσωπικά δεν νιώθω την ανάγκη να σηκώσω σημαίες αλλά δεν είναι όλοι σαν και μένα. Κάποιοι θέλουν να ανήκουν κάπου και να το δηλώσουν. Κατά τα άλλα νομίζω ότι Αλβανοί και Έλληνες είναι δυο συγγενικοί λαοί. Και αυτό φαίνεται γιατί μοιάζουμε πολύ στα ελαττώματά μας. Νομίζω ότι το κύριο πρόβλημα ανάμεσα στους Αλβανούς και τους Έλληνες είναι ότι οι Έλληνες βλέπουν στους Αλβανούς έναν εαυτό που κόπιασαν πολύ να θάψουν στα άδυτα της λήθης. Οι Αλβανοί βλέπουν στους Έλληνες τους συγγενείς που κατάφεραν να ξεφύγουν από την φτώχεια και αυτό τους προκαλεί θαυμασμό μαζί και φθόνο. Ταυτόχρονα θεωρώ ότι Αλβανοί και Έλληνες δεν ήταν ποτέ τόσο κοντά όσο είναι σήμερα. Σε καθημερινό επίπεδο, μια αργή και αόρατη κοσμογονία είναι σε εξέλιξη: φιλίες, μεικτοί γάμοι, σύνορα όλο και πιο πορώδη. Με κάποια δόση χιούμορ θα έλεγα ότι έχουμε μπλέξει τα μπούτια μας πλέον και πολύ καλά κάναμε. Βλέπω ένα αύριο όχι παραδεισένιο, δεν είμαι αφελής, αλλά ανθρώπινο και δημιουργικό. Είναι βαθιά μου πεποίθηση. Ίσως γιατί νιώθω ότι ανήκω σε δυο πατρίδες, την Ελλάδα και την Αλβανία, και εύχομαι ολόψυχα το καλύτερο και για τις δυο. Το ξέρω ότι θα υπάρξουν πάντα μνησίκακοι, λαθρέμποροι του μίσους, επαγγελματίες πατριώτες, πότε πιο πολύ στην Ελλάδα, πότε πιο πολύ στην Αλβανία. Αλλά έχει δημιουργηθεί μια τέτοια δυναμική που όλο και πιο πολύ οι τύπο αυτοί θα φαντάζουν φολκλόρ. Από εκεί και πέρα, νομίζω, ότι όσο πιο πολύ αναπτυχθούν η Ελλάδα και η Αλβανία, ειδικά η Αλβανία, τόσο πιο πολύ θα περιθωριοποιηθούν τα κόμπλεξ και τα στερεότυπα του παρελθόντος…

Τι ελπίζεις για τις επόμενες γενιές μεταναστών και ιδιαίτερα Αλβανών μεταναστών;

Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε ένα «παράξενο» φαινόμενο. Ενώ σε άλλες χώρες της Ευρώπης συζητούν για την άρνηση των μεταναστών να ενταχθούν, στην Ελλάδα συζητάμε πιο πολύ για το αντίστροφο. Εδώ οι μετανάστες διψούν για ένταξη και η ελληνική πολιτεία τους αρνείται την ένταξη ή την αφομοίωση, πείτε το όπως θέλετε. Εύχομαι οι επόμενες γενιές μεταναστών, όλων των μεταναστών, να μην νιώσουν ξένοι σε έναν τόπο που θεωρούν δικό τους. Να τους δοθούν ίσες ευκαιρίες για να δώσουν το καλύτερο εαυτό τους, όπως έκαναν οι Έλληνες στις χώρες όπου μετανάστευσαν. Να τους δοθεί η δυνατότητα της ισοτιμίας και ισοπολιτείας για να έχουμε μια κοινωνία πολιτών και όχι «κοινωνία φυλών», κατακερματισμένη σε μικρές εθνοφυλετικές κοινωνίες…

Τα παιδιά της δεύτερης και τρίτης γενεάς μεταναστών μεγαλώνουν ουσιαστικά ως Έλληνες αλλά το κράτος δεν τους δίνει αυτό το δικαίωμα, ποιο να είναι άραγε το μέλλον τους;

Αυτό έλεγα παραπάνω. Είναι τραγικό να γεννηθείς ή να μεγαλώσεις εδώ, να περνάς από την ελληνική δημόσια εκπαίδευση, να μιλάς Ελληνικά, να ονειρεύεσαι ελληνικά, να ερωτεύεσαι ελληνικά, να θεωρείς ότι ανήκεις εδώ και στα 18 σου να αποκαλύπτεις ότι το κράτος σε θεωρεί σαν να ήρθες μόλις χθες. Σε μερικά χρόνια τα παιδιά αυτά θα είναι εκατοντάδες χιλιάδες. Απλά μαθήματα Ιστορίας: όταν σε κάνουν ξένο με το ζόρι αρχίζεις και βλέπεις με εχθρότητα και καχυποψία μια πατρίδα που σε εξοστρακίζει. Επομένως ας είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και ας πούμε καθαρά τι είδος κοινωνίας θέλουμε. Πως τους θέλουμε τους μετανάστες, μαζί μας ή απέναντι;

Παρακολουθείς αλβανική δορυφορική τηλεόραση και γενικότερα τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα της χώρας σου;

Η αλήθεια είναι ότι μου έχουν μείνει πολύ λίγοι φίλοι στην Αλβανία. Σκέψου πως από 38 άτομα που ήμασταν στο Λύκειο, οι 36 έχουμε φύγει, είμαστε μετανάστες. Τώρα η «πατρίδα» μας είναι το διαδίκτυο, εκεί συναντιόμαστε συχνά, μαθαίνουμε πως πάνε τα πράγματα στο Τορόντο, στη Νέα Υόρκη, στη Ρώμη, στο Σίντνεϊ. Έναν συμμαθητή μου τον ανακάλυψα στο Μπαλί! Από εκεί και πέρα η Αλβανία θα είναι πάντα παρούσα στη σκέψη μου και στη δημιουργία μου, με τη μορφή του μαγικού παραλογισμού μάλλον. Την βλέπω έτσι, ίσως, γιατί ανήκω σε μια γενιά που έζησε φοβερές αλλαγές. Παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον τη λογοτεχνία, τα κοινωνικά, την πολιτική. Όταν πάω στην Αλβανία θαυμάζω τους γρήγορους ρυθμούς με τους οποίους αλλάζει. Ταυτόχρονα με τρομάζει το κόστος που έχουν πληρώσει και πληρώνουν οι άνθρωποι για αυτές τις αλλαγές. Ίσως δεν γινόταν διαφορετικά. Αυτή την στιγμή συγκροτούνται οι τάξεις στην Αλβανία και αυτή είναι μια πολύ επίπονη διαδικασία. Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι έχω μια αμφιθυμική σχέση με την Αλβανία: την συμπονώ, την αγαπώ και ταυτόχρονα την επικρίνω, αυστηρά πολλές φορές. Μου προκαλεί πολύ πίκρα ορισμένες φορές, ανυπόφορη πίκρα. Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να ζήσω πια στην Αλβανία μόνιμα. Μια μέρα ίσως, όταν δεν θα έχω πια το προνόμιο να κάνω σχέδια για το μέλλον, θα την νοσταλγήσω. Και ξέρω ακριβώς τι θα νοσταλγήσω. Την ακτή της Αδριατικής θάλασσας, την υπέροχη άσπρη άμμο και το πευκοδάσος, εάν δεν την έχουν κάψει μέχρι τότε για να χτίσουν αυθαίρετα οι νεόπλουτοι και οι τίμιοι Αλβανοί μικροαστοί. Είναι η Ντιβιάκα, δέκα χιλιόμετρα από τη πόλη μου, εκεί περνούσα τρεις μήνες το καλοκαίρι, εκεί για πρώτη φορά αναρωτήθηκα για την άλλη πλευρά των συνόρων, εκεί ένιωσα αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες ότι η θάλασσα «παρηγορεί και επουλώνει τις πληγές», εκεί ερωτεύτηκα τα πιο ωραία γυναικεία πόδια, δίπλα στα μπούνκερ, τα μνημεία του πολέμου και της παράνοιας, πόδια τα οποία δεν ξέρω που βρίσκονται σήμερα και που περπατούν… Επίσης απόλαυση για μένα είναι όταν γράφω στα αλβανικά. Νομίζω ότι η απόσταση έκανε πιο πλούσια, πιο άμεσα τα αλβανικά μου. Σίγουρα, ένα από τα επόμενα μυθιστορήματά μου θα είναι απευθείας στα αλβανικά. Είμαι προνομιούχος που έχω περισσότερες από μια γλώσσα για να γράψω και να αναπλάσω τον κόσμο…

Επτά αλβανικές εφημερίδες εκδίδονται στην Ελλάδα. Υπερβολή ή υπάρχει χώρος για όλους; Ενδιαφέρεται τάχα τόσο ο αλβανός μετανάστης για τα πάντα;

Πιστεύω πως είναι οι Αλβανοί της πρώτης γενεάς αυτοί που διαβάζουν και ενημερώνονται από τα μέσα για το τι γίνεται στην Αλβανία. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν εδώ για τα παιδιά τους. Ήταν μια τεράστια θυσία. Λόγω και της εγγύτητας, πιστεύω πως ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων της πρώτης γενεάς θα επιστρέψουν. Μάλιστα αν είχαν εξασφαλίσει μια άδεια παραμονής αορίστου χρόνου, για να μην ταλαιπωρούνται στα σύνορα, ένα μεγάλο μέρος αυτών των ανθρώπων θα πηγαινορχόντουσαν Ελλάδα-Αλβανία. Θα έρχονταν εδώ για να επισκεφθούν τα παιδιά και τα εγγόνια τους…

Πώς σου φαίνεται το επίπεδο δημοσιογραφίας στην Ελλάδα;

Όπως όλα τα πράγματα στην Ελλάδα, λίγο «άρπα κόλλα», λίγο από όλα, όπου το όλα σημαίνει ότι τίποτα δεν είναι πολύ καλό και τίποτα δεν είναι πολύ κακό. Νομίζω πάντως πως η έντυπη δημοσιογραφία στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί πάρα πολύ. Εκεί μπορείς να βρεις διαμάντια. Υπάρχει βέβαια και πολύ σκουπίδι, όπως παντού στον κόσμο άλλωστε, ειδικά στην τηλεοπτική δημοσιογραφία.

