Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

ΓΚΑΖΜEΝΤ ΚΑΠΛAΝΙ: «Το πρόβλημά μας στα Βαλκάνια είναι η αβάσταχτη ομοιότητα του Άλλου»






Αποκλειστική Συνέντευξη στον Μπάμπη Ιμβρίδη


Ο Γκαζμέντ Καπλάνι γεννήθηκε στη Λούσνια της Αλβανίας, πέρασε τα σύνορα για την Ελλάδα το 1991 μαζί με πολλούς ακόμα συμπατριώτες του. Απασχολήθηκε ως μετανάστης σε όλες εκείνες τις δουλειές βιοπορισμού: οικοδόμος, λαντζιέρης, περιπτεράς… Ταυτόχρονα, με τη δουλειά όμως, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκανε διδακτορικό στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με θέμα την «Εικόνα των Αλβανών στον Ελληνικό Τύπο και την Εικόνα των Ελλήνων στον Αλβανικό». Από το 2001 γράφει στην εφημερίδα Τα Νέα και στην Athens Voice, ενώ διατηρεί δική του εκπομπή στο ραδιόφωνο της ΝΕΤ.

Τον Γκαζμέντ Καπλάνι πρωτοανακάλυψα στο διαδίκτυο ψάχνοντας κείμενα που έγραφαν για μετανάστες. Μετέπειτα άρχισα να διαβάζω τη στήλη του στα Νέα. Με το που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων βιάστηκα να το διαβάσω –με γοήτεψε. Ο λόγος του σε μια συνέντευξη στο περιοδικό έμοιαζε ενδιαφέρον. Έτσι προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του. Στο πρώτο τηλεφώνημά μου απήντησε από το Λονδίνο, στο δεύτερο από τη Νάπολη, τελικά κάποια στιγμή τον επέτυχα και στην Αθήνα. Κανονίσαμε να του στείλω τις ερωτήσεις –όπως και έγινε– με e-mail. Μα ο καιρός περνούσε και απαντήσεις δεν έβλεπα. Του ξανατηλεφώνησα, πολλές φορές ως που κατάφερα να μιλήσω μαζί του. Διαπίστωσα πως ήταν πικαρισμένος από μια δύο ερωτήσεις –τις αφαίρεσα. Μα και στη συνέχεια αδυνατούσε να μου στείλει τις απαντήσεις, ο παράγοντας χρόνος –μου έλεγε και μου άλλαζε εβδομάδες. Τελικά τον περασμένο Μάιο ήρθε στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο μιας εκδήλωσης του Διεθνούς Φεστιβάλ Βιβλίου. Συναντηθήκαμε και συμφωνήσαμε να συζητήσουμε μετά την εκδήλωση. Ούτε κι αυτό κατέστη δυνατό, λόγω άλλων υποχρεώσεών του… Την επομένη το πρωί τον βρήκα στο ξενοδοχείο που διέμενε. Μου αφιέρωσε αρκετή ώρα ζητώντας να του στείλω τη συνέντευξη πριν δημοσιευτεί. Το υποσχέθηκα. Μου την ξανάστειλε πίσω αλλάζοντάς την σχεδόν στο σύνολό της…


Μπάμπης Ιμβρίδης

Πιστεύω πως με τόσα συνεχή ταξίδια τα τελευταία χρόνια, μάλλον έχεις απομυθοποιήσει τις διαδικασίες των συνόρων. Αποτελεί παρελθόν πλέον το «σύνδρομο των συνόρων»;

Το σύνδρομο των συνόρων δεν θα αποτελεί ποτέ παρελθόν για μένα. Πέρασα είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής μου περικυκλωμένος από τα τερατώδη σύνορα του ολοκληρωτισμού. Αυτά τα κουβαλώ πάντα μαζί μου. Είμαι τυχερός επίσης που είδα την κατάρρευσή τους. Εγώ ανήκω σε μια γενιά που την εφηβεία μας την περάσαμε μιλώντας συνέχεια για δυο πράγματα: για κορίτσια και σύνορα. Μιλούσαμε και για τα δυο σχεδόν ταυτόχρονα. Τα σύνορα του ολοκληρωτισμού έχουν αφήσει πάνω μου ένα στίγμα ανεξίτηλο αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά δημιουργικό. Σε ένα μεγάλο μέρος είμαι αυτός που είμαι γιατί μεγάλωσα, συγκρότησα τις φαντασιώσεις μου, ένα σημαντικό μέρος της ταυτότητάς μου, ακόμα και τα διαβάσματά μου, έχοντας καθημερινά μπροστά μου τα σύνορα αυτά. Δεν πρόκειται απλά για τα φυσικά κλειστά σύνορα. Αλλά για τα καθημερινά σύνορα του ολοκληρωτισμού. Εκείνα του φόβου, της απόλυτης υποταγής προς την Εξουσία, της καθημερινής παράνοιας, της ξενοφοβίας. Σε κάθε σου βήμα έπρεπε να τα αντιμετωπίσεις. Ήταν σαν ένα τέρας αόρατο και ταυτόχρονα πανταχού παρόν, που μπορούσε να ξεπροβάλλει ξαφνικά μπροστά σου και να σε καταβροχθίσει, ανά πάσα στιγμή και οπότε ήθελε… Μετά τα σύνορα του ολοκληρωτισμού ήρθαν τα σύνορα της μετανάστευσης. Είναι σύνορα που τα επέλεξα ο ίδιος, δεν μου τα επέβαλλε κανείς. Αλλά όπως και να το κάνουμε είναι και αυτά σύνορα, πονηρά, με πολλές παγίδες. Προπαντός σου προσδίδουν την ταυτότητα του ξένου. Εκεί ένιωθα ξένος λόγω της ιδεολογίας μου, εδώ νιώθω ξένος λόγω της καταγωγής μου. Είμαι μετανάστης της πρώτης γενιάς. Ο,τι και να κάνω θα είμαι ένας ξένος, για φίλους και εχθρούς. Με αυτό το χαρτί πρέπει να παίξω σε μια σκληρή παρτίδα που δεν με προσκάλεσε κανείς. Μετανάστευση σημαίνει ότι αποφασίσεις να ξεκινάς τη ζωή του από το μηδέν, όντας ταυτόχρονα σε θέση απόλυτης αδυναμίας. Έπρεπε να μάθω τα πάντα από την αρχή. Μια νέα γλώσσα, νέα ονόματα, νέα ονόματα δρόμων, νέες νοοτροπίες. Και αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να δώσεις μάχες για το αυτονόητο. Το όνομά σου, π.χ., ξενίζει, «προκαλεί» ή φοβίζει. Και όταν είσαι και μέλος της ομάδας που γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος –όπως ήταν οι Αλβανοί μετανάστες τουλάχιστον μέχρι το 1997– πρέπει να δώσεις καθημερινά μάχη να μην σε ισοπεδώσουν τα κόμπλεξ. Να μην σε βάλει από κάτω η έχθρα, η άρνηση, η μιζέρια ο μεγάλος πειρασμός να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση του αιώνιου θύματος. Είναι ένα ταξίδι στο χείλος του γκρεμού. Ένα ταξίδι που για μένα στάθηκε δημιουργικό. Συνάντησα και συναντώ ηλιθιότητα και έχθρα αλλά συνάντησα και συναντώ πολλή καλοσύνη και γενναιοδωρία. Εξαρτάται από τον καθένα τι κρατά από αυτά. Εγώ κρατώ το δεύτερο γιατί μου χρησιμεύει για να βγάλω πέρα αυτό το ταξίδι στο χείλος του γκρεμού. Η ευγνωμοσύνη και η αγάπη με βοηθά περισσότερα να αντιμετωπίσω το φάντασμα του γκρεμού. Σάμπως η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι ένα ταξίδι στο χείλος του γκρεμού; Γι’ αυτό και βλέπω τη μετανάστευση πολλές φορές ως μια εξαίσια μεταφορά της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε τελευταία ανάλυση όλοι είμαστε μετανάστες πάνω σε αυτή την Γη, με μια προσωρινή άδεια παραμονής, αθεράπευτα περαστικοί. Τι λέγαμε; Ναι, το ταξίδι… Ταξιδεύω λοιπόν σήμερα όχι για να γλιτώσω από το σύνορο των συνόρων αλλά για να ανοίξω τους ορίζοντες του μυαλού μου. Λατρεύω τα ταξίδια. Τα δικά μου δεν είναι τουριστικά ταξίδια, είναι «πολιτικά» ταξίδια. Δηλαδή δεν μ’ ενδιαφέρουν τα μνημεία, καθόλου το shopping, όσο να προσπαθήσω να δω κάθε τόπο όπου πηγαίνω με τα μάτια ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να είχε γεννηθεί εκεί. Περπατώ πολύ, ταξιδεύω πολύ με τρένο και λεωφορείο όπου και αν πάω. Προσπαθώ να μπω, όσο μπορώ, στο πετσί των κατοίκων ενός τόπου. Όσον αφορά δε το «σύνδρομο των συνόρων» ξέρετε ότι στην σημερινή εποχή είμαστε όλοι, έμμεσα ή άμεσα, ταξιδιώτες. Μόνο που δεν ταξιδεύουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Εγώ κουβαλώ τα σύνορα στη τσέπη του σακακιού ή του παντελονιού μου. Ταξιδεύω δηλαδή με ένα «κακό» διαβατήριο, το αλβανικό. Υπάρχουν τα «κακά» διαβατήρια και τα cool. Το αλβανικό είναι ακόμα «κακό». Το ελληνικό ήταν κάποτε «κακό», τώρα είναι cool. Ίσως γίνει και το αλβανικό κάποτε cool. Εν πάση περιπτώσει. Όταν ταξιδεύεις με «κακό» διαβατήριο, αυτό συνεπάγεται συχνά ιδιαίτερες διαδικασίες, βίζες, ουρές στα τελωνεία. Προπαντός όμως εμπεδώνεις τα ανακριτικά βλέμματα των αστυνομικών στα τελωνεία. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς αλλάζει το βλέμμα ενός αστυνομικού μπροστά σε ένα «κακό» ή μη διαβατήριο. Αυτό το βλέμμα έχει γίνει τώρα η νέα μου διαστροφή. Φοβάμαι και ταυτόχρονα απολαμβάνω τη διαδικασία. Θέλω να τη μετατρέψω σε δημιουργική αφήγηση. Θεωρώ πως ο κόσμος σήμερα βρίσκεται σε μια οριακή φάση. Το «σύνδρομο των συνόρων» ίσως είναι ένα από τα πιο παγκοσμιοποιημένα σύνδρομα…

«Πρέπει να τα καταφέρω», γράφεις πως είναι ο «όρκος» του μετανάστη. Εσύ τα κατάφερες και μάλιστα πολύ καλά. Ποια αίσθηση ζωής σου δίνει αυτό;

Θεωρώ πως το πιο πολύτιμο κατόρθωμα μου είναι πως κατάφερα να κρατήσω την αξιοπρέπειά μου. Μόνοι όσοι κάποια στιγμή της ζωής τους έχουν χάσει τα πάντα καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτό. Το δεύτερο κατόρθωμα είναι ότι μέχρι τώρα τουλάχιστον εξασφαλίζω το προς το ζην με αυτό που μου αρέσει: το γράψιμο. Και μάλιστα σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική μου. Το τρίτο είναι μάθημα: όσο πιο πολύ «ανεβαίνεις» τόσο πιο πολλά σου αποκαλύπτονται. Σε κάποια φάση έπρεπε να αντιμετωπίσω και την έχθρα των «αντιρατσιστών». Δεν ήμουν ο μετανάστης που αυτοί είχαν στα μυαλό τους. Ξέφυγα πολύ. Οι «αντιρατσιστές» αγαπούν τους μετανάστες, αρκεί να παραμένουν άλλοθι για τον «αντιρατσισμό» τους. Κάποια στιγμή θα γράψω και για αυτό, είναι πολύ ενδιαφέρον θέμα. Από εκεί και πέρα δεν νομίζω πως έχω καταφέρει κάτι το εξαιρετικό. Μπορώ όμως να πω, πως τώρα είμαι σε θέση να καταφέρω πράγματα. Τώρα ξεκινάω και το μέλλον θα δείξει…


Στο βιβλίο σου αναφέρεις επίσης πως, τρία πολύτιμα πράγματα υπάρχουν για ένα μετανάστη: δουλειά, έρωτας, άδεια παραμονής. Έχουν κατακτήσει οι μετανάστες στην Ελλάδα τα παραπάνω; Ποιο νομίζεις πως κατακτείται δυσκολότερα;