Νομίζεις πως συνεχίζεται η διόγκωση των προκαταλήψεων και στερεοτύπων μέσα από τα ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια;

Έχουν αλλάξει πολλά από το 1991 που τα παρακολουθώ. Οι Αλβανοί μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα, με τρόπο τόσο χαώδες και απότομο, έδωσαν τη «δυνατότητα» στην ελληνική ιδιωτική τηλεόραση να γίνει η βαλκανική εκδοχή της αμερικανικής local τηλεόρασης, δηλαδή να θεσμοθετηθεί ως ο κύριος εκπρόσωπος της «βαθιάς κοινωνίας». Όσον αφορά τους μετανάστες σήμερα ο τηλεοπτικός λόγος στέκει αμήχανος μπροστά τους. Δεν ξέρει πώς να τους αντιμετωπίσει. Αυτό και λόγω της κοινωνικής αλλαγής που έχει επέλθει. Οι μετανάστες δεν ανταποκρίνονται πια στο «τέρας» που κάποτε πρόβαλλαν τα κανάλια. Από «τέρας» ο μετανάστης, κάποια στιγμή, έγινε ο άνθρωπος που του αξίζει ο οίκτος. Και αυτό όμως εξαντλήθηκε. Τώρα έρχεται η δεύτερη γενιά, με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά, δεν μιλά σπαστά ελληνικά, δεν έχει στο βλέμμα εκείνη την έκφραση του ορφανού που είχε η πρώτη γενιά. Εδώ χρειάζεται μια άλλη αντιμετώπιση και ο τηλεοπτικός λόγος είναι ανίκανος να τον αρθρώσει. Επομένως την αφήνει εντελώς έξω την δεύτερη γενιά. Απλά σιωπά και μερικές φορές έχεις την εντύπωση ότι για την τηλεόραση οι μετανάστες δεν υπάρχουν πια…

Έζησες από κοντά την ημέρα κήρυξης της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, σε πολλούς αναλυτές γεννήθηκαν ερωτήματα σχετικά με την αποσταθεροποίηση της περιοχής αλλά και το ξέσπασμα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης ανεξαρτητοποίησης αυτόνομων εθνικών περιοχών γενικότερα στην Ευρώπη. Να θεωρείται άραγε το άνοιγμα του «κουτιού της Πανδώρας»;

Εδώ στην Ελλάδα πολλοί δημοσιογράφοι ασχολούνταν με το άνοιγμα του «Κουτιού της Πανδώρας». Πιο πολύ εδώ παρά στη Σερβία, δυστυχώς. Κάποιοι, που το έχουν συνηθίσει άλλωστε, επικαλούνταν πάλι το σύνθημα «θα έρθει η σειρά μας». Δεν καταλαβαίνω τι σόι δημοσιογράφοι είναι αυτοί; Τι σχέση έχει η Ελλάδα, μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη Γιουγκοσλαβία, μια χώρα που απαρτιζόταν από έξι δημοκρατίες και διαλύθηκε με τόσο επώδυνο τρόπο; Το περίεργο είναι ότι για τους ίδιους δημοσιογράφους δεν αποτελούσε άνοιγμα του «κουτιού της Πανδώρας» η καταστροφή του Σαράγιεβο, ούτε η Σρεμπρένιτσα, ούτε η αυτοκτονική πολιτική του Μιλόσεβιτς. Αυτοί το «κουτί της Πανδώρας» το βλέπουν μονίμως στη μια πλευρά… Από το 1991 άλλωστε ειδικεύονται σε κινδυνολογίες, στο φτιάξιμο αντίπαλων «τόξων» στα Βαλκάνια… Τώρα, για να επιστρέψω στο ερώτημά σας. Εγώ ήμουνα τη μέρα της ανεξαρτησίας στην Πρίστινα. Συναντήθηκα με φίλους μου, Σέρβους και Αλβανούς. Ήταν μια δύσκολη μέρα για τους Σέρβους στο Κόσοβο. Είχαν μια βαθιά αίσθηση ήττας. Για να πω την αλήθεια τις περισσότερες μέρες βρέθηκα με τους Σέρβους. Ίσως γιατί μου αρέσει να κάθομαι από την πλευρά των ηττημένων. Μπορεί αυτό να είναι απόρροια των βιωμάτων μου. Στην πλευρά των Αλβανών, πίσω από τη μέθη, καταλάβαινες καθαρά την έγνοια του μέλλοντος. Όπως μου έλεγαν κάποιοι Αλβανοί φοιτητές: «τώρα δεν υπάρχει πια το άλλοθι της Σερβίας. Τώρα είμαστε μόνοι μας». Από την άλλη πλευρά, ήταν ένα ειρηνικό «διαζύγιο». Δεν άνοιξε μύτη εκείνη την ημέρα. Στο ξενοδοχείο όπου έμενα έρχονταν Αμερικανοί δημοσιογράφοι και με ρωτούσαν με αγωνία εάν θα υπάρχουν συγκρούσεις και αίμα. Ήθελαν το σόου τους. Πίσω από το πένθος και τη μέθη, αυτό που κατάλαβα από Αλβανούς και Σέρβους είναι ότι έχουν βαρεθεί τα όπλα, τον πόλεμο, τον αλληλοσπαραγμό. Ίσως είναι η κούραση. Αυτό που ζητούν οι λαοί στα δυτικά Βαλκάνια πλέον είναι μια ομαλή ζωή. Είναι μια κατάσταση τόσο αντιφατική που σε κουράζει. Συνυπάρχουν ταυτόχρονα τα μίση του παρελθόντος, οι μυθολογίες, τα συντρίμμια, η ανάγκη για συμφιλίωση και για ομαλή ζωή. Χαράσσουν νέα σύνορα και ταυτόχρονα όλοι οι λαοί αυτοί ζητούν να γίνουν μέλη της Ευρώπης για να ξεπεράσουν τα σύνορα. Προσωπικά δεν βλέπω να ανοίγει κανένα «Κουτί της Πανδώρας». Το «Κουτί της Πανδώρας» ήταν η ίδια διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Άρχισε στο Κόσοβο, με τον Μιλόσεβιτς να υπόσχεται στους Σέρβους μεγάλες δόξες, και στο Κόσοβο κατέληξε. Τώρα ζούμε τις μετασεισμικές δονήσεις. Από εκεί και πέρα νομίζω πως πριν μιλήσει κανείς για τα δυτικά Βαλκάνια πρέπει να πάει, να τα περπατήσει, να μιλήσει με τους απλούς ανθρώπους. Τότε θα ανακαλύψει πράγματα που θα τον εκπλήσσουν. Θα ανακαλύψει ανθρώπους που πριν μισή ώρα εσύ νόμιζες ότι μισούνται θανάσιμα ενώ τους βλέπεις να πίνουν καφέ μαζί και να μιλούν την ίδια γλώσσα, να τρώνε τα ίδια φαγητά, να έχουν τις ίδιες έγνοιες, να ακούν και να τραγουδούν την ίδια μουσική. Θα καταλάβει ότι το πρόβλημα ημών των Βαλκανίων δεν είναι ότι είμαστε διαφορετικοί αλλά ότι είμαστε ίδιοι. Το πρόβλημά μας είναι η αβάσταχτη ομοιότητα του Άλλου. Θα καταλάβει που στέκεται το πραγματικό «Κουτί της Πανδώρας» των δυτικών Βαλκανίων: στη γέφυρα της Μιτρόβιτσας. Είναι μια πόλη όπου Αλβανοί και Σέρβοι ζουν εντελώς χωρισμένοι. Και ο μοναδικός πολυπολιτισμικός θεσμός που λειτουργεί είναι η μαφία. Σέρβοι και Αλβανοί λαθρέμποροι, που την ημέρα πωλούν εθνικισμό, τη νύχτα συνυπάρχουν μια χαρά και μοιράζονται τα κέρδη τους. Όσο περισσότερο έντιμοι Αλβανοί και Σέρβοι μισούν αλλήλους τόσο πιο πολύ αυξάνεται το κέρδος των λαθρεμπόρων…

Τελευταία τα δελτία ειδήσεων στην Ελλάδα ασχολούνται με τη «Μεγάλη Αλβανία». Βλέπεις τέτοια σενάρια και με ποιους αρχιτέκτονες;

Η «Μεγάλη Αλβανία» είναι ανέκδοτο. Αυτή είναι η γνώμη μου.

Tο τσιγάρο, όπως και ο εθνικισμός, –δηλώνεις στο blog σου– ήρθε στα Βαλκάνια από την Ευρώπη. Εκεί κάποια στιγμή το αποκήρυξαν, όπως αποκήρυξαν και τον εθνικισμό. Εδώ το λατρεύουν ακόμη, όπως λατρεύουν και τον εθνικισμό. Η είσοδος στην Ε.Ε. όλων των βαλκανικών χωρών θα σήμαινε και την απαρχή του τέλους για τα παραπάνω;

Το υπέρτατο πολιτικό όραμα που υπάρχει σε όλα τα δυτικά Βαλκάνια αυτή τη στιγμή είναι η ένταξη στην Ευρώπη. Είναι ένα όραμα ανθρώπων που νιώθουν ηττημένοι, που αδυνατούν να απαλλαγούν μόνοι τους από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Ένας Σέρβος και ένας Αλβανός σήμερα έχουν το ίδιο πρόβλημα: ταπεινώνονται για μια βίζα. Ο Αλβανός και ο Σέρβος νέος σήμερα κρατούν τα ίδια κινητά, με τα ίδια ring tones και πολλές φορές συναντιούνται στο chat. Προπαντός όμως θέλουν μια δουλειά, μια προοπτική. Εάν το όραμα της Ευρώπης αποτύχει, τα δυτικά Βαλκάνια θα γίνουν πεδίο βολής φθηνό. Δείτε σήμερα την Ρουμανία και την Ουγγαρία. Το 1991 υπήρχαν προβλέψεις ότι μπορεί να υπάρξει ακόμα και πολεμική σύρραξη μεταξύ των δυο χωρών για το θέμα των Ούγγρων της Τρανσυλβανίας. Σήμερα είναι και οι δυο χώρες μέλη της Ε.Ε. Έχετε ακούσει πια να ερίζουν ξανά για την μειονότητα; Ναι, ερίζουν αλλά σε άλλο επίπεδο, χωρίς να περνά από τον νου τους η λέξη πόλεμος. Γιατί ο πόλεμος τώρα θα είναι αυτοκτονία και για τις δυο πλευρές. Το ίδιο θα συμβεί και στα δυτικά Βαλκάνια, πιστεύω. Με την ένταξη στην Ε.Ε δεν θα αγκαλιαστούν την επόμενη μέρα αλλά θα έχουν άλλες προτεραιότητες. Από ένα πόλεμο θα έχουν πολλά να χάσουν. Και χωρίς φιλοπόλεμη ατμόσφαιρα υπάρχει περισσότερη δημοκρατία. Εάν ήταν στην Ε.Ε. Σέρβοι και Αλβανοί σήμερα θα συζητούσαν πιο πολύ για τα έργα υποδομής, για τις δημόσιες υπηρεσίες, για τη διαφθορά, για τον πολιτικό διάλογο, για την αγοραστική δύναμη, για την ποιότητα ζωής. Θα συζητούσαν πιο πολύ για την καθημερινότητα παρά για διαχρονικές μυθολογίες…

Αρκετούς φίλους μα και θανάσιμους εχθρούς προσελκύει το blog σου, τελικά αποτελεί το internet μια δημοκρατική εστία διαλόγου και πληροφόρησης, ή μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι απρόβλεπτο;

Δεν είμαι ειδικός για το διαδίκτυο αν και περνώ πολλές ώρες μαζί του. Θα πω απλά το τετριμμένο: το διαδίκτυο έχει μεταμορφώσει τη ζωή μας. Όσον αφορά το μπλογκ π.χ.: δεν μπορείς να γράψεις ανοησίες γιατί η δυνατότητα ελέγχου είναι πολύ μεγαλύτερη. Η επικοινωνία ταυτόχρονα είναι μεγαλύτερη. Στο τελευταίο post που έγραψα για τον Ρομπέρτο Σαβιάνο, είχε μπει κάποιος Ναπολιτάνος που μαθαίνει ελληνικά και έγραψε τη γνώμη του. Το ιντερνέτ σημαίνει συνάμα μια έκρηξη ατομικότητας. Δίνει στον καθένα την ευκαιρία να βγει προς τα έξω, να ξεπεράσει ορισμένα εμπόδια, ακόμα και ορισμένες ιεραρχήσεις. Από την άλλη πλευρά ο καλός σέρφερ στο διαδίκτυο είναι αυτός που ξέρει να πετάξει όχι να μαζέψει γιατί ο βομβαρδισμός των πληροφοριών είναι τρομακτικός. Το διαδίκτυο θεωρώ πως είναι μια επανάσταση εν εξελίξει, δεν ξέρω πού θα μας πάει…

Τελικά κύριε Καπλάνι πόσο ευοίωνο είναι το «υπάρχουμε.. συνυπάρχουμε» σε μια Ευρώπη που ψηφίζει, δίνει θέσεις και στρίβει επικίνδυνα σε ακροδεξιές πολιτικές, θέσεις, τάσεις, λόγους;


Δεν είναι θέμα μόνο της Ευρώπης. Η Δεξιά σήμερα ζει τον «Μάη του ‘68» της. Κάνει ότι θέλει. Πολέμους, Γκουαντάναμο, φακελώνουν πολίτες. Η Δεξιά προσαρμόστηκε με περισσότερη ικανότητα στο χάος της παγκοσμιοποίησης. Στην ουσία δεν προσφέρει κάποια προοπτική ή ελπίδα, προσφέρει όμως βολικούς εχθρούς. Και όταν οι κοινωνίες βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιό «διψούν» για εχθρούς και αποδιοπομπαίους τράγους. Νομίζω ότι ο Μπαράκ Ομπάμα είπε σε μια ομιλία του ότι όταν πάσχουμε από την αίσθηση της απογοήτευσης και του φόβου, ψάχνουμε έναν εχθρό. Και ο πιο εύκολος εχθρός είναι ο μετανάστης, ο μαύρος, ο ανάπηρος, ο ομοφυλόφιλος, ο άνεργος, ο άστεγος, αυτός που δεν είναι σαν και εμάς, που «απειλεί» την ευμάρειά μας. Το θέμα είναι, πως η Αριστερά θα πρέπει να ανασυνταχθεί σε αυτό το πρωτόγνωρο περιβάλλον. Όχι προσφέροντας εχθρούς. Η σταλινική Αριστερά ή η λαϊκιστική Αριστερά του Τσάβεζ βασίζει την δράση στην παντοτινή παρουσία των εχθρών. Δεν εννοώ ότι η Αριστερά θα πρέπει να είναι σύλλογος ειρηνιστών και να μην συγκρούεται αλλά αυτό στη βάση των αξιών της δικαιοσύνης και της χειραφέτησης της κοινωνίας. Η Αριστερά καλείται να επαναδιατυπώσει τις αξίες της σε ένα περιβάλλον όπου διαλύονται οι παλιές πεποιθήσεις και δομές εκπροσώπησης. Εάν η Αριστερά δεν καταφέρει να πείσει, τότε θα ζήσουμε άγριες εποχές…


*Δημοσιεύτηκε στον δικτυότοπο του περιοδικού Ζενίθ στις 7-4-2012.

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Η αλήθεια για το Κερκυραϊκό ολοκαύτωμα

1) Οι λεγόμενες "ελληνικές αρχές" της Κατοχής ήταν ελληνόφωνα όργανα των κατακτητών, όπως και οι διάφοροι "Κουίσλινγκ" στις άλλες χώρες. Σαν τέτοιους τους κατάγγειλαν οι Σύμμαχοι, τους χαρακτήρισαν δοσίλογους και σαν δοσίλογοι δικάστηκαν και καταδικάστηκαν μετά την απελευθέρωση σ' όλες τις χώρες εκτός από την Ελλάδα γιά τους γνωστούς λόγους.

2) Δοσίλογοι που δεν δικάστηκαν ήταν και η ονομαζόμενη από το Χρύσανθο Σαρλή "ηγεσία του Κερκυραϊκού λαού". Τους Κόλλα και Κομιανό τους διόρισαν οι Ιταλοί όπως μαρτυρούν οι "πληροφοριοδότες" Μεθόδιος Κοντοστάνος στο βιβλίο του "Αρχείον Κατοχής" σελ 283, 290, 291, 294 και Κώστας Δαφνής στο βιβλίο του "Χρόνια πολέμου και Κατοχής" σελ. 243, 244, 255 και τους αναγνώρισαν οι Γερμανοί οι οποίοι τους χρησιμοποίησαν γιά τις ανάγκες τους μέχρι το τέλος του πολέμου, όπως γράφει και ο "πληροφοριοδότης" Μεθόδιος στη σελ. 448 κ.α. Ο αστυνομικός διευθυντής Δεδόπουλος και ο διοικητής χωροφυλακής Τσιριλάκης υπηρετούσαν, υπό τις διαταγές της γερμανόδουλης κυβέρνησης της Αθήνας, στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα και μετατέθηκαν στην Κέρκυρα αμέσως μετά την απόβαση των Γερμανών (βλέπε τις ίδιες πηγές). Η κρίση και καταδίκη της συμπεριφοράς και των πράξεών τους δεν είναι συκοφαντία αλλά επιταγή της Ιστορίας, της διαδικασίας δηλαδή που επεξεργάζεται την πείρα των λαών για να φωτίσει την μελλοντική τους πορεία.