Στη μετανάστευση ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Η Ελλάδα μέσα σε 18 χρόνια άλλαξε πολύ. Οι μετανάστες δεν είναι πια μια προσωρινή παρουσία. Όλο και πιο πολύ οι Έλληνες κατάλαβαν ότι και με τους μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα θα συμβεί αυτό που έγινε με τους περισσότερους Έλληνες που κάποτε μετανάστευσαν αλλού: ήρθαν εδώ και θα μείνουν. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβει αυτό η Ελληνική Πολιτεία τόσο το καλύτερο για την ελληνική κοινωνία και για τους μετανάστες. Γιατί πλέον η μοίρα των μεταναστών είναι άρρηκτα δεμένη με εκείνη της ελληνικής κοινωνίας. Είναι μέρος αυτής της κοινωνίας πλέον οι μετανάστες. Αντί να σκεφτούμε το μέλλον εμείς δεν έχουμε λύσει ακόμα το πρόβλημα των «χαρτιών». Πολλές φορές, ακόμα και άνθρωποι πολλοί κοντινοί σε μένα δυσκολεύονται να καταλάβουν τι σημαίνει ο όρος «χαρτιά» για έναν μετανάστη. Σημαίνει τα πάντα. Ειλικρινά σας λέω, κάθε φορά που έρχεται η χρονική στιγμή που πρέπει να ανανεώσω την άδεια παραμονής μου με πιάνει κάτι σαν νεύρωση. Είμαι ο μόνος δημοσιογράφος που ζητάω από την εργασία μου έναν απίστευτο όγκο χαρτιών. Τόσο που μια μέρα η γραμματέας απόρησε και με ρώτησε με το δίκαιο της: «Γκάζι, που τα πας όλα αυτά τα χαρτιά;». Όταν το περνώ εγώ αυτό σκέψου τη περνάν όλοι οι άλλοι… Το πρόβλημα της άδειας παραμονής είναι ένα θέμα κοινωνικό και πολιτισμού επίσης. Για ποια ένταξη μιλάμε όταν κάποιος που ζει εδώ δέκα η είκοσι χρόνια, πληρώνει φόρους, πληρώνει ότι πληρώνει ο κάθε πολίτης, δεν ξέρει εάν αύριο θα έχει ή όχι άδεια παραμονής; Γιατί για την υπηκοότητα δεν μιλάμε. Είναι πιο εύκολο για έναν μετανάστη να κερδίσει το λαχείο ή να κάνει ταξίδι στο διάστημα με UFO παρά να αποκτήσει ελληνική υπηκοότητα. Τελευταίως βλέπω να βελτιώνονται τα πράγματα αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς και με τεράστιους δισταγμούς…

Τι έχει φταίξει και οι περισσότεροι Αλβανοί στην Ελλάδα είναι μισέλληνες;

Δεν ξέρω από πού το βγάλατε αυτό το συμπέρασμα. Προσωπικά έχω δει και βλέπω Αλβανούς μαθητές να επιμένουν να σηκώσουν με πάθος την ελληνική σημαία ενώ τους γιουχάρουν ή τους φωνάζουν «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ». Έχω δει πάρα πολλούς Αλβανούς να πανηγυρίσουν για την κατάκτηση του Euro από την Ελλάδα και να ακούν το ίδιο σύνθημα. Και όταν κάποιοι Αλβανοί θέλησαν να πανηγυρίσουν, για να βγάλουνε τη συσσωρευμένη μνησικακία τους, τον καταπιεσμένο εαυτό τους για τη νίκη της εθνικής Αλβανίας ενάντια στην Ελλάδα τους πλάκωσαν στο ξύλο. Όταν σηκώνουν την ελληνική σημαία, τους βρίζουν. Όταν πανηγυρίσουν με την αλβανική τους δέρνουν. Πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε, ποια σημαία θέλουμε να σηκώσουν. Μακάρι να σηκώσουν και τις δυο. Προσωπικά δεν νιώθω την ανάγκη να σηκώσω σημαίες αλλά δεν είναι όλοι σαν και μένα. Κάποιοι θέλουν να ανήκουν κάπου και να το δηλώσουν. Κατά τα άλλα νομίζω ότι Αλβανοί και Έλληνες είναι δυο συγγενικοί λαοί. Και αυτό φαίνεται γιατί μοιάζουμε πολύ στα ελαττώματά μας. Νομίζω ότι το κύριο πρόβλημα ανάμεσα στους Αλβανούς και τους Έλληνες είναι ότι οι Έλληνες βλέπουν στους Αλβανούς έναν εαυτό που κόπιασαν πολύ να θάψουν στα άδυτα της λήθης. Οι Αλβανοί βλέπουν στους Έλληνες τους συγγενείς που κατάφεραν να ξεφύγουν από την φτώχεια και αυτό τους προκαλεί θαυμασμό μαζί και φθόνο. Ταυτόχρονα θεωρώ ότι Αλβανοί και Έλληνες δεν ήταν ποτέ τόσο κοντά όσο είναι σήμερα. Σε καθημερινό επίπεδο, μια αργή και αόρατη κοσμογονία είναι σε εξέλιξη: φιλίες, μεικτοί γάμοι, σύνορα όλο και πιο πορώδη. Με κάποια δόση χιούμορ θα έλεγα ότι έχουμε μπλέξει τα μπούτια μας πλέον και πολύ καλά κάναμε. Βλέπω ένα αύριο όχι παραδεισένιο, δεν είμαι αφελής, αλλά ανθρώπινο και δημιουργικό. Είναι βαθιά μου πεποίθηση. Ίσως γιατί νιώθω ότι ανήκω σε δυο πατρίδες, την Ελλάδα και την Αλβανία, και εύχομαι ολόψυχα το καλύτερο και για τις δυο. Το ξέρω ότι θα υπάρξουν πάντα μνησίκακοι, λαθρέμποροι του μίσους, επαγγελματίες πατριώτες, πότε πιο πολύ στην Ελλάδα, πότε πιο πολύ στην Αλβανία. Αλλά έχει δημιουργηθεί μια τέτοια δυναμική που όλο και πιο πολύ οι τύπο αυτοί θα φαντάζουν φολκλόρ. Από εκεί και πέρα, νομίζω, ότι όσο πιο πολύ αναπτυχθούν η Ελλάδα και η Αλβανία, ειδικά η Αλβανία, τόσο πιο πολύ θα περιθωριοποιηθούν τα κόμπλεξ και τα στερεότυπα του παρελθόντος…

Τι ελπίζεις για τις επόμενες γενιές μεταναστών και ιδιαίτερα Αλβανών μεταναστών;

Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε ένα «παράξενο» φαινόμενο. Ενώ σε άλλες χώρες της Ευρώπης συζητούν για την άρνηση των μεταναστών να ενταχθούν, στην Ελλάδα συζητάμε πιο πολύ για το αντίστροφο. Εδώ οι μετανάστες διψούν για ένταξη και η ελληνική πολιτεία τους αρνείται την ένταξη ή την αφομοίωση, πείτε το όπως θέλετε. Εύχομαι οι επόμενες γενιές μεταναστών, όλων των μεταναστών, να μην νιώσουν ξένοι σε έναν τόπο που θεωρούν δικό τους. Να τους δοθούν ίσες ευκαιρίες για να δώσουν το καλύτερο εαυτό τους, όπως έκαναν οι Έλληνες στις χώρες όπου μετανάστευσαν. Να τους δοθεί η δυνατότητα της ισοτιμίας και ισοπολιτείας για να έχουμε μια κοινωνία πολιτών και όχι «κοινωνία φυλών», κατακερματισμένη σε μικρές εθνοφυλετικές κοινωνίες…

Τα παιδιά της δεύτερης και τρίτης γενεάς μεταναστών μεγαλώνουν ουσιαστικά ως Έλληνες αλλά το κράτος δεν τους δίνει αυτό το δικαίωμα, ποιο να είναι άραγε το μέλλον τους;

Αυτό έλεγα παραπάνω. Είναι τραγικό να γεννηθείς ή να μεγαλώσεις εδώ, να περνάς από την ελληνική δημόσια εκπαίδευση, να μιλάς Ελληνικά, να ονειρεύεσαι ελληνικά, να ερωτεύεσαι ελληνικά, να θεωρείς ότι ανήκεις εδώ και στα 18 σου να αποκαλύπτεις ότι το κράτος σε θεωρεί σαν να ήρθες μόλις χθες. Σε μερικά χρόνια τα παιδιά αυτά θα είναι εκατοντάδες χιλιάδες. Απλά μαθήματα Ιστορίας: όταν σε κάνουν ξένο με το ζόρι αρχίζεις και βλέπεις με εχθρότητα και καχυποψία μια πατρίδα που σε εξοστρακίζει. Επομένως ας είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και ας πούμε καθαρά τι είδος κοινωνίας θέλουμε. Πως τους θέλουμε τους μετανάστες, μαζί μας ή απέναντι;

Παρακολουθείς αλβανική δορυφορική τηλεόραση και γενικότερα τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα της χώρας σου;

Η αλήθεια είναι ότι μου έχουν μείνει πολύ λίγοι φίλοι στην Αλβανία. Σκέψου πως από 38 άτομα που ήμασταν στο Λύκειο, οι 36 έχουμε φύγει, είμαστε μετανάστες. Τώρα η «πατρίδα» μας είναι το διαδίκτυο, εκεί συναντιόμαστε συχνά, μαθαίνουμε πως πάνε τα πράγματα στο Τορόντο, στη Νέα Υόρκη, στη Ρώμη, στο Σίντνεϊ. Έναν συμμαθητή μου τον ανακάλυψα στο Μπαλί! Από εκεί και πέρα η Αλβανία θα είναι πάντα παρούσα στη σκέψη μου και στη δημιουργία μου, με τη μορφή του μαγικού παραλογισμού μάλλον. Την βλέπω έτσι, ίσως, γιατί ανήκω σε μια γενιά που έζησε φοβερές αλλαγές. Παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον τη λογοτεχνία, τα κοινωνικά, την πολιτική. Όταν πάω στην Αλβανία θαυμάζω τους γρήγορους ρυθμούς με τους οποίους αλλάζει. Ταυτόχρονα με τρομάζει το κόστος που έχουν πληρώσει και πληρώνουν οι άνθρωποι για αυτές τις αλλαγές. Ίσως δεν γινόταν διαφορετικά. Αυτή την στιγμή συγκροτούνται οι τάξεις στην Αλβανία και αυτή είναι μια πολύ επίπονη διαδικασία. Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι έχω μια αμφιθυμική σχέση με την Αλβανία: την συμπονώ, την αγαπώ και ταυτόχρονα την επικρίνω, αυστηρά πολλές φορές. Μου προκαλεί πολύ πίκρα ορισμένες φορές, ανυπόφορη πίκρα. Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να ζήσω πια στην Αλβανία μόνιμα. Μια μέρα ίσως, όταν δεν θα έχω πια το προνόμιο να κάνω σχέδια για το μέλλον, θα την νοσταλγήσω. Και ξέρω ακριβώς τι θα νοσταλγήσω. Την ακτή της Αδριατικής θάλασσας, την υπέροχη άσπρη άμμο και το πευκοδάσος, εάν δεν την έχουν κάψει μέχρι τότε για να χτίσουν αυθαίρετα οι νεόπλουτοι και οι τίμιοι Αλβανοί μικροαστοί. Είναι η Ντιβιάκα, δέκα χιλιόμετρα από τη πόλη μου, εκεί περνούσα τρεις μήνες το καλοκαίρι, εκεί για πρώτη φορά αναρωτήθηκα για την άλλη πλευρά των συνόρων, εκεί ένιωσα αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες ότι η θάλασσα «παρηγορεί και επουλώνει τις πληγές», εκεί ερωτεύτηκα τα πιο ωραία γυναικεία πόδια, δίπλα στα μπούνκερ, τα μνημεία του πολέμου και της παράνοιας, πόδια τα οποία δεν ξέρω που βρίσκονται σήμερα και που περπατούν… Επίσης απόλαυση για μένα είναι όταν γράφω στα αλβανικά. Νομίζω ότι η απόσταση έκανε πιο πλούσια, πιο άμεσα τα αλβανικά μου. Σίγουρα, ένα από τα επόμενα μυθιστορήματά μου θα είναι απευθείας στα αλβανικά. Είμαι προνομιούχος που έχω περισσότερες από μια γλώσσα για να γράψω και να αναπλάσω τον κόσμο…

Επτά αλβανικές εφημερίδες εκδίδονται στην Ελλάδα. Υπερβολή ή υπάρχει χώρος για όλους; Ενδιαφέρεται τάχα τόσο ο αλβανός μετανάστης για τα πάντα;

Πιστεύω πως είναι οι Αλβανοί της πρώτης γενεάς αυτοί που διαβάζουν και ενημερώνονται από τα μέσα για το τι γίνεται στην Αλβανία. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν εδώ για τα παιδιά τους. Ήταν μια τεράστια θυσία. Λόγω και της εγγύτητας, πιστεύω πως ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων της πρώτης γενεάς θα επιστρέψουν. Μάλιστα αν είχαν εξασφαλίσει μια άδεια παραμονής αορίστου χρόνου, για να μην ταλαιπωρούνται στα σύνορα, ένα μεγάλο μέρος αυτών των ανθρώπων θα πηγαινορχόντουσαν Ελλάδα-Αλβανία. Θα έρχονταν εδώ για να επισκεφθούν τα παιδιά και τα εγγόνια τους…

Πώς σου φαίνεται το επίπεδο δημοσιογραφίας στην Ελλάδα;

Όπως όλα τα πράγματα στην Ελλάδα, λίγο «άρπα κόλλα», λίγο από όλα, όπου το όλα σημαίνει ότι τίποτα δεν είναι πολύ καλό και τίποτα δεν είναι πολύ κακό. Νομίζω πάντως πως η έντυπη δημοσιογραφία στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί πάρα πολύ. Εκεί μπορείς να βρεις διαμάντια. Υπάρχει βέβαια και πολύ σκουπίδι, όπως παντού στον κόσμο άλλωστε, ειδικά στην τηλεοπτική δημοσιογραφία.

Νομίζεις πως συνεχίζεται η διόγκωση των προκαταλήψεων και στερεοτύπων μέσα από τα ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια;

Έχουν αλλάξει πολλά από το 1991 που τα παρακολουθώ. Οι Αλβανοί μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα, με τρόπο τόσο χαώδες και απότομο, έδωσαν τη «δυνατότητα» στην ελληνική ιδιωτική τηλεόραση να γίνει η βαλκανική εκδοχή της αμερικανικής local τηλεόρασης, δηλαδή να θεσμοθετηθεί ως ο κύριος εκπρόσωπος της «βαθιάς κοινωνίας». Όσον αφορά τους μετανάστες σήμερα ο τηλεοπτικός λόγος στέκει αμήχανος μπροστά τους. Δεν ξέρει πώς να τους αντιμετωπίσει. Αυτό και λόγω της κοινωνικής αλλαγής που έχει επέλθει. Οι μετανάστες δεν ανταποκρίνονται πια στο «τέρας» που κάποτε πρόβαλλαν τα κανάλια. Από «τέρας» ο μετανάστης, κάποια στιγμή, έγινε ο άνθρωπος που του αξίζει ο οίκτος. Και αυτό όμως εξαντλήθηκε. Τώρα έρχεται η δεύτερη γενιά, με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά, δεν μιλά σπαστά ελληνικά, δεν έχει στο βλέμμα εκείνη την έκφραση του ορφανού που είχε η πρώτη γενιά. Εδώ χρειάζεται μια άλλη αντιμετώπιση και ο τηλεοπτικός λόγος είναι ανίκανος να τον αρθρώσει. Επομένως την αφήνει εντελώς έξω την δεύτερη γενιά. Απλά σιωπά και μερικές φορές έχεις την εντύπωση ότι για την τηλεόραση οι μετανάστες δεν υπάρχουν πια…

Έζησες από κοντά την ημέρα κήρυξης της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, σε πολλούς αναλυτές γεννήθηκαν ερωτήματα σχετικά με την αποσταθεροποίηση της περιοχής αλλά και το ξέσπασμα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης ανεξαρτητοποίησης αυτόνομων εθνικών περιοχών γενικότερα στην Ευρώπη. Να θεωρείται άραγε το άνοιγμα του «κουτιού της Πανδώρας»;

Εδώ στην Ελλάδα πολλοί δημοσιογράφοι ασχολούνταν με το άνοιγμα του «Κουτιού της Πανδώρας». Πιο πολύ εδώ παρά στη Σερβία, δυστυχώς. Κάποιοι, που το έχουν συνηθίσει άλλωστε, επικαλούνταν πάλι το σύνθημα «θα έρθει η σειρά μας». Δεν καταλαβαίνω τι σόι δημοσιογράφοι είναι αυτοί; Τι σχέση έχει η Ελλάδα, μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη Γιουγκοσλαβία, μια χώρα που απαρτιζόταν από έξι δημοκρατίες και διαλύθηκε με τόσο επώδυνο τρόπο; Το περίεργο είναι ότι για τους ίδιους δημοσιογράφους δεν αποτελούσε άνοιγμα του «κουτιού της Πανδώρας» η καταστροφή του Σαράγιεβο, ούτε η Σρεμπρένιτσα, ούτε η αυτοκτονική πολιτική του Μιλόσεβιτς. Αυτοί το «κουτί της Πανδώρας» το βλέπουν μονίμως στη μια πλευρά… Από το 1991 άλλωστε ειδικεύονται σε κινδυνολογίες, στο φτιάξιμο αντίπαλων «τόξων» στα Βαλκάνια… Τώρα, για να επιστρέψω στο ερώτημά σας. Εγώ ήμουνα τη μέρα της ανεξαρτησίας στην Πρίστινα. Συναντήθηκα με φίλους μου, Σέρβους και Αλβανούς. Ήταν μια δύσκολη μέρα για τους Σέρβους στο Κόσοβο. Είχαν μια βαθιά αίσθηση ήττας. Για να πω την αλήθεια τις περισσότερες μέρες βρέθηκα με τους Σέρβους. Ίσως γιατί μου αρέσει να κάθομαι από την πλευρά των ηττημένων. Μπορεί αυτό να είναι απόρροια των βιωμάτων μου. Στην πλευρά των Αλβανών, πίσω από τη μέθη, καταλάβαινες καθαρά την έγνοια του μέλλοντος. Όπως μου έλεγαν κάποιοι Αλβανοί φοιτητές: «τώρα δεν υπάρχει πια το άλλοθι της Σερβίας. Τώρα είμαστε μόνοι μας». Από την άλλη πλευρά, ήταν ένα ειρηνικό «διαζύγιο». Δεν άνοιξε μύτη εκείνη την ημέρα. Στο ξενοδοχείο όπου έμενα έρχονταν Αμερικανοί δημοσιογράφοι και με ρωτούσαν με αγωνία εάν θα υπάρχουν συγκρούσεις και αίμα. Ήθελαν το σόου τους. Πίσω από το πένθος και τη μέθη, αυτό που κατάλαβα από Αλβανούς και Σέρβους είναι ότι έχουν βαρεθεί τα όπλα, τον πόλεμο, τον αλληλοσπαραγμό. Ίσως είναι η κούραση. Αυτό που ζητούν οι λαοί στα δυτικά Βαλκάνια πλέον είναι μια ομαλή ζωή. Είναι μια κατάσταση τόσο αντιφατική που σε κουράζει. Συνυπάρχουν ταυτόχρονα τα μίση του παρελθόντος, οι μυθολογίες, τα συντρίμμια, η ανάγκη για συμφιλίωση και για ομαλή ζωή. Χαράσσουν νέα σύνορα και ταυτόχρονα όλοι οι λαοί αυτοί ζητούν να γίνουν μέλη της Ευρώπης για να ξεπεράσουν τα σύνορα. Προσωπικά δεν βλέπω να ανοίγει κανένα «Κουτί της Πανδώρας». Το «Κουτί της Πανδώρας» ήταν η ίδια διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Άρχισε στο Κόσοβο, με τον Μιλόσεβιτς να υπόσχεται στους Σέρβους μεγάλες δόξες, και στο Κόσοβο κατέληξε. Τώρα ζούμε τις μετασεισμικές δονήσεις. Από εκεί και πέρα νομίζω πως πριν μιλήσει κανείς για τα δυτικά Βαλκάνια πρέπει να πάει, να τα περπατήσει, να μιλήσει με τους απλούς ανθρώπους. Τότε θα ανακαλύψει πράγματα που θα τον εκπλήσσουν. Θα ανακαλύψει ανθρώπους που πριν μισή ώρα εσύ νόμιζες ότι μισούνται θανάσιμα ενώ τους βλέπεις να πίνουν καφέ μαζί και να μιλούν την ίδια γλώσσα, να τρώνε τα ίδια φαγητά, να έχουν τις ίδιες έγνοιες, να ακούν και να τραγουδούν την ίδια μουσική. Θα καταλάβει ότι το πρόβλημα ημών των Βαλκανίων δεν είναι ότι είμαστε διαφορετικοί αλλά ότι είμαστε ίδιοι. Το πρόβλημά μας είναι η αβάσταχτη ομοιότητα του Άλλου. Θα καταλάβει που στέκεται το πραγματικό «Κουτί της Πανδώρας» των δυτικών Βαλκανίων: στη γέφυρα της Μιτρόβιτσας. Είναι μια πόλη όπου Αλβανοί και Σέρβοι ζουν εντελώς χωρισμένοι. Και ο μοναδικός πολυπολιτισμικός θεσμός που λειτουργεί είναι η μαφία. Σέρβοι και Αλβανοί λαθρέμποροι, που την ημέρα πωλούν εθνικισμό, τη νύχτα συνυπάρχουν μια χαρά και μοιράζονται τα κέρδη τους. Όσο περισσότερο έντιμοι Αλβανοί και Σέρβοι μισούν αλλήλους τόσο πιο πολύ αυξάνεται το κέρδος των λαθρεμπόρων…

Τελευταία τα δελτία ειδήσεων στην Ελλάδα ασχολούνται με τη «Μεγάλη Αλβανία». Βλέπεις τέτοια σενάρια και με ποιους αρχιτέκτονες;

Η «Μεγάλη Αλβανία» είναι ανέκδοτο. Αυτή είναι η γνώμη μου.

Tο τσιγάρο, όπως και ο εθνικισμός, –δηλώνεις στο blog σου– ήρθε στα Βαλκάνια από την Ευρώπη. Εκεί κάποια στιγμή το αποκήρυξαν, όπως αποκήρυξαν και τον εθνικισμό. Εδώ το λατρεύουν ακόμη, όπως λατρεύουν και τον εθνικισμό. Η είσοδος στην Ε.Ε. όλων των βαλκανικών χωρών θα σήμαινε και την απαρχή του τέλους για τα παραπάνω;

Το υπέρτατο πολιτικό όραμα που υπάρχει σε όλα τα δυτικά Βαλκάνια αυτή τη στιγμή είναι η ένταξη στην Ευρώπη. Είναι ένα όραμα ανθρώπων που νιώθουν ηττημένοι, που αδυνατούν να απαλλαγούν μόνοι τους από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Ένας Σέρβος και ένας Αλβανός σήμερα έχουν το ίδιο πρόβλημα: ταπεινώνονται για μια βίζα. Ο Αλβανός και ο Σέρβος νέος σήμερα κρατούν τα ίδια κινητά, με τα ίδια ring tones και πολλές φορές συναντιούνται στο chat. Προπαντός όμως θέλουν μια δουλειά, μια προοπτική. Εάν το όραμα της Ευρώπης αποτύχει, τα δυτικά Βαλκάνια θα γίνουν πεδίο βολής φθηνό. Δείτε σήμερα την Ρουμανία και την Ουγγαρία. Το 1991 υπήρχαν προβλέψεις ότι μπορεί να υπάρξει ακόμα και πολεμική σύρραξη μεταξύ των δυο χωρών για το θέμα των Ούγγρων της Τρανσυλβανίας. Σήμερα είναι και οι δυο χώρες μέλη της Ε.Ε. Έχετε ακούσει πια να ερίζουν ξανά για την μειονότητα; Ναι, ερίζουν αλλά σε άλλο επίπεδο, χωρίς να περνά από τον νου τους η λέξη πόλεμος. Γιατί ο πόλεμος τώρα θα είναι αυτοκτονία και για τις δυο πλευρές. Το ίδιο θα συμβεί και στα δυτικά Βαλκάνια, πιστεύω. Με την ένταξη στην Ε.Ε δεν θα αγκαλιαστούν την επόμενη μέρα αλλά θα έχουν άλλες προτεραιότητες. Από ένα πόλεμο θα έχουν πολλά να χάσουν. Και χωρίς φιλοπόλεμη ατμόσφαιρα υπάρχει περισσότερη δημοκρατία. Εάν ήταν στην Ε.Ε. Σέρβοι και Αλβανοί σήμερα θα συζητούσαν πιο πολύ για τα έργα υποδομής, για τις δημόσιες υπηρεσίες, για τη διαφθορά, για τον πολιτικό διάλογο, για την αγοραστική δύναμη, για την ποιότητα ζωής. Θα συζητούσαν πιο πολύ για την καθημερινότητα παρά για διαχρονικές μυθολογίες…