3) Οι προκηρύξεις που χαιρετίζουν τη σύλληψη των Εβραίων, με τις υπογραφές Κομιανός, Κόλλας, Δεδόπουλος, δεν τυπώθηκαν στη Λάρισα εν αγνοία τους, όπως ισχυρίζονται οι κατήγοροι. Τυπώθηκαν στην Κέρκυρα, στα τυπογραφεία της ελληνόφωνης "Γκαζέτα Ιόνικα" των Ιταλών, στα οποία οι Γερμανοί τύπωναν και την "Κερκυραϊκή Φωνή" τους, όπως μαρτυρά και ο "πληροφοριοδότης" Κώστας Δαφνής που γράφει (σελ. 285) σχετικά με την ελληνόφωνη φυλλάδα των Γερμανών ότι "για τη στοιχειοθέτηση και την εκτύπωσή της εχρησιμοποιείτο το ιταλικό τυπογραφείο "Σαν Μάρκο" το οποίον εξυπηρέτησε τις τυπογραφικές ανάγκες των Γερμανών σ' όλο το διάστημα της κατοχής των".

4) Δύο ακόμη "πληροφοριοδότες, κοινοί συκοφάντες του Ποινικού Δικαίου" κατά τους κατήγορους, που επέζησαν του Άουσβιτς, καταθέτουν τις μαρτυρίες τους στο κερκυραϊκό περιοδικό ΕΧΙΤ. Η Ρεβέκκα Ααρών, κοριτσάκι 14 ετών τότε, θυμάται: "" Στην αρχή είχαν μια πινακίδα που έγραφε "ΕΒΡΑΙΟΙ" και έπρεπε να βάζουν οι Εβραίοι σε όλα τους τα μαγαζιά, για να μην μπαίνει μέσα κανένας. Ο πατέρας μου ο άχαρος την είχε πίσω από την πόρτα κορνιζαρισμένη. Κάποια μέρα ένας άνθρωπος ήρθε με δύο γερμανούς στρατιώτες και λέει του πατέρα μου: "Πού την έχεις την πινακίδα;". "Πίσω από την πόρτα", λέει αυτός. "Όχι" του απαντά "πρέπει να την βάλεις μπροστά γιατί απαγορεύεται να μπαίνουν οι Γερμανοί σε εβραϊκά μαγαζιά, δεν πρέπει να ψωνίζουν από εσάς". Εμένα που ήμουν μπροστά τόσο πολύ μου στοίχισε που έκατσα σε μια άκρη μαζεμένη και καταφοβισμένη... Υστερα ο πατέρας μου είπε ότι αυτός ο άνθρωπος με το ξεροκάπελο ήταν ο Κόλλας, ο Δήμαρχος." Και η δεύτερη, η Βασιλική Βιτάλ, συμπληρώνει: ""Αν δεν ήταν φιλογερμανός και φασίστας δε θα έκανε αυτή τη χειρονομία - να παίρνει τους Γερμανούς στα σπίτια από τους Εβραίους."" Είναι δύο ακόμη μάρτυρες που, εκτός των άλλων, βεβαιώνουν και "το γνήσιον της υπογραφής" του Δημάρχου Κόλλα στην επίμαχη προκήρυξη.

5) Αλλά και αν παραδεχτούμε ότι οι προκηρύξεις τυπώθηκαν εν αγνοία τους, γιατί τις κυκλοφόρησαν; Γιατί δέχτηκαν τις εντολές των Γερμανών (Δαφνής σελ 292) και προπαντός γιατί τις εφάρμοσαν; Στο Δημαρχείο έδιναν το "παρών" οι Εβραίοι, η Αστυνομία και η Χωροφυλακή τους μάντρωσαν και τους κατέγραψαν στην Πλατεία, ο αστυνομικός Πατρίκιος, δεξί χέρι του Δεδόπουλου, τους απειλούσε με γερμανικό όπλο να μην κινηθεί κανείς όταν σήμανε αεροπορικός συναγερμός, όπως μαρτυρεί η Ρεβέκκα Ααρών και άλλου που έζησαν τη σκηνή και επέζησαν του Άουσβιτς.
Η Γερμανία κατέρρεε και μετά τέσσερις μήνες παραδόθηκε χωρίς όρους. Αν οι τρείς "μη υπογράψαντες" την προκήρυξη των Γερμανών έφευγαν μαζί με τους καταλόγους των μελλοθανάτων Εβραίων και κρυβόντουσαν γιά τέσσερις μήνες (άλλοι αγωνίζονταν χρόνια στην παρανομία) οι Γερμανοί μόνοι τους δε θα μπορούσαν να εφαρμόσουν την "Τελική Λύση" στην Κέρκυρα και οι Εβραίοι, αν όχι όλοι οι περισσότεροι, θα γλύτωναν. Η καταγγελία αυτών των πράξεων που συνθέτουν το αδίκημα της συνέργειας στο έγκλημα δεν είναι συκοφαντία.

6) Δύο μόνο μήνες πριν φύγουν οι Γερμανοί από την Κέρκυρα ο Δήμαρχος Κόλλας, χειροκροτούμενος από το Δεδόπουλο και το Μητροπολίτη Μεθόδιο, εξέφραζε "τας ζωηράς ευχαριστίας" του στο Γερμανό στρατιωτικό διοικητή για την "παράδοση" του Μουσείου στον Κερκυραϊκό λαό, τονίζοντας ότι, το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει "τα φιλικότατα των Γερμανικών αρχών Κατοχής έναντι του Κερκυραϊκού Κοινού" (Μεθόδιος σελ. 448). Την ίδια ώρα 1800 Κερκυραίοι Εβραίοι εξοντώνονται στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.
Η αξίωση των κατηγόρων να καταδικαστεί ο συγγραφέας αν δε δηλώσει ότι "τιμά" αυτό "το έργο" του Κόλλα είναι προσβολή προς το κοινό περί Δικαίου αίσθημα και ύβρις προς την έννοια της Δημοκρατίας.

7) Τέλος, δύο μαρτυρίες σχετικά με τη λεηλασία των εβραϊκών σπιτιών:
Ο Μητροπολίτης Μεθόδιος στο βιβλίο του (σελ. 442) καταχωρεί μια επιστολή του προς το Νομάρχη Κομιανό με την οποία παραπονείται σ' αυτόν γιατί δεν έδωσε κάποια βοήθεια στους παπάδες και σημειώνει ότι μετά την κατάσχεση των εμπορικών καταστημάτων και των αποθηκών των Εβραίων παρουσιάζεται "νέα περίπτωσις προς εξοικονόμησιν των αναγκών των Ιερέων, εφ' όσον μάλιστα ως πληροφορούμεθα υπάρχει αφθονία υφασμάτων καταλλήλων προς εξωτερικήν ενδυμασίαν αυτών, τα οποία, ως πληροφορούμεθα, κατήντησαν να πωλούνται εις τας οδούς, αγνοούμεν πώς". Προσθέτει ότι, πάλι κατά τις πληροφορίες τους, "υπάρχει και αφθονία υφασμάτων καταλλήλων προς κατασκευήν Ιερατικών στολών τελετουργίας" και παρακαλεί το νομάρχη-διαχειριστή της λείας να του δώσει υφάσματα γιά ράσα και Ιερά άμφια.
Η δεύτερη μαρτυρία είναι του Κώστα Δαφνή, στο βιβλίο του "οι Ισραηλίτες της Κέρκυρας, χρονικό εφτά αιώνων", στη σελ. 37, όπου μιλώντας ξανά γιά τον "μαινόμενο όχλο" που λεηλατούσε, σημειώνει: "το δε λυπηρό σε όλη αυτή την ιστορία είναι ότι στη διαρπαγή συνέργησαν και όργανα της τάξεως".
Δύο μαρτυρίες που, εκτός των άλλων, δείχνουν και την αξιοπιστία του συγγραφέα που οι κατήγοροι αντιγράφουν και επικαλούνται. Αυτά θα καταθέσω στη δίκη του Μπούτου και της "Συκοφαντίας του Αίματος" όταν γίνει και αν γίνει. Αν δε γίνει, κράτησέ τα για σένα φίλε μου και για όσους πιστεύουν ότι το ρητό που ζητάει τα "παθήματα" να γίνονται "μαθήματα" ισχύει όχι μόνο για τα άτομα αλλά και για τους λαούς.



Βασίλης Ανθης
(απόσπασμα από το βιβλίο του "Ένα ταξίδι μια ζωή")

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Η ιστορία της Ελλάδας από εβραϊκή σκοπιά:

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι θλιβερές για τους κατοίκους της συνέπειες της κατάρρευσής της

Ο Φαλμεράϋερ και η εθνική καταγωγή των συγχρόνων Ελλήνων - Παρουσίαση Μακεδονικού-Ελληνικού Λεξικού




Τα βίντεο από την εκδήλωση:


http://www.youtube.com/watch?v=6Bch2t9gQ4g



http://www.youtube.com/watch?v=O0e-qDy9onQ



http://www.youtube.com/watch?v=xB8rbphUoTg



http://www.youtube.com/watch?v=7t31wD5Hvw0



http://www.youtube.com/watch?v=jv1v7psNCIU



http://www.youtube.com/watch?v=7JflcrOpw5M


Παρουσίαση Μακεδονικού-Ελληνικού Λεξικού







































Φωτογραφίες από την εκδήλωση:


















Σχετικό άρθρο με βίντεο:

http://abecedar.blogspot.gr/2011/10/blog-post_30.html


Κυνηγώντας κανίβαλους στα χρόνια της κρίσης

Εισήγηση δυο εκδηλώσεων της συλλογικότητας Terminal 119.


[Των δύο εκδηλώσεων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα προηγήθηκε προβολή μισάωρου οπτικουακουστικού υλικού που είχαμε αρχειοθετήσει από εκπομπές και δελτία ειδήσεων τόσο κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας των 300 όσο και του πογκρόμ του Μάη του 2011.]

Αυτή εδώ δεν είναι μια εισήγηση για ΜΜΕ, αλλά μια εισήγηση για ελληνικό βόθρο. Και εξηγούμαστε: τα ΜΜΕ δεν έκαναν τίποτε παραπάνω από το καθήκον τους. Όταν, π.χ., μια-δυο εβδομάδες νωρίτερα από την απεργία πείνας των 300 μεταναστών, τα γκάλοπ καταδείκνυαν ότι το 86% των ελλήνων είναι ρατσιστές και εθνικιστές, ε, τότε πρέπει αυτός ο κόσμος, αυτοί οι θεατές και αναγνώστες δηλαδή των ΜΜΕ, να τροφοδοτηθεί με την κατάλληλη τροφή. Αυτό κάνανε τα ΜΜΕ. Τίποτα παραπάνω. Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια του Μάη, όταν το πογκρόμ καταδικάστηκε σε αφάνεια στις πραγματικές του διαστάσεις ή η τηλεοπτική του κάλυψη περιορίστηκε στη συντήρηση του μύθου της ‘φασιστικής μειοψηφίας’, κάτι ανάλογο επιτεύχθηκε. Αν περιορίζαμε, λοιπόν, την κριτική μας στα ΜΜΕ και μόνο, θα ήταν σα να βλέπαμε μόνο τα σκατά που κολυμπάνε στην επιφάνεια του βόθρου αυτού και να μη βλέπαμε τον ίδιο το βόθρο, χωρίς τον οποίο, τα σκατά θα πήγαιναν στον πάτο. Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά και χωρίς τη βοήθεια εικόνων αυτή τη φορά.


Η αναβάθμιση του τρόμου
Με δεδομένο ένα εθχρικό κλίμα, ήταν επόμενο πως οι 300 μετανάστες απεργοί πείνας τον Ιανουάριο του 2011 θα αγωνιστούν με απελπιστικά ελάχιστους συμμάχους και πολλαπλούς αντιπάλους. Η αναβάθμιση του τρόμου πρέπει να παρατηρηθεί και στα τρία επίπεδα: ΜΜΕ, ελληνικό κράτος και, βέβαια, το βασικό υπεύθυνο, την ελληνική κοινωνία. Μια εμπειρική καταγραφή μπορεί να πείσει. Οι 300 μετανάστες απεργοί πείνας ήταν απέναντι σε όλους: τηλεπαιχνίδια με ερωτήσεις για «λαθρομετανάστες» και δώρα κινητά τηλέφωνα, η παρουσία του στρατιωτικομπατσικού μηχανισμού σε όλο το κέντρο της Αθήνας που συνάντησε ελάχιστες αντιστάσεις, το εκρηκτικό κοκτέιλ πανικού και αποφασιστικότητας που έδειξαν οι κρατικές κινήσεις, η πλήρης κοινωνική νομιμοποίηση της δολοφονικής λέξης «λαθρομετανάστης», τα αντιμεταναστευτικά ανέκδοτα που πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν στους χώρους εργασίας για να χασκογελάνε οι πληγέντες από την κρίση έλληνες, η ηλίθια δικηγόρος έξω από τη νομική, ο περιθωριακός κρυφοφασίστας δημοσιογράφος, αυτό το ντούκι που δήλωνε απλά ‘έλληνας εργάτης’, ο σεκιουριτάς στον Ευαγγελισμό, η διευθύντρια του παθολογικού στο Λαϊκό, ο υπάλληλος του σκουπιδιάρικου που έλεγε χαμογελαστά «τρώνε καλά αυτοί εκεί μέσα», φυσικά ο δικαστικός, ο πανεπιστημιακός καθώς και οι ισλαμοφοβικοί αγύρτες τύπου Σώτης Τριανταφύλλου. Ήταν στο κέντρο, στο Αιγάλεω, σε τσαμπουκάδες κατά τη διάρκεια μοιρασμάτων, ήταν στου Ζωγράφου, βρίζοντας τους ανθρώπους της μικροφωνικής, ήταν πολύ συχνά σταματημένος με μηχανάκια στο φανάρι της Ηπείρου – μόλις ανάψει το πράσινο φανάρι προς την Πατησίων – έτοιμος να προλάβει να φωνάξει βιαστικά «μαλάκες!», ήταν στο μαύρο τζιπάκι να λέει ατάκες του στιλ «κι ο Αλ Καπόνε μετανάστης ήταν!». Φυσικά, να μην ξεχάσουμε τον αναρχικό φοιτητή ο οποίος, την 25η μέρα απεργίας πείνας είχε πρόβλημα «με το αίτημα για νομιμοποίηση» γιατί ήταν πολύ ρεφορμιστικό ή και τον αριστερό φοιτητή για τον οποίο προτεραιότητα είχε η εξεταστική Φεβρουαρίου. Το αν το κάποιοι εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για την αλλοίωση του έθνους ή για την αποκατάσταση του πανεπιστημιακού ασύλου, τον προβληματισμό για τη «δημόσια υγιεινή» ή το άγχος ξεστρατίσματος του αγώνα, τον κίνδυνο απώλειας της εξεταστικής ή αυτόν της ρεφορμιστικής παρεκτροπής ή ακόμη και ιδεολογικού (πχ αντι-ΜΜΕ) αξιώματος, μικρή διαφορά μας κάνει. Όλοι τους μιλούσαν ελληνικά ή, ακόμη χειρότερα, σκέφτονταν έτσι.

Το τι προκάλεσε αυτή την τριπλή αναβάθμιση του τρόμου που αναφέραμε δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Ούτε κάποιος σούπερ εργατικός-ταξικός αγώνας, ούτε η απειλή πολέμου με την Τουρκία, ούτε και κάποια κρίση με πετρέλαια. Ηαναβάθμιση του τρόμου υπήρξε για τρεις πολύ απλούς λόγους που συνδυάστηκαν μεταξύ τους:

α) λόγω ενός προβληματικού μέσου αγώνα – της απεργίας πείνας – (προβληματικού ακριβώς γιατί στηρίζεται στον ανθρωπισμό ενός κράτους, και στην τελική ενός κράτους που είναι από τα λιγότερο γνωστά ως ‘ανθρωπιστικό’: το ελληνικό). Η απεργία πείνας, ξεκινάει απο την εκτίμηση ότι η άλλη πλευρά θα δεχτεί τα αιτήματα για ανθρωπιστικούς λόγους, για να μην έχουν νεκρούς ή γιατί οι μετανάστες πιστεύουν ότι αυτή η μορφή πάλης θα συγκινήσει την ελληνική κοινωνία τόσο ώστε να ασκήσει πίεση προς την εξουσία, εκτίμηση που είναι τουλάχιστον αισιόδοξη δεδομένης της ποιότητας αυτής της κοινωνίας.

β) ο δεύτερος λόγος της αναβάθμισης του τρόμου είχε να κάνει με το τυπικά ρεφορμιστικό μα τόσο συγκεκριμένο αίτημα της νομιμοποίησης των μεταναστών χωρίς χαρτιά στην ελλάδα, καθώς, όπως έχει γράψει και το CM: “Εν όψει της αθλιότητας της ελληνικής κοινωνίας και της ελεεινότητας των πρωτοποριών της, ακόμα και τέτοια απλά, ρεφορμιστικά και αυτονόητα σε άλλους καιρούς και άλλες κοινωνίες, συγκεκριμένα αιτήματα μετατρέπονται σε κοινωνικό δυναμίτη που περιμένει υπομονετικά να του ανάψουν το φυτίλι.” Ναι ρε, Αλβανοί! Η απειλή νομιμοποίησης όλων των μεταναστών στην ελλάδα τρόμαξε τον εθνικό κορμό στις πιο υπαρξιακές του ρίζες. Η πιθανότητα, δε, της παραχώρησης άδειας παραμονής στους 300 απεργούς πείνας δημιουργούσε άμεσα την απειλητική υπόνοια ότι κι άλλοι μετανάστες θα ακολουθούσαν το μέσο της απεργίας πείνας για να νομιμοποιηθούν, αυξάνοντας τους πονοκεφάλους αυτών που θέλουν να πιστεύουν και να ποντάρουν στην ελληνική πλειοψηφία και ομοιογένεια του πληθυσμού.

γ) ο τρίτος λόγος της αναβάθμισης του τρόμου, κατά την εκτίμηση μας, είναι ότι αυτός ο αγώνας δόθηκε ίσως για πρώτη φορά μαζικά και ρητά αυτοοργανωμένα (δηλαδή με συνελεύσεις μεταναστών που δεν χειραγωγούνται από πολιτικούς φορείς / κόμματα και που αποφασίζουν αυτόνομα για το κοινό τους μέλλον με βάση τη θέση τους στην ελληνική κοινωνία, δηλαδή ως ξένοι). Κι αν το Δεκέμβρη του ‘08 κάποιοι άρθρωναν κριτικές προς τους μετανάστες για το ότι απλά υπήρχαν στους δρόμους του Δεκέμβρη αλλά δεν ήταν και ενεργοί συμμέτοχοι (ή άλλοι ψέλλιζαν τις μπούρδες τους περί αντικαπιταλιστικής κριτικής στο πλιάτσικο), τώρα δεν μπορούσαν να χωνέψουν βέβαια το πώς 300 μετανάστες γονάτισαν το κράτος ώστε να κάνει κινήσεις που δε χρειάστηκε ποτέ να κάνει με την «ελληνική εργατική τάξη» των τελευταίων 20 χρόνων.