Αρκετούς φίλους μα και θανάσιμους εχθρούς προσελκύει το blog σου, τελικά αποτελεί το internet μια δημοκρατική εστία διαλόγου και πληροφόρησης, ή μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι απρόβλεπτο;

Δεν είμαι ειδικός για το διαδίκτυο αν και περνώ πολλές ώρες μαζί του. Θα πω απλά το τετριμμένο: το διαδίκτυο έχει μεταμορφώσει τη ζωή μας. Όσον αφορά το μπλογκ π.χ.: δεν μπορείς να γράψεις ανοησίες γιατί η δυνατότητα ελέγχου είναι πολύ μεγαλύτερη. Η επικοινωνία ταυτόχρονα είναι μεγαλύτερη. Στο τελευταίο post που έγραψα για τον Ρομπέρτο Σαβιάνο, είχε μπει κάποιος Ναπολιτάνος που μαθαίνει ελληνικά και έγραψε τη γνώμη του. Το ιντερνέτ σημαίνει συνάμα μια έκρηξη ατομικότητας. Δίνει στον καθένα την ευκαιρία να βγει προς τα έξω, να ξεπεράσει ορισμένα εμπόδια, ακόμα και ορισμένες ιεραρχήσεις. Από την άλλη πλευρά ο καλός σέρφερ στο διαδίκτυο είναι αυτός που ξέρει να πετάξει όχι να μαζέψει γιατί ο βομβαρδισμός των πληροφοριών είναι τρομακτικός. Το διαδίκτυο θεωρώ πως είναι μια επανάσταση εν εξελίξει, δεν ξέρω πού θα μας πάει…

Τελικά κύριε Καπλάνι πόσο ευοίωνο είναι το «υπάρχουμε.. συνυπάρχουμε» σε μια Ευρώπη που ψηφίζει, δίνει θέσεις και στρίβει επικίνδυνα σε ακροδεξιές πολιτικές, θέσεις, τάσεις, λόγους;


Δεν είναι θέμα μόνο της Ευρώπης. Η Δεξιά σήμερα ζει τον «Μάη του ‘68» της. Κάνει ότι θέλει. Πολέμους, Γκουαντάναμο, φακελώνουν πολίτες. Η Δεξιά προσαρμόστηκε με περισσότερη ικανότητα στο χάος της παγκοσμιοποίησης. Στην ουσία δεν προσφέρει κάποια προοπτική ή ελπίδα, προσφέρει όμως βολικούς εχθρούς. Και όταν οι κοινωνίες βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιό «διψούν» για εχθρούς και αποδιοπομπαίους τράγους. Νομίζω ότι ο Μπαράκ Ομπάμα είπε σε μια ομιλία του ότι όταν πάσχουμε από την αίσθηση της απογοήτευσης και του φόβου, ψάχνουμε έναν εχθρό. Και ο πιο εύκολος εχθρός είναι ο μετανάστης, ο μαύρος, ο ανάπηρος, ο ομοφυλόφιλος, ο άνεργος, ο άστεγος, αυτός που δεν είναι σαν και εμάς, που «απειλεί» την ευμάρειά μας. Το θέμα είναι, πως η Αριστερά θα πρέπει να ανασυνταχθεί σε αυτό το πρωτόγνωρο περιβάλλον. Όχι προσφέροντας εχθρούς. Η σταλινική Αριστερά ή η λαϊκιστική Αριστερά του Τσάβεζ βασίζει την δράση στην παντοτινή παρουσία των εχθρών. Δεν εννοώ ότι η Αριστερά θα πρέπει να είναι σύλλογος ειρηνιστών και να μην συγκρούεται αλλά αυτό στη βάση των αξιών της δικαιοσύνης και της χειραφέτησης της κοινωνίας. Η Αριστερά καλείται να επαναδιατυπώσει τις αξίες της σε ένα περιβάλλον όπου διαλύονται οι παλιές πεποιθήσεις και δομές εκπροσώπησης. Εάν η Αριστερά δεν καταφέρει να πείσει, τότε θα ζήσουμε άγριες εποχές…


*Δημοσιεύτηκε στον δικτυότοπο του περιοδικού Ζενίθ στις 7-4-2012.

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Η αλήθεια για το Κερκυραϊκό ολοκαύτωμα

1) Οι λεγόμενες "ελληνικές αρχές" της Κατοχής ήταν ελληνόφωνα όργανα των κατακτητών, όπως και οι διάφοροι "Κουίσλινγκ" στις άλλες χώρες. Σαν τέτοιους τους κατάγγειλαν οι Σύμμαχοι, τους χαρακτήρισαν δοσίλογους και σαν δοσίλογοι δικάστηκαν και καταδικάστηκαν μετά την απελευθέρωση σ' όλες τις χώρες εκτός από την Ελλάδα γιά τους γνωστούς λόγους.

2) Δοσίλογοι που δεν δικάστηκαν ήταν και η ονομαζόμενη από το Χρύσανθο Σαρλή "ηγεσία του Κερκυραϊκού λαού". Τους Κόλλα και Κομιανό τους διόρισαν οι Ιταλοί όπως μαρτυρούν οι "πληροφοριοδότες" Μεθόδιος Κοντοστάνος στο βιβλίο του "Αρχείον Κατοχής" σελ 283, 290, 291, 294 και Κώστας Δαφνής στο βιβλίο του "Χρόνια πολέμου και Κατοχής" σελ. 243, 244, 255 και τους αναγνώρισαν οι Γερμανοί οι οποίοι τους χρησιμοποίησαν γιά τις ανάγκες τους μέχρι το τέλος του πολέμου, όπως γράφει και ο "πληροφοριοδότης" Μεθόδιος στη σελ. 448 κ.α. Ο αστυνομικός διευθυντής Δεδόπουλος και ο διοικητής χωροφυλακής Τσιριλάκης υπηρετούσαν, υπό τις διαταγές της γερμανόδουλης κυβέρνησης της Αθήνας, στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα και μετατέθηκαν στην Κέρκυρα αμέσως μετά την απόβαση των Γερμανών (βλέπε τις ίδιες πηγές). Η κρίση και καταδίκη της συμπεριφοράς και των πράξεών τους δεν είναι συκοφαντία αλλά επιταγή της Ιστορίας, της διαδικασίας δηλαδή που επεξεργάζεται την πείρα των λαών για να φωτίσει την μελλοντική τους πορεία.

3) Οι προκηρύξεις που χαιρετίζουν τη σύλληψη των Εβραίων, με τις υπογραφές Κομιανός, Κόλλας, Δεδόπουλος, δεν τυπώθηκαν στη Λάρισα εν αγνοία τους, όπως ισχυρίζονται οι κατήγοροι. Τυπώθηκαν στην Κέρκυρα, στα τυπογραφεία της ελληνόφωνης "Γκαζέτα Ιόνικα" των Ιταλών, στα οποία οι Γερμανοί τύπωναν και την "Κερκυραϊκή Φωνή" τους, όπως μαρτυρά και ο "πληροφοριοδότης" Κώστας Δαφνής που γράφει (σελ. 285) σχετικά με την ελληνόφωνη φυλλάδα των Γερμανών ότι "για τη στοιχειοθέτηση και την εκτύπωσή της εχρησιμοποιείτο το ιταλικό τυπογραφείο "Σαν Μάρκο" το οποίον εξυπηρέτησε τις τυπογραφικές ανάγκες των Γερμανών σ' όλο το διάστημα της κατοχής των".

4) Δύο ακόμη "πληροφοριοδότες, κοινοί συκοφάντες του Ποινικού Δικαίου" κατά τους κατήγορους, που επέζησαν του Άουσβιτς, καταθέτουν τις μαρτυρίες τους στο κερκυραϊκό περιοδικό ΕΧΙΤ. Η Ρεβέκκα Ααρών, κοριτσάκι 14 ετών τότε, θυμάται: "" Στην αρχή είχαν μια πινακίδα που έγραφε "ΕΒΡΑΙΟΙ" και έπρεπε να βάζουν οι Εβραίοι σε όλα τους τα μαγαζιά, για να μην μπαίνει μέσα κανένας. Ο πατέρας μου ο άχαρος την είχε πίσω από την πόρτα κορνιζαρισμένη. Κάποια μέρα ένας άνθρωπος ήρθε με δύο γερμανούς στρατιώτες και λέει του πατέρα μου: "Πού την έχεις την πινακίδα;". "Πίσω από την πόρτα", λέει αυτός. "Όχι" του απαντά "πρέπει να την βάλεις μπροστά γιατί απαγορεύεται να μπαίνουν οι Γερμανοί σε εβραϊκά μαγαζιά, δεν πρέπει να ψωνίζουν από εσάς". Εμένα που ήμουν μπροστά τόσο πολύ μου στοίχισε που έκατσα σε μια άκρη μαζεμένη και καταφοβισμένη... Υστερα ο πατέρας μου είπε ότι αυτός ο άνθρωπος με το ξεροκάπελο ήταν ο Κόλλας, ο Δήμαρχος." Και η δεύτερη, η Βασιλική Βιτάλ, συμπληρώνει: ""Αν δεν ήταν φιλογερμανός και φασίστας δε θα έκανε αυτή τη χειρονομία - να παίρνει τους Γερμανούς στα σπίτια από τους Εβραίους."" Είναι δύο ακόμη μάρτυρες που, εκτός των άλλων, βεβαιώνουν και "το γνήσιον της υπογραφής" του Δημάρχου Κόλλα στην επίμαχη προκήρυξη.

5) Αλλά και αν παραδεχτούμε ότι οι προκηρύξεις τυπώθηκαν εν αγνοία τους, γιατί τις κυκλοφόρησαν; Γιατί δέχτηκαν τις εντολές των Γερμανών (Δαφνής σελ 292) και προπαντός γιατί τις εφάρμοσαν; Στο Δημαρχείο έδιναν το "παρών" οι Εβραίοι, η Αστυνομία και η Χωροφυλακή τους μάντρωσαν και τους κατέγραψαν στην Πλατεία, ο αστυνομικός Πατρίκιος, δεξί χέρι του Δεδόπουλου, τους απειλούσε με γερμανικό όπλο να μην κινηθεί κανείς όταν σήμανε αεροπορικός συναγερμός, όπως μαρτυρεί η Ρεβέκκα Ααρών και άλλου που έζησαν τη σκηνή και επέζησαν του Άουσβιτς.
Η Γερμανία κατέρρεε και μετά τέσσερις μήνες παραδόθηκε χωρίς όρους. Αν οι τρείς "μη υπογράψαντες" την προκήρυξη των Γερμανών έφευγαν μαζί με τους καταλόγους των μελλοθανάτων Εβραίων και κρυβόντουσαν γιά τέσσερις μήνες (άλλοι αγωνίζονταν χρόνια στην παρανομία) οι Γερμανοί μόνοι τους δε θα μπορούσαν να εφαρμόσουν την "Τελική Λύση" στην Κέρκυρα και οι Εβραίοι, αν όχι όλοι οι περισσότεροι, θα γλύτωναν. Η καταγγελία αυτών των πράξεων που συνθέτουν το αδίκημα της συνέργειας στο έγκλημα δεν είναι συκοφαντία.

6) Δύο μόνο μήνες πριν φύγουν οι Γερμανοί από την Κέρκυρα ο Δήμαρχος Κόλλας, χειροκροτούμενος από το Δεδόπουλο και το Μητροπολίτη Μεθόδιο, εξέφραζε "τας ζωηράς ευχαριστίας" του στο Γερμανό στρατιωτικό διοικητή για την "παράδοση" του Μουσείου στον Κερκυραϊκό λαό, τονίζοντας ότι, το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει "τα φιλικότατα των Γερμανικών αρχών Κατοχής έναντι του Κερκυραϊκού Κοινού" (Μεθόδιος σελ. 448). Την ίδια ώρα 1800 Κερκυραίοι Εβραίοι εξοντώνονται στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.
Η αξίωση των κατηγόρων να καταδικαστεί ο συγγραφέας αν δε δηλώσει ότι "τιμά" αυτό "το έργο" του Κόλλα είναι προσβολή προς το κοινό περί Δικαίου αίσθημα και ύβρις προς την έννοια της Δημοκρατίας.