Παρένθεση για την ‘αυτοοργάνωση’ του αγώνα (που τόσο λοιδορήθηκε): Πρώτον, να σημειώσουμε ότι την απραξία και την άρνηση συμπαράστασης ομάδων και ατόμων του χώρου στο όνομα του καπελώματος των μεταναστών τη θεωρούμε επαίσχυντη γιατί υποτίμησε τους απεργούς ως άβουλα όντα, θεωρώντας ότι αυτοί χωρίς τη θέληση τους κατευθύνονται απο άλλους. Και ήταν, βέβαια, γελοίο άνθρωποι που αποφάσισαν μια τέτοια ενέργεια, βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή, να θεωρούνται άβουλα όντα! Δεύτερον, τη συζήτηση περί καπελώματος την έφεραν στο προσκήνιο διάφοροι αριστεροί και αναρχικοί αποκρύβοντας, βέβαια, ότι σε πολλούς δικούς τους αγώνες – π.χ. απελευθέρωση φυλακισμένων ή κι εργατικές απεργίες – έχουν εμφανιστεί ιεραρχίες, καπελώματα και συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και τότε δεν διαμαρτύρεται από όσο ξέρουμε κανείς. Τρίτον, η μετατροπή της αντιπαράθεσης κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας στο ποιος καπελώνει ποιον ή ποιος είναι πιο σωστός επαναστάτης, κατάφερε στο τέλος να πετάξει ακόμα και το ίδιο το αίτημα της απεργίας πείνας στο περιθώριο, το αίτημα της νομιμοποίηση των μεταναστών. Τέταρτον, κατά τη γνώμη μας, ακόμη κι αν υπήρχε πατερναλισμός, αναρωτήθηκε κανείς αν ήταν βούληση κι απόφαση των μεταναστών που για διάφορους δικούς τους λόγους τον δέχτηκαν ή ανέχτηκαν;


Μια χαμένη ευκαιρία
Οι 3 παραπάνω λόγοι που περιγράψαμε ήταν αρκετοί για να ανάψουν το φυτίλι της ελληνικής κοινωνίας. Όπως δήλωσαν κι οι κρατικοί της εκπρόσωποι, εκ του Υπουργείου Εσωτερικών, προς τους μετανάστες: «Βάλατε μια βόμβα στην κοινωνία» (ή σε υγιεινιστική παραλλαγή, εκ του Υπουργείου Υγείας: «Το κτίριο των μεταναστών αποτελεί βόμβα κινδύνου για τη δημόσια υγιεινή»). Η καφρίλα κορυφώθηκε στο τελευταίο βράδυ που οι απεργοί πείνας έζησαν μέσα στη νομική. Για πρώτη φορά υπήρχαν τόσο πολλοί λόγοι για να φερθεί κανείς αξιοπρεπώς, συμπυκνωμένοι μέσα σε λίγες μέρες: μεταξύ των οποίων λόγων να αναφέρουμε μονάχα τη στρατιωτική κατοχή του κέντρου από χιλιάδες μπάτσους όλων των ειδών, με όπλα μάλιστα όλων των ειδών, που απειλούσανε φανερά και δίχως άλλο τους 250 ξένους απεργούς πείνας εντός του κτιρίου της νομικής. Ήταν τότε που η πλάστιγγα έγειρε τόσο πολύ εναντίον των 250 ξένων της νομικής κοινωνικά, που τα αφηρημένα συνθήματα για «Ανατροπή, Ανυπακοή, Αντίσταση» και άλλα τέτοια που κοσμούν τις αφίσες και τα πανό, πήγανε περίπατο. Γιατί, πράγματι, αν αυτή η αριστερά, από το ΚΚΕ μέχρι τους αριστεριστές, ήθελε πράγματι να οξύνει την αντιπαράθεση με το κράτος τις μέρες της νομικής, να κάνει τον περίφημο «σεισμό» για τον οποίο μας έχει ζαλίσει εδώ και δεκαετίες, εκεί, στη νομική, η ευκαιρία της ήταν τεράστια. Πράγματι η απεργία πείνας τότε μόνον θα μπορούσε να έχει θετική έκβαση: αν δημιουργούταν, δηλαδή, ένα κίνημα συμπαράστασης που προκαλούσε τεράστια προβλήματα στο ελληνικό κράτος. Ήταν, όμως, ακριβώς εκείνες οι στιγμές που η ελληνική αριστερά επέλεξε να πουλήσει τόσο τα άσυλα που υποτίθεται «ανήκουν σε όλο το λαό» - εκτός των ξένων – καθώς και τα δήθεν «είμαστε όλοι μετανάστες». Η μία φράξια μετά την άλλη (Συν, ναρ, Ανταρσύα κτλ) λιποτακτούσαν σε ένα ματς που το κράτος προέλαυνε χωρίς αντιστάσεις. Ζούσαμε λάιβ τη χρεωκοπία μιας λογικής που υποστηρίζει ότι θα βρει τα κονέ (τις διαμεσολαβήσεις δηλαδή) για να σώσει την παρτίδα στο τέλος και θα φροντίσει τους «ανήμπορους μετανάστες». Κι αυτή η χρεωκοπία προφανώς δεν υπήρξε λόγω φόβου, αδυναμίας ή απειρίας, μα κυρίως λόγω έλλειψης βούλησης. Σημαντικότερο όλων κρίθηκε το να μην τα σπάσουνε με τον ελληνικό εθνικό κορμό ο οποίος σύσσωμος απαιτούσε «διώξιμο από τη νομική» και «μαζικές απελάσεις». Κι όχι μόνο δεν επεδίωξε κανείς κατά τα γεγονότα της νομικής να ρίξει ένα κράτος το οποίο κινούταν ξεκάθαρα με φασιστικά σενάρια και συνεργάτες, αλλά πολλοί βοήθησαν μάλιστα να επιβεβαιώσουν τους λόγους ύπαρξης αυτού του κράτους, επιβεβαιώνοντας βασικά τη δική τους θέση στο μηχανισμό, ως «αριστερά του».

Έτσι χάθηκε μια ευκαιρία, μια ευκαιρία που ήταν εκεί μπροστά σε όλους. Και για όλους αυτούς που ψάχνανε και ψάχνουνε την ανατροπή στα στημένα διήμερα ματς της γσεε και του πάμε. Βέβαια, ο εργάτης αυτός που τώρα πάλευε δεν είχε λευκό δέρμα κι ούτε ελληνική ταυτότητα, μα ούτε και άδεια παραμονής. Κι αν τον πουλήσανε αυτόν, δεν τον πουλήσανε σε συμφωνίες μυστικές κάτω από τραπέζια, όπως λέγεται, ούτε ακόμα και στην επαίσχυντη εκμετάλλευση των όποιων τυχόν συναισθηματικών του ολιγωριών. Τον πούλησαν ανοιχτά, δίνοντας ψεύτικες υποσχέσεις αγώνα και αντικαθιστώντας τες με προτάσεις περί μεταφοράς των μεταναστών σε δημοτικά γυμναστήρια κι άλλες τέτοιες μαλακίες. Όπως είδαμε τη συνέχεια του έργου, όταν η ευκαιρία αυτή χάθηκε κι η ελληνική αριστερά έδωσε σε όλους να καταλάβουν ότι δεν έχει σκοπό να παίξει και το κεφάλι της για να υπερασπιστεί μετανάστες, δόθηκε το γενικό σινιάλο για το αποτέλειωμα των μεταναστευτικών κοινοτήτων του κέντρου. Ήταν τυχαίο, άραγε, πως ο αγώνας των 300 από το Μαγκρέμπ ακολουθήθηκε από το πογκρόμ του Μάη εναντίον κυρίως μη-λευκών, Ασιατών και Αφρικανών, μεταναστών;


…και η εκδίκηση του όχλου
Το Μάη του 2011, ενάμιση μήνα μετά την απεργία πείνας, στο πογκρόμ που εκτυλίχθηκε στο κέντρο της Αθήνας, είχαμε μια παρόμοια αναβάθμιση του τρόμου σε δύο τουλάχιστον γενικά χαρακτηριστικά της. Το πρώτο ήταν η βία του λόγου που απλωνόταν σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και πάλι, είτε έμενες στο Ψυχικό, είτε στο Καστελόριζο, είτε στο κέντρο της Αθήνας, όλοι ασχολούνταν με τους «λαθρομετανάστες» και πόσο μεγάλο πρόβλημα αποτελούν. Το δεύτερο χαρακτηριστικό ήταν περισσότερο επικεντρωμένο στον τόπο του εγκλήματος, στο κέντρο της Αθήνας, όπου η κοινωνία ήταν χωρισμένη στα δυο – είτε ήσουν με τους «κανίβαλους» είτε όχι, ενδιάμεση θέση δε χωρούσε. Εκείνες τις μέρες όχλος αποτελούμενος από έλληνες κατοίκους μαζί με οργανωμένες φασιστικές ομάδες επιτίθενται από κοινού εναντίον μεταναστών. 100 και πλέον οι τραυματίες μετανάστες σε νοσοκομεία, από τους οποίους πολλοί μαχαιρωμένοι και μία τουλάχιστον δολοφονία ενός 21χρονου μετανάστη από το Μπαγκλαντές, του Αλίμ Αμπντούλ Μάναν. Μέσα σε αυτό το εθνικό κλίμα δεν προκαλεί έκπληξη βέβαια ότι ελάχιστοι, κυρίως αναρχικοί, αντέδρασαν σε αυτό το πογκρόμ κι όσοι το έκαναν, το έκαναν σε ατομικό ή μικρο-συλλογικό επίπεδο στέλνοντας μερικές δεκάδες φασίστες στα σπίτια τους ή στα νοσοκομεία. Η απόλυτη πλειοψηφία των ελλήνων (αριστερών και δεξιών), ωστόσο, ήταν πολύ απασχολημένη με το ΔΝΤ, την κρατική καταστολή, τον στρος καν, το φουκουσίμα, τους ‘αγανακτισμένους’ κτλ.

Το κυνήγι του κανίβαλου μέσα στα χρόνια της κρίσης συστηματοποιήθηκε. Οι κόμβοι του μας φάνηκαν τόσο ξεκάθαροι, για πρώτη φορά ίσως, που σκεφτήκαμε να τους καταγράψουμε στο περσινό κείμενό μας «Οι σύντροφοι μας οι κανίβαλοι», το οποίο αφιερώσαμε στους μετανάστες του κέντρου της Αθήνας. Αντιγράφουμε αυτούς τους κόμβους εδώ ως πρωταρχικά υλικά για το πογκρόμ που πέρασε αλλά και για αυτά που βρωμάει ότι έρχονται.

Παρένθεση: Εξάλλου, η κριτική σε αυτή την εισήγηση δεν έχει κανένα άλλο νόημα παρά το να βάλουμε στην άκρη κάποια κρίσιμα συμπεράσματα (έστω και με την ασφαλή απόσταση του ενός έτους από τα γεγονότα) και, επιπλέον, να μετρηθούμε, πόσες είμαστε, πόσοι είμαστε μεταξύ μας, εφεδρείες για τους καιρούς αυτούς. Κατά τα άλλα, σε όσους κάνουμε σήμερα κριτική από εδώ ας κρατήσουν και τις ψήφους τους και το πρεστίζ τους. Δεν πάμε να φτιάξουμε κανένα κίνημα. Πάμε να οργανώσουμε καλύτερα την άμυνα μας, πρακτικά αλλά και στο μυαλό.


Τρία υλικά:
Παραμύθια, επιτροπές κατοίκων και κάποιοι να πιστεύουν στα παραμύθια

Πρωταρχικό υλικό για πογκρόμ σήμερα, λοιπόν, αποτελούν οι μύθοι που έχουν εξαπλωθεί στην ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια με στόχο την απο-ανθρωποποίηση μεταναστών, κυρίως μουσουλμανικής καταγωγής, στα αστικά κέντρα της ελληνικής επικράτειας. Οι φήμες αυτές χτίζουν προκαταλήψεις για όλους τους μετανάστες παρουσιάζοντας τους σαν ‘βάρβαρους’, ‘απολίτιστους’, ‘κανίβαλους’, ‘τέρατα’ κτλ. Οι φήμες αυτές εμφανίζονται σε μια περιοχή και, ανάλογα με το πετυχημένο ή μη της διάδοσής τους, ακολουθούνται από πρακτικά ‘αντίποινα’. Ένα μήνα πριν το πογκρόμ στην Αθήνα κυκλοφορούσε η φήμη πως μία γυναίκα έπεσε θύμα βιασμού από δύο νιγηριανούς στο λόφο του Στρέφη. Κάτι αντίστοιχο κυκλοφορούσε για την πλατεία Αμερικής. Οι ιστορίες αυτές από παρέα σε παρέα άλλαζαν την καταγωγή των δραστών και εξαπλώθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι μύθοι για αποτρόπαια εγκλήματα προδίδουν το σκέπτεσθαι των συκοφαντών: εγκλήματα που έχουν ως θύματα γυναίκες, παιδιά και συχνά ζώα στοχεύουν στη διέγερση του λαϊκού αισθήματος.

Οι αφηγήσεις περί απειλής εις βάρος των ζώων της χώρας, από την άλλη, έκαναν μεγάλη περιοδεία εδώ και τέσσερα-πέντε χρόνια με τοπικά πεδία διάδοσης κυρίως την Πάτρα, την Καλαμάτα, τη Σπάρτη και άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της όξυνσης της αντιπαράθεσης για το ζήτημα του καταυλισμού των μεταναστών στο λιμάνι της Πάτρας. Το στόρι τότε ήταν πως οι «Αφγανοί μετανάστες» στην Πάτρα έτρωγαν σκύλους τα βράδια, κινητοποιώντας έτσι τους Πατρινούς ρατσιστές με πρόσχημα το πόσο ‘απολίτιστοι’ είναι αυτοί οι μετανάστες. Αξίζει να σημειώσουμε ότι μύθοι σαν τους παραπάνω διαδόθηκαν σε πόλεις όπου έχουν αναπτυχθεί τρεις δυνατές κοινότητες μεταναστών τα τελευταία χρόνια – δηλαδή η κοινότητα του καταυλισμού της Πάτρας, αυτή του καταυλισμού της Ηγουμενίτσας κι αυτή τέλος των Χανίων (από όπου προήλθαν και οι 300 απεργοί πείνας). Όλες, επιπλέον, οι παραπάνω συκοφαντίες αναπτύχθηκαν κυρίως τις μέρες του χριστιανικού πάσχα, κατ’ επιταγή της συνήθειας των συκοφαντιών αίματος του χριστιανικού αντισημιτισμού, κάτι που αποκαλύπτει πως η συγκεκριμένη μέθοδος στοχοποίησης αποτελεί πάγια στρατηγική του ελληνικού νεοναζιστικού χώρου (ο οποίος μάλιστα αποδεικνύεται και ιδιαίτερα χριστιανικός στις πηγές έμπνευσης του). Πάσχα έρχεται σε ένα μήνα, έχετε το νου σας!

β) Ένας τρόπος να διαδίδονται οι παραπάνω φήμες αλλά και να αυγατίσει ο ελληνικής κοπής εθνικοσοσιαλισμός είναι τώρα τελευταία και οι επιτροπές κατοίκων ή ‘καθικιών’, όπως μας αρέσει να τις λέμε: ένα δεύτερο βασικό υλικό για να φτιάξεις ένα πογκρόμ. Καθάρματα από όλη τη γειτονιά ή την πόλη, διαχειριστές πολυκατοικιών, οι χουντοπαππούδες του τετάρτου ορόφου, νοικοκυρές σε απόγνωση αλλά και τρέντι ή κάγκουρες νεολαίοι, επιτέλους, βρίσκουν ένα φόρουμ για να ξεδίνουν σε σχέση με το «πρόβλημα με τους πολλούς μετανάστες» όπως ονομάζεται σήμερα, μετά σεμνοτυφίας και ευπρέπειας, η συζήτηση περί της δολοφονίας ξένων. Φήμες και ψέματα διανθίζουν βέβαια το λεκτικό οπλοστάσιο των νοικοκυραίων αλλά αυτό ποσώς ενδιαφέρει κάποιον. Εξάλλου, είπαμε, ο πυρήνας του ρατσισμού είναι μεταφυσικός. Ο ψευδής ισχυρισμός δεν είναι ισχυρισμός που γυρεύει να εγκαθιδρυθεί μέχρι τη διάψευσή του. Αντιθέτως, είναι εργαλειακός ισχυρισμός που ‘δικαιολογεί’ το γιατί αυτή η μαλακισμένη ελληνίδα γιαγιά φωνάζει και ωρύεται που η σομαλική κοινότητα δεν έχει γίνει ακόμα στάχτες.

Οι σταρ των επιτροπών κατοίκων είναι συνήθως καθημερινοί άνθρωποι, με ένα δράμι παραπανίσια πονηριά. Έτσι, ένας τύπος που αποτελεί δραστήριο μέλος της επιτροπής κατοίκων πλατείας Βικτώριας κι ο οποίος παρουσιάζεται το 2011 στα κανάλια σαν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας Καντάρη, δεν εμποδίζεται από κάτι ώστε, τρία χρόνια πριν, το 2009, να παρουσιάζεται πάλι στα ίδια κανάλια (τον Αντένα), ως κάτοικος της επιτροπής Αγίου Παντελεήμονα και αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου. Βέβαια, το ότι ο συγκεκριμένος αυτόπτης ήταν απατεώνας δεν κάθισε να το ψάξει κανείς, παρά μονάχα δύο αντιφασιστικές συνελεύσεις της Αθήνας που αντιτέθηκαν σθεναρά εξαρχής στα περί κοινωνικού κανιβαλισμού. Κρίμα που δεν πονηρεύεται κανείς. Προφανώς για τις δουλειές αυτές δεν βάζουν τίποτα ξυρισμένους μποντιμπιλντεράδες. Κάνουν και οι νεοναζί δημόσιες σχέσεις. Οι ‘Λευτεράκηδες’ γενικότερα έχουν το κατάλληλο στυλ: μουσάκι, καθημερινό ντύσιμο, μαλλάκι και σκουλαρικάκι. Ή σε άλλες περιπτώσεις είναι νεοναζί σε συσκευασία μεσήλικης νοικοκυράς. Η επιλογή τέτοιων προφίλ είναι κρίσιμη, ώστε να μην αποθαρρύνουν τους έλληνες που ναι μεν θέλουν να συμμετάσχουν στο πάρτι με τα μαχαίρια, αλλά τους χαλάει την αισθητική η σβάστικα. Εμείς λέμε μάλιστα ότι αυτό συνάδει και με τις παραδόσεις ενός μεγάλου μέρους του λαού μας που από παλιά είχε πρόβλημα με τους γερμανούς αλλά όχι απαραίτητα και με τους γερμανοτσολιάδες.