7) Τέλος, δύο μαρτυρίες σχετικά με τη λεηλασία των εβραϊκών σπιτιών:
Ο Μητροπολίτης Μεθόδιος στο βιβλίο του (σελ. 442) καταχωρεί μια επιστολή του προς το Νομάρχη Κομιανό με την οποία παραπονείται σ' αυτόν γιατί δεν έδωσε κάποια βοήθεια στους παπάδες και σημειώνει ότι μετά την κατάσχεση των εμπορικών καταστημάτων και των αποθηκών των Εβραίων παρουσιάζεται "νέα περίπτωσις προς εξοικονόμησιν των αναγκών των Ιερέων, εφ' όσον μάλιστα ως πληροφορούμεθα υπάρχει αφθονία υφασμάτων καταλλήλων προς εξωτερικήν ενδυμασίαν αυτών, τα οποία, ως πληροφορούμεθα, κατήντησαν να πωλούνται εις τας οδούς, αγνοούμεν πώς". Προσθέτει ότι, πάλι κατά τις πληροφορίες τους, "υπάρχει και αφθονία υφασμάτων καταλλήλων προς κατασκευήν Ιερατικών στολών τελετουργίας" και παρακαλεί το νομάρχη-διαχειριστή της λείας να του δώσει υφάσματα γιά ράσα και Ιερά άμφια.
Η δεύτερη μαρτυρία είναι του Κώστα Δαφνή, στο βιβλίο του "οι Ισραηλίτες της Κέρκυρας, χρονικό εφτά αιώνων", στη σελ. 37, όπου μιλώντας ξανά γιά τον "μαινόμενο όχλο" που λεηλατούσε, σημειώνει: "το δε λυπηρό σε όλη αυτή την ιστορία είναι ότι στη διαρπαγή συνέργησαν και όργανα της τάξεως".
Δύο μαρτυρίες που, εκτός των άλλων, δείχνουν και την αξιοπιστία του συγγραφέα που οι κατήγοροι αντιγράφουν και επικαλούνται. Αυτά θα καταθέσω στη δίκη του Μπούτου και της "Συκοφαντίας του Αίματος" όταν γίνει και αν γίνει. Αν δε γίνει, κράτησέ τα για σένα φίλε μου και για όσους πιστεύουν ότι το ρητό που ζητάει τα "παθήματα" να γίνονται "μαθήματα" ισχύει όχι μόνο για τα άτομα αλλά και για τους λαούς.



Βασίλης Ανθης
(απόσπασμα από το βιβλίο του "Ένα ταξίδι μια ζωή")

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Η ιστορία της Ελλάδας από εβραϊκή σκοπιά:

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι θλιβερές για τους κατοίκους της συνέπειες της κατάρρευσής της

Ο Φαλμεράϋερ και η εθνική καταγωγή των συγχρόνων Ελλήνων - Παρουσίαση Μακεδονικού-Ελληνικού Λεξικού




Τα βίντεο από την εκδήλωση:


http://www.youtube.com/watch?v=6Bch2t9gQ4g



http://www.youtube.com/watch?v=O0e-qDy9onQ



http://www.youtube.com/watch?v=xB8rbphUoTg



http://www.youtube.com/watch?v=7t31wD5Hvw0



http://www.youtube.com/watch?v=jv1v7psNCIU



http://www.youtube.com/watch?v=7JflcrOpw5M


Παρουσίαση Μακεδονικού-Ελληνικού Λεξικού







































Φωτογραφίες από την εκδήλωση:


















Σχετικό άρθρο με βίντεο:

http://abecedar.blogspot.gr/2011/10/blog-post_30.html


Κυνηγώντας κανίβαλους στα χρόνια της κρίσης

Εισήγηση δυο εκδηλώσεων της συλλογικότητας Terminal 119.


[Των δύο εκδηλώσεων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα προηγήθηκε προβολή μισάωρου οπτικουακουστικού υλικού που είχαμε αρχειοθετήσει από εκπομπές και δελτία ειδήσεων τόσο κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας των 300 όσο και του πογκρόμ του Μάη του 2011.]

Αυτή εδώ δεν είναι μια εισήγηση για ΜΜΕ, αλλά μια εισήγηση για ελληνικό βόθρο. Και εξηγούμαστε: τα ΜΜΕ δεν έκαναν τίποτε παραπάνω από το καθήκον τους. Όταν, π.χ., μια-δυο εβδομάδες νωρίτερα από την απεργία πείνας των 300 μεταναστών, τα γκάλοπ καταδείκνυαν ότι το 86% των ελλήνων είναι ρατσιστές και εθνικιστές, ε, τότε πρέπει αυτός ο κόσμος, αυτοί οι θεατές και αναγνώστες δηλαδή των ΜΜΕ, να τροφοδοτηθεί με την κατάλληλη τροφή. Αυτό κάνανε τα ΜΜΕ. Τίποτα παραπάνω. Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια του Μάη, όταν το πογκρόμ καταδικάστηκε σε αφάνεια στις πραγματικές του διαστάσεις ή η τηλεοπτική του κάλυψη περιορίστηκε στη συντήρηση του μύθου της ‘φασιστικής μειοψηφίας’, κάτι ανάλογο επιτεύχθηκε. Αν περιορίζαμε, λοιπόν, την κριτική μας στα ΜΜΕ και μόνο, θα ήταν σα να βλέπαμε μόνο τα σκατά που κολυμπάνε στην επιφάνεια του βόθρου αυτού και να μη βλέπαμε τον ίδιο το βόθρο, χωρίς τον οποίο, τα σκατά θα πήγαιναν στον πάτο. Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά και χωρίς τη βοήθεια εικόνων αυτή τη φορά.


Η αναβάθμιση του τρόμου
Με δεδομένο ένα εθχρικό κλίμα, ήταν επόμενο πως οι 300 μετανάστες απεργοί πείνας τον Ιανουάριο του 2011 θα αγωνιστούν με απελπιστικά ελάχιστους συμμάχους και πολλαπλούς αντιπάλους. Η αναβάθμιση του τρόμου πρέπει να παρατηρηθεί και στα τρία επίπεδα: ΜΜΕ, ελληνικό κράτος και, βέβαια, το βασικό υπεύθυνο, την ελληνική κοινωνία. Μια εμπειρική καταγραφή μπορεί να πείσει. Οι 300 μετανάστες απεργοί πείνας ήταν απέναντι σε όλους: τηλεπαιχνίδια με ερωτήσεις για «λαθρομετανάστες» και δώρα κινητά τηλέφωνα, η παρουσία του στρατιωτικομπατσικού μηχανισμού σε όλο το κέντρο της Αθήνας που συνάντησε ελάχιστες αντιστάσεις, το εκρηκτικό κοκτέιλ πανικού και αποφασιστικότητας που έδειξαν οι κρατικές κινήσεις, η πλήρης κοινωνική νομιμοποίηση της δολοφονικής λέξης «λαθρομετανάστης», τα αντιμεταναστευτικά ανέκδοτα που πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν στους χώρους εργασίας για να χασκογελάνε οι πληγέντες από την κρίση έλληνες, η ηλίθια δικηγόρος έξω από τη νομική, ο περιθωριακός κρυφοφασίστας δημοσιογράφος, αυτό το ντούκι που δήλωνε απλά ‘έλληνας εργάτης’, ο σεκιουριτάς στον Ευαγγελισμό, η διευθύντρια του παθολογικού στο Λαϊκό, ο υπάλληλος του σκουπιδιάρικου που έλεγε χαμογελαστά «τρώνε καλά αυτοί εκεί μέσα», φυσικά ο δικαστικός, ο πανεπιστημιακός καθώς και οι ισλαμοφοβικοί αγύρτες τύπου Σώτης Τριανταφύλλου. Ήταν στο κέντρο, στο Αιγάλεω, σε τσαμπουκάδες κατά τη διάρκεια μοιρασμάτων, ήταν στου Ζωγράφου, βρίζοντας τους ανθρώπους της μικροφωνικής, ήταν πολύ συχνά σταματημένος με μηχανάκια στο φανάρι της Ηπείρου – μόλις ανάψει το πράσινο φανάρι προς την Πατησίων – έτοιμος να προλάβει να φωνάξει βιαστικά «μαλάκες!», ήταν στο μαύρο τζιπάκι να λέει ατάκες του στιλ «κι ο Αλ Καπόνε μετανάστης ήταν!». Φυσικά, να μην ξεχάσουμε τον αναρχικό φοιτητή ο οποίος, την 25η μέρα απεργίας πείνας είχε πρόβλημα «με το αίτημα για νομιμοποίηση» γιατί ήταν πολύ ρεφορμιστικό ή και τον αριστερό φοιτητή για τον οποίο προτεραιότητα είχε η εξεταστική Φεβρουαρίου. Το αν το κάποιοι εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για την αλλοίωση του έθνους ή για την αποκατάσταση του πανεπιστημιακού ασύλου, τον προβληματισμό για τη «δημόσια υγιεινή» ή το άγχος ξεστρατίσματος του αγώνα, τον κίνδυνο απώλειας της εξεταστικής ή αυτόν της ρεφορμιστικής παρεκτροπής ή ακόμη και ιδεολογικού (πχ αντι-ΜΜΕ) αξιώματος, μικρή διαφορά μας κάνει. Όλοι τους μιλούσαν ελληνικά ή, ακόμη χειρότερα, σκέφτονταν έτσι.

Το τι προκάλεσε αυτή την τριπλή αναβάθμιση του τρόμου που αναφέραμε δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Ούτε κάποιος σούπερ εργατικός-ταξικός αγώνας, ούτε η απειλή πολέμου με την Τουρκία, ούτε και κάποια κρίση με πετρέλαια. Ηαναβάθμιση του τρόμου υπήρξε για τρεις πολύ απλούς λόγους που συνδυάστηκαν μεταξύ τους:

α) λόγω ενός προβληματικού μέσου αγώνα – της απεργίας πείνας – (προβληματικού ακριβώς γιατί στηρίζεται στον ανθρωπισμό ενός κράτους, και στην τελική ενός κράτους που είναι από τα λιγότερο γνωστά ως ‘ανθρωπιστικό’: το ελληνικό). Η απεργία πείνας, ξεκινάει απο την εκτίμηση ότι η άλλη πλευρά θα δεχτεί τα αιτήματα για ανθρωπιστικούς λόγους, για να μην έχουν νεκρούς ή γιατί οι μετανάστες πιστεύουν ότι αυτή η μορφή πάλης θα συγκινήσει την ελληνική κοινωνία τόσο ώστε να ασκήσει πίεση προς την εξουσία, εκτίμηση που είναι τουλάχιστον αισιόδοξη δεδομένης της ποιότητας αυτής της κοινωνίας.

β) ο δεύτερος λόγος της αναβάθμισης του τρόμου είχε να κάνει με το τυπικά ρεφορμιστικό μα τόσο συγκεκριμένο αίτημα της νομιμοποίησης των μεταναστών χωρίς χαρτιά στην ελλάδα, καθώς, όπως έχει γράψει και το CM: “Εν όψει της αθλιότητας της ελληνικής κοινωνίας και της ελεεινότητας των πρωτοποριών της, ακόμα και τέτοια απλά, ρεφορμιστικά και αυτονόητα σε άλλους καιρούς και άλλες κοινωνίες, συγκεκριμένα αιτήματα μετατρέπονται σε κοινωνικό δυναμίτη που περιμένει υπομονετικά να του ανάψουν το φυτίλι.” Ναι ρε, Αλβανοί! Η απειλή νομιμοποίησης όλων των μεταναστών στην ελλάδα τρόμαξε τον εθνικό κορμό στις πιο υπαρξιακές του ρίζες. Η πιθανότητα, δε, της παραχώρησης άδειας παραμονής στους 300 απεργούς πείνας δημιουργούσε άμεσα την απειλητική υπόνοια ότι κι άλλοι μετανάστες θα ακολουθούσαν το μέσο της απεργίας πείνας για να νομιμοποιηθούν, αυξάνοντας τους πονοκεφάλους αυτών που θέλουν να πιστεύουν και να ποντάρουν στην ελληνική πλειοψηφία και ομοιογένεια του πληθυσμού.

γ) ο τρίτος λόγος της αναβάθμισης του τρόμου, κατά την εκτίμηση μας, είναι ότι αυτός ο αγώνας δόθηκε ίσως για πρώτη φορά μαζικά και ρητά αυτοοργανωμένα (δηλαδή με συνελεύσεις μεταναστών που δεν χειραγωγούνται από πολιτικούς φορείς / κόμματα και που αποφασίζουν αυτόνομα για το κοινό τους μέλλον με βάση τη θέση τους στην ελληνική κοινωνία, δηλαδή ως ξένοι). Κι αν το Δεκέμβρη του ‘08 κάποιοι άρθρωναν κριτικές προς τους μετανάστες για το ότι απλά υπήρχαν στους δρόμους του Δεκέμβρη αλλά δεν ήταν και ενεργοί συμμέτοχοι (ή άλλοι ψέλλιζαν τις μπούρδες τους περί αντικαπιταλιστικής κριτικής στο πλιάτσικο), τώρα δεν μπορούσαν να χωνέψουν βέβαια το πώς 300 μετανάστες γονάτισαν το κράτος ώστε να κάνει κινήσεις που δε χρειάστηκε ποτέ να κάνει με την «ελληνική εργατική τάξη» των τελευταίων 20 χρόνων.

Παρένθεση για την ‘αυτοοργάνωση’ του αγώνα (που τόσο λοιδορήθηκε): Πρώτον, να σημειώσουμε ότι την απραξία και την άρνηση συμπαράστασης ομάδων και ατόμων του χώρου στο όνομα του καπελώματος των μεταναστών τη θεωρούμε επαίσχυντη γιατί υποτίμησε τους απεργούς ως άβουλα όντα, θεωρώντας ότι αυτοί χωρίς τη θέληση τους κατευθύνονται απο άλλους. Και ήταν, βέβαια, γελοίο άνθρωποι που αποφάσισαν μια τέτοια ενέργεια, βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή, να θεωρούνται άβουλα όντα! Δεύτερον, τη συζήτηση περί καπελώματος την έφεραν στο προσκήνιο διάφοροι αριστεροί και αναρχικοί αποκρύβοντας, βέβαια, ότι σε πολλούς δικούς τους αγώνες – π.χ. απελευθέρωση φυλακισμένων ή κι εργατικές απεργίες – έχουν εμφανιστεί ιεραρχίες, καπελώματα και συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και τότε δεν διαμαρτύρεται από όσο ξέρουμε κανείς. Τρίτον, η μετατροπή της αντιπαράθεσης κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας στο ποιος καπελώνει ποιον ή ποιος είναι πιο σωστός επαναστάτης, κατάφερε στο τέλος να πετάξει ακόμα και το ίδιο το αίτημα της απεργίας πείνας στο περιθώριο, το αίτημα της νομιμοποίηση των μεταναστών. Τέταρτον, κατά τη γνώμη μας, ακόμη κι αν υπήρχε πατερναλισμός, αναρωτήθηκε κανείς αν ήταν βούληση κι απόφαση των μεταναστών που για διάφορους δικούς τους λόγους τον δέχτηκαν ή ανέχτηκαν;


Μια χαμένη ευκαιρία
Οι 3 παραπάνω λόγοι που περιγράψαμε ήταν αρκετοί για να ανάψουν το φυτίλι της ελληνικής κοινωνίας. Όπως δήλωσαν κι οι κρατικοί της εκπρόσωποι, εκ του Υπουργείου Εσωτερικών, προς τους μετανάστες: «Βάλατε μια βόμβα στην κοινωνία» (ή σε υγιεινιστική παραλλαγή, εκ του Υπουργείου Υγείας: «Το κτίριο των μεταναστών αποτελεί βόμβα κινδύνου για τη δημόσια υγιεινή»). Η καφρίλα κορυφώθηκε στο τελευταίο βράδυ που οι απεργοί πείνας έζησαν μέσα στη νομική. Για πρώτη φορά υπήρχαν τόσο πολλοί λόγοι για να φερθεί κανείς αξιοπρεπώς, συμπυκνωμένοι μέσα σε λίγες μέρες: μεταξύ των οποίων λόγων να αναφέρουμε μονάχα τη στρατιωτική κατοχή του κέντρου από χιλιάδες μπάτσους όλων των ειδών, με όπλα μάλιστα όλων των ειδών, που απειλούσανε φανερά και δίχως άλλο τους 250 ξένους απεργούς πείνας εντός του κτιρίου της νομικής. Ήταν τότε που η πλάστιγγα έγειρε τόσο πολύ εναντίον των 250 ξένων της νομικής κοινωνικά, που τα αφηρημένα συνθήματα για «Ανατροπή, Ανυπακοή, Αντίσταση» και άλλα τέτοια που κοσμούν τις αφίσες και τα πανό, πήγανε περίπατο. Γιατί, πράγματι, αν αυτή η αριστερά, από το ΚΚΕ μέχρι τους αριστεριστές, ήθελε πράγματι να οξύνει την αντιπαράθεση με το κράτος τις μέρες της νομικής, να κάνει τον περίφημο «σεισμό» για τον οποίο μας έχει ζαλίσει εδώ και δεκαετίες, εκεί, στη νομική, η ευκαιρία της ήταν τεράστια. Πράγματι η απεργία πείνας τότε μόνον θα μπορούσε να έχει θετική έκβαση: αν δημιουργούταν, δηλαδή, ένα κίνημα συμπαράστασης που προκαλούσε τεράστια προβλήματα στο ελληνικό κράτος. Ήταν, όμως, ακριβώς εκείνες οι στιγμές που η ελληνική αριστερά επέλεξε να πουλήσει τόσο τα άσυλα που υποτίθεται «ανήκουν σε όλο το λαό» - εκτός των ξένων – καθώς και τα δήθεν «είμαστε όλοι μετανάστες». Η μία φράξια μετά την άλλη (Συν, ναρ, Ανταρσύα κτλ) λιποτακτούσαν σε ένα ματς που το κράτος προέλαυνε χωρίς αντιστάσεις. Ζούσαμε λάιβ τη χρεωκοπία μιας λογικής που υποστηρίζει ότι θα βρει τα κονέ (τις διαμεσολαβήσεις δηλαδή) για να σώσει την παρτίδα στο τέλος και θα φροντίσει τους «ανήμπορους μετανάστες». Κι αυτή η χρεωκοπία προφανώς δεν υπήρξε λόγω φόβου, αδυναμίας ή απειρίας, μα κυρίως λόγω έλλειψης βούλησης. Σημαντικότερο όλων κρίθηκε το να μην τα σπάσουνε με τον ελληνικό εθνικό κορμό ο οποίος σύσσωμος απαιτούσε «διώξιμο από τη νομική» και «μαζικές απελάσεις». Κι όχι μόνο δεν επεδίωξε κανείς κατά τα γεγονότα της νομικής να ρίξει ένα κράτος το οποίο κινούταν ξεκάθαρα με φασιστικά σενάρια και συνεργάτες, αλλά πολλοί βοήθησαν μάλιστα να επιβεβαιώσουν τους λόγους ύπαρξης αυτού του κράτους, επιβεβαιώνοντας βασικά τη δική τους θέση στο μηχανισμό, ως «αριστερά του».

Έτσι χάθηκε μια ευκαιρία, μια ευκαιρία που ήταν εκεί μπροστά σε όλους. Και για όλους αυτούς που ψάχνανε και ψάχνουνε την ανατροπή στα στημένα διήμερα ματς της γσεε και του πάμε. Βέβαια, ο εργάτης αυτός που τώρα πάλευε δεν είχε λευκό δέρμα κι ούτε ελληνική ταυτότητα, μα ούτε και άδεια παραμονής. Κι αν τον πουλήσανε αυτόν, δεν τον πουλήσανε σε συμφωνίες μυστικές κάτω από τραπέζια, όπως λέγεται, ούτε ακόμα και στην επαίσχυντη εκμετάλλευση των όποιων τυχόν συναισθηματικών του ολιγωριών. Τον πούλησαν ανοιχτά, δίνοντας ψεύτικες υποσχέσεις αγώνα και αντικαθιστώντας τες με προτάσεις περί μεταφοράς των μεταναστών σε δημοτικά γυμναστήρια κι άλλες τέτοιες μαλακίες. Όπως είδαμε τη συνέχεια του έργου, όταν η ευκαιρία αυτή χάθηκε κι η ελληνική αριστερά έδωσε σε όλους να καταλάβουν ότι δεν έχει σκοπό να παίξει και το κεφάλι της για να υπερασπιστεί μετανάστες, δόθηκε το γενικό σινιάλο για το αποτέλειωμα των μεταναστευτικών κοινοτήτων του κέντρου. Ήταν τυχαίο, άραγε, πως ο αγώνας των 300 από το Μαγκρέμπ ακολουθήθηκε από το πογκρόμ του Μάη εναντίον κυρίως μη-λευκών, Ασιατών και Αφρικανών, μεταναστών;


…και η εκδίκηση του όχλου
Το Μάη του 2011, ενάμιση μήνα μετά την απεργία πείνας, στο πογκρόμ που εκτυλίχθηκε στο κέντρο της Αθήνας, είχαμε μια παρόμοια αναβάθμιση του τρόμου σε δύο τουλάχιστον γενικά χαρακτηριστικά της. Το πρώτο ήταν η βία του λόγου που απλωνόταν σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και πάλι, είτε έμενες στο Ψυχικό, είτε στο Καστελόριζο, είτε στο κέντρο της Αθήνας, όλοι ασχολούνταν με τους «λαθρομετανάστες» και πόσο μεγάλο πρόβλημα αποτελούν. Το δεύτερο χαρακτηριστικό ήταν περισσότερο επικεντρωμένο στον τόπο του εγκλήματος, στο κέντρο της Αθήνας, όπου η κοινωνία ήταν χωρισμένη στα δυο – είτε ήσουν με τους «κανίβαλους» είτε όχι, ενδιάμεση θέση δε χωρούσε. Εκείνες τις μέρες όχλος αποτελούμενος από έλληνες κατοίκους μαζί με οργανωμένες φασιστικές ομάδες επιτίθενται από κοινού εναντίον μεταναστών. 100 και πλέον οι τραυματίες μετανάστες σε νοσοκομεία, από τους οποίους πολλοί μαχαιρωμένοι και μία τουλάχιστον δολοφονία ενός 21χρονου μετανάστη από το Μπαγκλαντές, του Αλίμ Αμπντούλ Μάναν. Μέσα σε αυτό το εθνικό κλίμα δεν προκαλεί έκπληξη βέβαια ότι ελάχιστοι, κυρίως αναρχικοί, αντέδρασαν σε αυτό το πογκρόμ κι όσοι το έκαναν, το έκαναν σε ατομικό ή μικρο-συλλογικό επίπεδο στέλνοντας μερικές δεκάδες φασίστες στα σπίτια τους ή στα νοσοκομεία. Η απόλυτη πλειοψηφία των ελλήνων (αριστερών και δεξιών), ωστόσο, ήταν πολύ απασχολημένη με το ΔΝΤ, την κρατική καταστολή, τον στρος καν, το φουκουσίμα, τους ‘αγανακτισμένους’ κτλ.

Το κυνήγι του κανίβαλου μέσα στα χρόνια της κρίσης συστηματοποιήθηκε. Οι κόμβοι του μας φάνηκαν τόσο ξεκάθαροι, για πρώτη φορά ίσως, που σκεφτήκαμε να τους καταγράψουμε στο περσινό κείμενό μας «Οι σύντροφοι μας οι κανίβαλοι», το οποίο αφιερώσαμε στους μετανάστες του κέντρου της Αθήνας. Αντιγράφουμε αυτούς τους κόμβους εδώ ως πρωταρχικά υλικά για το πογκρόμ που πέρασε αλλά και για αυτά που βρωμάει ότι έρχονται.

Παρένθεση: Εξάλλου, η κριτική σε αυτή την εισήγηση δεν έχει κανένα άλλο νόημα παρά το να βάλουμε στην άκρη κάποια κρίσιμα συμπεράσματα (έστω και με την ασφαλή απόσταση του ενός έτους από τα γεγονότα) και, επιπλέον, να μετρηθούμε, πόσες είμαστε, πόσοι είμαστε μεταξύ μας, εφεδρείες για τους καιρούς αυτούς. Κατά τα άλλα, σε όσους κάνουμε σήμερα κριτική από εδώ ας κρατήσουν και τις ψήφους τους και το πρεστίζ τους. Δεν πάμε να φτιάξουμε κανένα κίνημα. Πάμε να οργανώσουμε καλύτερα την άμυνα μας, πρακτικά αλλά και στο μυαλό.