γ) Για να συμπληρωθεί το παζλ, μετά τους μύθους και τις επιτροπές καθικιών, πρέπει να υπενθυμίσουμε κάτι βασικό: τα θύματα του πογκρόμ πρέπει να είναι παντελώς μόνα τους και αν είναι να αμυνθούν, πρέπει να στηριχθούν ολότελα στις δικές τους δυνάμεις. Θυμηθείτε λίγο ξανά το σκηνικό της νομικής ή της υπατίας για να καταλάβετε τι εννοούμε. Ακούγεται σκληρό αλλά έτσι είναι και είναι εύκολο να το αποδείξει κανείς για την ελληνική αριστερά η οποία, αφενός, δεν τόλμησε να κατέβει κάτω από την Πατησίων για να αντιπαρατεθεί έμπρακτα με τον όχλο, αφετέρου, όταν αποφάσισαν να καταδικάσουν έμπρακτα το πογκρόμ, δεν μπόρεσαν να διοργανώσουν ούτε μια διαδήλωση μέσα στις γειτονιές που συνέβη το πογκρόμ.

Από την άλλη, κομμάτι του αναρχικού χώρου ενώ είπαμε ήδη ότι βρέθηκε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του πογκρόμ αντιμέτωπο με όχλο, φασίστες και μπάτσους, σε ένα μεγάλο μέρος του ένιωσε ότι έπρεπε να εξηγήσει γιατί βρισκόταν εκεί. Η θεωρία του κοινωνικού κανιβαλισμού η οποία ήρθε στο προσκήνιο εκείνες τις μέρες από πλευράς αναρχικών δυστυχώς κατάφερε: α) να δαιμονοποιήσει τους μετανάστες δράστες της δολοφονίας ως κανίβαλους, αποδεχόμενη συναινετικά το γενικό πλαίσιο συζήτησης που λάμβανε χώρα στην ελληνική κοινωνία, την ώρα μάλιστα που οι επιτροπές κατοίκων είχαν ήδη πιάσει δουλειά, και β) αλλά και να εξισώσει υπό τη σκέπη αυτού του κοινωνικού κανιβαλισμού τόσο τη δολοφονία του Αλίμ Αμπντούλ Μάναν και το πογκρόμ όσο και τη δολοφονία Καντάρη. Σε ένα ακραίο παράδειγμα, μια ομάδα, η Πρωτοβουλία Ελευθεριακών Κομμουνιστών έγραφε: «Σε πολλές περιοχές του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας, η αντικοινωνική εγκληματικότητα διαρκώς αυξάνεται και η ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται τείνει να γίνεται όλο και πιο απειλητική για τους παραδοσιακούς κατοίκους τους. Η «τιμή» της ανθρώπινης ζωής έχει πέσει πλέον κατακόρυφα. […] Το να βγαίνουν καλάσνικοφ μεταξύ ελλήνων οπαδών δύο ομάδων και να υπάρχουν σοβαρά τραυματίες, όπως έγινε πριν λίγες μέρες στην Κόρινθο, ή το να μαχαιρώνονται άνθρωποι έξω από το σπίτι τους στο κέντρο της Αθήνας, όπως συνέβη χθες, αυτά είναι περιστατικά που δείχνουν πως η κατάσταση έχει πάρει επικίνδυνη τροπή». Ως θύματα της κατάστασης εμφανίζονται εδώ «οι παραδοσιακοί κάτοικοι» του κέντρου της πόλης, δηλαδή οι δράστες του πογκρόμ της επόμενης μέρας και οι κυνηγοί ξένων. Έτσι επιχειρήθηκε να εξισωθούν μια ρατσιστική δολοφονία εναντίον ενός μετανάστη από το Μπαγκλαντές, η οποία αποτελούσε μήνυμα για όλες τις μεταναστευτικές κοινότητες στην Αθήνα με τη ληστρική δολοφονία ενός έλληνα. Με αυτό τον τρόπο, κατά τη γνώμη μας, επιχειρήθηκε οι πράξεις της δολοφονίας να ειδωθούν ανεξάρτητα των υποκειμενικών τους συνθηκών κι ανεξαρτήτως των θυμάτων τους, όπως ας πούμε θα τις έβλεπε μάλλον ένα αστυνομικό δελτίο ή, τέλος πάντων, ένα οποιοδήποτε δελτίο του οποίου ο ρόλος, ο στόχος και η θέληση δεν είναι να κατονομάσουν τον ρατσισμό.

Έτσι, στις μέρες του πογκρόμ, δυστυχώς μετρηθήκαμε λίγοι καθώς η κυρίαρχη κινηματική αντίδραση – διά της αναπαραγωγής του θεαματικού/μιντιακού πλαισίου συζήτησης και του εθνικού του αντίκτυπου – συμμετείχε σε μια ευρύτερη συζήτηση για το λεγόμενο ‘μεταναστευτικό’. Οποιαδήποτε βέβαια συζήτηση για το ‘μεταναστευτικό’ είναι εξαρχής καταδικασμένη αποδεχόμενη την αρχή πως οι ‘(πολλοί ή λίγοι, δεν έχει σημασία) μετανάστες είναι πρόβλημα’. Πόσο μάλλον καταδικασμένη είναι μια τέτοια συζήτηση όταν ξεκινά από ένα περιστατικό δολοφονίας στο οποίο οι τρεις ύποπτοι του εγκλήματος είναι μετανάστες και το ένα θύμα ‘έλληνας’. Όσοι, δε, ήταν πανούργοι, μίλησαν επίσης για τοναποτρόπαιο τρόπο ζωής των Άλλων. Εξάλλου εκεί από όπου προέρχονται, η ζωή είναι φτηνότερη, έλεγε ο Πρετεντέρης στα Νέα αλλά και αξιωματικός της αστυνομίας που ανέλαβε την υπόθεση. Κι εδώ πια, εδώ που ζούμε εμείς, η ζωή έχει γίνει φτηνότερη, έλεγαν ακόμη κι οι προκηρύξεις αναρχικών. Εκεί ακριβώς, στην πολιτισμική ακρούλα του συλλογισμού αυτού εκφραζόταν ένα ελληνικό άγχος, πιο άμεσα φυσικά στους Πρετεντέρηδες και τους μπάτσους, πιο άρρητα στους αναρχικούς. Ωστόσο ο όρος ‘κανιβαλισμός’, ακόμη και σε αυτούς τους τελευταίους, πρόδωσε το αποικιοκρατικό σκεπτικό: ο ενθουσιασμός με το υποκείμενο-‘κανίβαλος’ εξέφραζε το ελληνικό άγχος να μην καταναλωθούμε από αυτούς τους Άλλους.([1]) Έτσι φάνηκε ότι το αποτρόπαιο του βουλιάγματος μιας βάρκας στο Αιγαίο και του βίαιου πνιγμού δεκάδων μεταναστών που προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα δεν αποτελεί καν υπενθύμιση βίας ενώ μια δολοφονία ενός έλληνα στο κέντρο της Αθήνας φέρνει ξαφνικά τη βία στο όμορφο σαλόνι μας. Γιατί είναι εμετικό, τουλάχιστον, να ακούς ότι ξαφνικά λοιπόν τώρα έγινε η ζωή φτηνή όταν ξέρουμε ότι, για παράδειγμα, στη Μυτιλήνη και στον Έβρο υπάρχουν νεκροταφεία που για τους νεκρούς τους υπάρχουν νούμερα κι όχι ονόματα και για τους οποίους νεκρούς δεν αφιερώθηκαν ούτε αφίσες, ούτε τίποτα.

Τις ίδιες μέρες, το Κράτος έπαιρνε μέτρα. 10, 20, 30 μέτρα ενάντια στη ‘νέα’ κατάσταση που δήθεν παρουσίαζε το κέντρο της Αθήνας. Τα νέα μέτρα ουσιαστικά ήταν τα παλιά μέτρα: λίγες ακόμα γκλοπιές στις πλάτες των μεταναστών, ακόμα περισσότεροι σπασμένοι πάγκοι μικροπωλητών, περισσότεροι μπάτσοι, περισσότερες προσαγωγές-συλλήψεις κτλ. Γενικά επρόκειτο κυρίως για αστυνομικά μέτρα βίας μαζί με λίγη σως ανάπτυξης (οικονομικής βίας) και ανάπλασης (πολεοδομικής βίας). Αν διάβαζε κανείς, βέβαια, τα καθημερινά δελτία της Γ.Α.Δ.Α. θα έβλεπε πως ούτε οι περιπολίες ούτε οι συλλήψεις κι οι προσαγωγές ήταν λίγες, πριν τη δολοφονία Καντάρη. Αυτό που κατάφερε ωστόσο με τα νέα μέτρα το Κράτος ήταν να διευρύνει λίγο περισσότερο τα εσωτερικά του σύνορα – και μάλιστα με πλήρη κοινωνική νομιμοποίηση – κατασκευάζοντας εκ νέου τους ‘Άλλους’ του.


Terminal 119 

03 Μάρτη Θεσσαλονίκη (Μικρόπολις),
10 Μάρτη Αθήνα (Αυτόνομο)



([1]) Και προς απόδειξη του ρατσιστικού σκεπτικού του θεωρήματος αυτού, αρκεί να πούμε ότι σήμερα αυτό που διατυπώνεται ‘σεμνά’ σε αφίσες στα εξάρχεια ως ‘κοινωνικός κανιβαλισμός’ δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό που στην πλατεία και τα καφέ ψιθυρίζεται ως ‘αλβανική μαφία’.