Τρία υλικά:
Παραμύθια, επιτροπές κατοίκων και κάποιοι να πιστεύουν στα παραμύθια

Πρωταρχικό υλικό για πογκρόμ σήμερα, λοιπόν, αποτελούν οι μύθοι που έχουν εξαπλωθεί στην ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια με στόχο την απο-ανθρωποποίηση μεταναστών, κυρίως μουσουλμανικής καταγωγής, στα αστικά κέντρα της ελληνικής επικράτειας. Οι φήμες αυτές χτίζουν προκαταλήψεις για όλους τους μετανάστες παρουσιάζοντας τους σαν ‘βάρβαρους’, ‘απολίτιστους’, ‘κανίβαλους’, ‘τέρατα’ κτλ. Οι φήμες αυτές εμφανίζονται σε μια περιοχή και, ανάλογα με το πετυχημένο ή μη της διάδοσής τους, ακολουθούνται από πρακτικά ‘αντίποινα’. Ένα μήνα πριν το πογκρόμ στην Αθήνα κυκλοφορούσε η φήμη πως μία γυναίκα έπεσε θύμα βιασμού από δύο νιγηριανούς στο λόφο του Στρέφη. Κάτι αντίστοιχο κυκλοφορούσε για την πλατεία Αμερικής. Οι ιστορίες αυτές από παρέα σε παρέα άλλαζαν την καταγωγή των δραστών και εξαπλώθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι μύθοι για αποτρόπαια εγκλήματα προδίδουν το σκέπτεσθαι των συκοφαντών: εγκλήματα που έχουν ως θύματα γυναίκες, παιδιά και συχνά ζώα στοχεύουν στη διέγερση του λαϊκού αισθήματος.

Οι αφηγήσεις περί απειλής εις βάρος των ζώων της χώρας, από την άλλη, έκαναν μεγάλη περιοδεία εδώ και τέσσερα-πέντε χρόνια με τοπικά πεδία διάδοσης κυρίως την Πάτρα, την Καλαμάτα, τη Σπάρτη και άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της όξυνσης της αντιπαράθεσης για το ζήτημα του καταυλισμού των μεταναστών στο λιμάνι της Πάτρας. Το στόρι τότε ήταν πως οι «Αφγανοί μετανάστες» στην Πάτρα έτρωγαν σκύλους τα βράδια, κινητοποιώντας έτσι τους Πατρινούς ρατσιστές με πρόσχημα το πόσο ‘απολίτιστοι’ είναι αυτοί οι μετανάστες. Αξίζει να σημειώσουμε ότι μύθοι σαν τους παραπάνω διαδόθηκαν σε πόλεις όπου έχουν αναπτυχθεί τρεις δυνατές κοινότητες μεταναστών τα τελευταία χρόνια – δηλαδή η κοινότητα του καταυλισμού της Πάτρας, αυτή του καταυλισμού της Ηγουμενίτσας κι αυτή τέλος των Χανίων (από όπου προήλθαν και οι 300 απεργοί πείνας). Όλες, επιπλέον, οι παραπάνω συκοφαντίες αναπτύχθηκαν κυρίως τις μέρες του χριστιανικού πάσχα, κατ’ επιταγή της συνήθειας των συκοφαντιών αίματος του χριστιανικού αντισημιτισμού, κάτι που αποκαλύπτει πως η συγκεκριμένη μέθοδος στοχοποίησης αποτελεί πάγια στρατηγική του ελληνικού νεοναζιστικού χώρου (ο οποίος μάλιστα αποδεικνύεται και ιδιαίτερα χριστιανικός στις πηγές έμπνευσης του). Πάσχα έρχεται σε ένα μήνα, έχετε το νου σας!

β) Ένας τρόπος να διαδίδονται οι παραπάνω φήμες αλλά και να αυγατίσει ο ελληνικής κοπής εθνικοσοσιαλισμός είναι τώρα τελευταία και οι επιτροπές κατοίκων ή ‘καθικιών’, όπως μας αρέσει να τις λέμε: ένα δεύτερο βασικό υλικό για να φτιάξεις ένα πογκρόμ. Καθάρματα από όλη τη γειτονιά ή την πόλη, διαχειριστές πολυκατοικιών, οι χουντοπαππούδες του τετάρτου ορόφου, νοικοκυρές σε απόγνωση αλλά και τρέντι ή κάγκουρες νεολαίοι, επιτέλους, βρίσκουν ένα φόρουμ για να ξεδίνουν σε σχέση με το «πρόβλημα με τους πολλούς μετανάστες» όπως ονομάζεται σήμερα, μετά σεμνοτυφίας και ευπρέπειας, η συζήτηση περί της δολοφονίας ξένων. Φήμες και ψέματα διανθίζουν βέβαια το λεκτικό οπλοστάσιο των νοικοκυραίων αλλά αυτό ποσώς ενδιαφέρει κάποιον. Εξάλλου, είπαμε, ο πυρήνας του ρατσισμού είναι μεταφυσικός. Ο ψευδής ισχυρισμός δεν είναι ισχυρισμός που γυρεύει να εγκαθιδρυθεί μέχρι τη διάψευσή του. Αντιθέτως, είναι εργαλειακός ισχυρισμός που ‘δικαιολογεί’ το γιατί αυτή η μαλακισμένη ελληνίδα γιαγιά φωνάζει και ωρύεται που η σομαλική κοινότητα δεν έχει γίνει ακόμα στάχτες.

Οι σταρ των επιτροπών κατοίκων είναι συνήθως καθημερινοί άνθρωποι, με ένα δράμι παραπανίσια πονηριά. Έτσι, ένας τύπος που αποτελεί δραστήριο μέλος της επιτροπής κατοίκων πλατείας Βικτώριας κι ο οποίος παρουσιάζεται το 2011 στα κανάλια σαν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας Καντάρη, δεν εμποδίζεται από κάτι ώστε, τρία χρόνια πριν, το 2009, να παρουσιάζεται πάλι στα ίδια κανάλια (τον Αντένα), ως κάτοικος της επιτροπής Αγίου Παντελεήμονα και αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου. Βέβαια, το ότι ο συγκεκριμένος αυτόπτης ήταν απατεώνας δεν κάθισε να το ψάξει κανείς, παρά μονάχα δύο αντιφασιστικές συνελεύσεις της Αθήνας που αντιτέθηκαν σθεναρά εξαρχής στα περί κοινωνικού κανιβαλισμού. Κρίμα που δεν πονηρεύεται κανείς. Προφανώς για τις δουλειές αυτές δεν βάζουν τίποτα ξυρισμένους μποντιμπιλντεράδες. Κάνουν και οι νεοναζί δημόσιες σχέσεις. Οι ‘Λευτεράκηδες’ γενικότερα έχουν το κατάλληλο στυλ: μουσάκι, καθημερινό ντύσιμο, μαλλάκι και σκουλαρικάκι. Ή σε άλλες περιπτώσεις είναι νεοναζί σε συσκευασία μεσήλικης νοικοκυράς. Η επιλογή τέτοιων προφίλ είναι κρίσιμη, ώστε να μην αποθαρρύνουν τους έλληνες που ναι μεν θέλουν να συμμετάσχουν στο πάρτι με τα μαχαίρια, αλλά τους χαλάει την αισθητική η σβάστικα. Εμείς λέμε μάλιστα ότι αυτό συνάδει και με τις παραδόσεις ενός μεγάλου μέρους του λαού μας που από παλιά είχε πρόβλημα με τους γερμανούς αλλά όχι απαραίτητα και με τους γερμανοτσολιάδες.

γ) Για να συμπληρωθεί το παζλ, μετά τους μύθους και τις επιτροπές καθικιών, πρέπει να υπενθυμίσουμε κάτι βασικό: τα θύματα του πογκρόμ πρέπει να είναι παντελώς μόνα τους και αν είναι να αμυνθούν, πρέπει να στηριχθούν ολότελα στις δικές τους δυνάμεις. Θυμηθείτε λίγο ξανά το σκηνικό της νομικής ή της υπατίας για να καταλάβετε τι εννοούμε. Ακούγεται σκληρό αλλά έτσι είναι και είναι εύκολο να το αποδείξει κανείς για την ελληνική αριστερά η οποία, αφενός, δεν τόλμησε να κατέβει κάτω από την Πατησίων για να αντιπαρατεθεί έμπρακτα με τον όχλο, αφετέρου, όταν αποφάσισαν να καταδικάσουν έμπρακτα το πογκρόμ, δεν μπόρεσαν να διοργανώσουν ούτε μια διαδήλωση μέσα στις γειτονιές που συνέβη το πογκρόμ.

Από την άλλη, κομμάτι του αναρχικού χώρου ενώ είπαμε ήδη ότι βρέθηκε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του πογκρόμ αντιμέτωπο με όχλο, φασίστες και μπάτσους, σε ένα μεγάλο μέρος του ένιωσε ότι έπρεπε να εξηγήσει γιατί βρισκόταν εκεί. Η θεωρία του κοινωνικού κανιβαλισμού η οποία ήρθε στο προσκήνιο εκείνες τις μέρες από πλευράς αναρχικών δυστυχώς κατάφερε: α) να δαιμονοποιήσει τους μετανάστες δράστες της δολοφονίας ως κανίβαλους, αποδεχόμενη συναινετικά το γενικό πλαίσιο συζήτησης που λάμβανε χώρα στην ελληνική κοινωνία, την ώρα μάλιστα που οι επιτροπές κατοίκων είχαν ήδη πιάσει δουλειά, και β) αλλά και να εξισώσει υπό τη σκέπη αυτού του κοινωνικού κανιβαλισμού τόσο τη δολοφονία του Αλίμ Αμπντούλ Μάναν και το πογκρόμ όσο και τη δολοφονία Καντάρη. Σε ένα ακραίο παράδειγμα, μια ομάδα, η Πρωτοβουλία Ελευθεριακών Κομμουνιστών έγραφε: «Σε πολλές περιοχές του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας, η αντικοινωνική εγκληματικότητα διαρκώς αυξάνεται και η ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται τείνει να γίνεται όλο και πιο απειλητική για τους παραδοσιακούς κατοίκους τους. Η «τιμή» της ανθρώπινης ζωής έχει πέσει πλέον κατακόρυφα. […] Το να βγαίνουν καλάσνικοφ μεταξύ ελλήνων οπαδών δύο ομάδων και να υπάρχουν σοβαρά τραυματίες, όπως έγινε πριν λίγες μέρες στην Κόρινθο, ή το να μαχαιρώνονται άνθρωποι έξω από το σπίτι τους στο κέντρο της Αθήνας, όπως συνέβη χθες, αυτά είναι περιστατικά που δείχνουν πως η κατάσταση έχει πάρει επικίνδυνη τροπή». Ως θύματα της κατάστασης εμφανίζονται εδώ «οι παραδοσιακοί κάτοικοι» του κέντρου της πόλης, δηλαδή οι δράστες του πογκρόμ της επόμενης μέρας και οι κυνηγοί ξένων. Έτσι επιχειρήθηκε να εξισωθούν μια ρατσιστική δολοφονία εναντίον ενός μετανάστη από το Μπαγκλαντές, η οποία αποτελούσε μήνυμα για όλες τις μεταναστευτικές κοινότητες στην Αθήνα με τη ληστρική δολοφονία ενός έλληνα. Με αυτό τον τρόπο, κατά τη γνώμη μας, επιχειρήθηκε οι πράξεις της δολοφονίας να ειδωθούν ανεξάρτητα των υποκειμενικών τους συνθηκών κι ανεξαρτήτως των θυμάτων τους, όπως ας πούμε θα τις έβλεπε μάλλον ένα αστυνομικό δελτίο ή, τέλος πάντων, ένα οποιοδήποτε δελτίο του οποίου ο ρόλος, ο στόχος και η θέληση δεν είναι να κατονομάσουν τον ρατσισμό.

Έτσι, στις μέρες του πογκρόμ, δυστυχώς μετρηθήκαμε λίγοι καθώς η κυρίαρχη κινηματική αντίδραση – διά της αναπαραγωγής του θεαματικού/μιντιακού πλαισίου συζήτησης και του εθνικού του αντίκτυπου – συμμετείχε σε μια ευρύτερη συζήτηση για το λεγόμενο ‘μεταναστευτικό’. Οποιαδήποτε βέβαια συζήτηση για το ‘μεταναστευτικό’ είναι εξαρχής καταδικασμένη αποδεχόμενη την αρχή πως οι ‘(πολλοί ή λίγοι, δεν έχει σημασία) μετανάστες είναι πρόβλημα’. Πόσο μάλλον καταδικασμένη είναι μια τέτοια συζήτηση όταν ξεκινά από ένα περιστατικό δολοφονίας στο οποίο οι τρεις ύποπτοι του εγκλήματος είναι μετανάστες και το ένα θύμα ‘έλληνας’. Όσοι, δε, ήταν πανούργοι, μίλησαν επίσης για τοναποτρόπαιο τρόπο ζωής των Άλλων. Εξάλλου εκεί από όπου προέρχονται, η ζωή είναι φτηνότερη, έλεγε ο Πρετεντέρης στα Νέα αλλά και αξιωματικός της αστυνομίας που ανέλαβε την υπόθεση. Κι εδώ πια, εδώ που ζούμε εμείς, η ζωή έχει γίνει φτηνότερη, έλεγαν ακόμη κι οι προκηρύξεις αναρχικών. Εκεί ακριβώς, στην πολιτισμική ακρούλα του συλλογισμού αυτού εκφραζόταν ένα ελληνικό άγχος, πιο άμεσα φυσικά στους Πρετεντέρηδες και τους μπάτσους, πιο άρρητα στους αναρχικούς. Ωστόσο ο όρος ‘κανιβαλισμός’, ακόμη και σε αυτούς τους τελευταίους, πρόδωσε το αποικιοκρατικό σκεπτικό: ο ενθουσιασμός με το υποκείμενο-‘κανίβαλος’ εξέφραζε το ελληνικό άγχος να μην καταναλωθούμε από αυτούς τους Άλλους.([1]) Έτσι φάνηκε ότι το αποτρόπαιο του βουλιάγματος μιας βάρκας στο Αιγαίο και του βίαιου πνιγμού δεκάδων μεταναστών που προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα δεν αποτελεί καν υπενθύμιση βίας ενώ μια δολοφονία ενός έλληνα στο κέντρο της Αθήνας φέρνει ξαφνικά τη βία στο όμορφο σαλόνι μας. Γιατί είναι εμετικό, τουλάχιστον, να ακούς ότι ξαφνικά λοιπόν τώρα έγινε η ζωή φτηνή όταν ξέρουμε ότι, για παράδειγμα, στη Μυτιλήνη και στον Έβρο υπάρχουν νεκροταφεία που για τους νεκρούς τους υπάρχουν νούμερα κι όχι ονόματα και για τους οποίους νεκρούς δεν αφιερώθηκαν ούτε αφίσες, ούτε τίποτα.

Τις ίδιες μέρες, το Κράτος έπαιρνε μέτρα. 10, 20, 30 μέτρα ενάντια στη ‘νέα’ κατάσταση που δήθεν παρουσίαζε το κέντρο της Αθήνας. Τα νέα μέτρα ουσιαστικά ήταν τα παλιά μέτρα: λίγες ακόμα γκλοπιές στις πλάτες των μεταναστών, ακόμα περισσότεροι σπασμένοι πάγκοι μικροπωλητών, περισσότεροι μπάτσοι, περισσότερες προσαγωγές-συλλήψεις κτλ. Γενικά επρόκειτο κυρίως για αστυνομικά μέτρα βίας μαζί με λίγη σως ανάπτυξης (οικονομικής βίας) και ανάπλασης (πολεοδομικής βίας). Αν διάβαζε κανείς, βέβαια, τα καθημερινά δελτία της Γ.Α.Δ.Α. θα έβλεπε πως ούτε οι περιπολίες ούτε οι συλλήψεις κι οι προσαγωγές ήταν λίγες, πριν τη δολοφονία Καντάρη. Αυτό που κατάφερε ωστόσο με τα νέα μέτρα το Κράτος ήταν να διευρύνει λίγο περισσότερο τα εσωτερικά του σύνορα – και μάλιστα με πλήρη κοινωνική νομιμοποίηση – κατασκευάζοντας εκ νέου τους ‘Άλλους’ του.


Terminal 119 

03 Μάρτη Θεσσαλονίκη (Μικρόπολις),
10 Μάρτη Αθήνα (Αυτόνομο)



([1]) Και προς απόδειξη του ρατσιστικού σκεπτικού του θεωρήματος αυτού, αρκεί να πούμε ότι σήμερα αυτό που διατυπώνεται ‘σεμνά’ σε αφίσες στα εξάρχεια ως ‘κοινωνικός κανιβαλισμός’ δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό που στην πλατεία και τα καφέ ψιθυρίζεται ως ‘αλβανική μαφία’.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

ΑΔΙΚΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΣΤΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ
‘‘ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΚΑΙ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ’’
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΙΚΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΣΤΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ

tourkikikinisi@hotmail.com

Κομοτηνή 20/02/2012

Η Τουρκική Μειονοτική Κίνηση για Ανθρώπινα και Μειονοτικά Δικαιώματα είναι υποχρεωμένη να αποκαλύψει στην κοινή γνώμη ένα νέο ρατσιστικό μέτρο που αποδεικνύει ολοκάθαρα τη δυσμενή διακριτική μεταχείριση σε βάρος της μειονότητας της Θράκης, που δυστυχώς για τη νοοτροπία του Έλληνα νομοθέτη εξακολουθεί να παραμένει ομάδα που αποτελείται από πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Αλλιώς είναι δύσκολο να εξηγηθεί η σκληρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι Τούρκοι Μουσουλμάνοι της Θράκης, που έχουν την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη εδώ και πολλές δεκαετίες , σε αντίθεση με την ευνοϊκή και προνομιακή μεταχείριση των παλινοστούντων Ποντίων των οποίων η εθνική καταγωγή και ταυτότητα φαίνεται ότι είναι πολύ πιο αρεστή στο ελληνικό κράτος, και γι αυτό το τελευταίο σπεύδει να μειώσει τα σχετικά πρόστιμα για ανέγερση αυθαιρέτων κατοικιών κατά ογδόντα τοις εκατό, χωρίς δυστυχώς να επεκτείνει τη ρύθμιση αυτή και στους πολίτες που ανήκουν στην τουρκική μουσουλμανική μειονότητα.

Η Τουρκική Μειονοτική Κίνηση τονίζει με έμφαση ότι δεν θεωρεί αντίπαλο της καμία εθνική ή πολιτισμική ομάδα στον ελλαδικό χώρο και ότι σέβεται όλους τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες της ασχέτως εθνικότητας καθώς και το δικαίωμα ευμενούς μεταχείρισης όλων των ατόμων που ανήκουν σε ευπαθείς και ευάλωτες πληθυσμιακές κατηγορίες. Δεν μπορεί όμως να μην υπογραμμίσει τη μεγάλη αδικία που υφίσταται με τις νέες αυτές ρυθμίσεις η εξίσου πολύπαθη, αναξιοπαθούσα και ταλαιπωρημένη τουρκική μειονότητα, η οποία, σύμφωνα με την ελληνική και διεθνή νομοθεσία, θα έπρεπε να απολαμβάνει ίσα δικαιώματα, εφόσον συντρέχουν και στο πρόσωπο των δικών της ανθρώπων όλες εκείνες οι συνθήκες που επιτάσσουν τη λήψη ειδικής μέριμνας.

Η Τουρκική Κίνηση επισημαίνει ότι το ελληνικό κράτος έχει ένα λόγο παραπάνω για να θεσπίσει μέτρα ευνοϊκά προς την τουρκική μειονότητα. Ο λόγος αυτός αφορά την επί σειρά ετών (1964 –1996) άσκηση διοικητικών μέτρων εκ μέρους της ελληνικής Πολιτείας σε βάρος της μειονότητας, ανάμεσα στα οποία ήταν και η απαγόρευση ανέγερσης και επισκευής κατοικιών, αποθηκών κλπ, με αποτέλεσμα να αναγκάζονταν οι μειονοτικοί πολίτες να κατασκευάζουν αυθαίρετα προκειμένου να καλύψουν τις βασικές στεγαστικές ανάγκες τους.

Τέλος, οδυνηρή εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι η σχετική τροπολογία που ευνοούσε αποκλειστικά και μόνο τους Πόντιους υποβλήθηκε από βουλευτή της Δημοκρατικής Συμμαχίας (ΔΗΣΥ), ενός κόμματος που από την ίδρυση του είχε λάβει, στα λόγια, θέσεις υποστηρικτικές προς τα δικαιώματα της μειονότητας της Θράκης. Τώρα αποδείχτηκε όμως περίτρανα ότι η φρασεολογία της ΔΗΣΥ ήταν απλώς υποκριτική και δημαγωγική, διότι φάνηκε στην πράξη ότι αδιαφορεί για την αποκατάσταση των αδικιών που έχει υποστεί η μειονότητα και ενδιαφέρεται κι αυτή για τις ψήφους όλων όσοι έχουν την αυταπάτη ότι αποτελούν τους «εθνικά καθαρούς» Έλληνες. Και όπως ξέρουμε στην Ελλάδα καθένας που διεκδικεί εθνική καθαρότητα αποτελεί και δικαιούχο ιδιαίτερων προνομίων.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

H «μάφια των εθνομηδενιστών» και ο … ευνουχισμένος θάνατος (μια απάντηση στον κ. Μίκη Θεοδωράκη)

Tου Άκη Γαβριηλίδη


Την 1η Νοεμβρίου 2011, στο MEGARON PLUS, έλαβε χώρα συμπόσιο με τίτλο «Ο Εικοστός αιώνας στην ποίηση του Ελύτη. Η ποίηση του Ελύτη στον εικοστό πρώτο αιώνα». Στο συμπόσιο αυτό μίλησε μεταξύ άλλων και ο μουσικοσυνθέτης και πολιτικός κ. Μίκης Θεοδωράκης, το δε κείμενο της ομιλίας του αναρτήθηκε στο ιστολόγιο «Ο Μίκης και οι φίλοι του στην Κρήτη», όπου το είδα κι εγώ.



Διαβάζοντάς το, με σχετική έκπληξη διαπίστωσα ότι κύριο αντικείμενο ενασχόλησης του κειμένου αυτού, ακόμη κυριότερο κι απ’ τον Οδυσσέα Ελύτη, αποτελεί … ο υποφαινόμενος, και ειδικότερα το βιβλίο που είχα βγάλει το 2006 από τις εκδόσειςfutura με τίτλο Η αθεράπευτη νεκροφιλία του Ριζοσπαστικού Πατριωτισμού. Ρίτσος, Ελύτης, Θεοδωράκης, Σβορώνος. Μετά από μία σύντομη, λίγο-πολύ συμβατική και ανεκδοτολογική, υμνητική αναφορά στον ποιητή και στη συνεργασία τους στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, ο ομιλητής αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της παρέμβασής του σε μία δριμύτατη πολεμική εναντίον των απόψεών μου, καθώς και διαφόρων, μη κατονομαζόμενων, «ισχυρότατων κύκλων», των οποίων τη στήριξη θεωρεί ότι διαθέτουν οι απόψεις αυτές.



Η πολεμική αυτή βέβαια δεν συνίσταται στην προβολή κάποιων αντεπιχειρημάτων. Συνίσταται απλώς στην παράθεση εκτενέστατων αποσπασμάτων από το βιβλίο (εκτενέστερων από οποιαδήποτε άλλη παρουσίαση που του έχει γίνει μέχρι τώρα, ακόμα και ευνοϊκή), η οποία απλώς συνοδεύεται από καταγγελίες, θαυμαστικά και εκφράσεις σκανδαλισμού, καθώς και υπενθυμίσεις της «μεγάλης απήχησης» που είχαν οι αναφερόμενοι στον τίτλο του βιβλίου μου –και του θράσους το οποίο ως εκ τούτου συνιστά η κριτική προς αυτούς.



Στην πολεμική αυτή θα αναφερθώ αμέσως στη συνέχεια. Πρώτα, όμως, πρέπει να κάνω μία μικρή διόρθωση: η αναλογία μεταξύ της επαινετικής αναφοράς στον Ελύτη και της επικριτικής αναφοράς σε εμένα δεν θα ήταν τόσο συντριπτική υπέρ της δεύτερης, εάν δεν είχε παρεισφρήσει ένα προφανώς τυπογραφικό λάθος, ή εσφαλμένος ηλεκτρονικός χειρισμός στο copy/paste, συνεπεία του οποίου το μεγαλύτερο μέρος αυτών των αποσπασμάτων δημοσιεύεται δύο φορές! Σε κάποιο σημείο του κειμένου εμφανίζεται η φράση



Και επειδή με τη λέξη «εθνομηδενισμός» πολύ λίγα μπορεί να καταλάβει κανείς, αποφάσισα να σας παρουσιάσω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα …,



ενώ, αφού παρουσιαστούν τα αποσπάσματα, ξαναεμφανίζεται η ίδια φράση και παρατίθεται για μια ακόμη φορά το ίδιο ακριβώς κείμενο!



(Ελπίζω τουλάχιστον το πρόβλημα να αφορά μόνο το γραπτό κείμενο. Διότι αν εμφανίστηκε και στην προφορική παρουσίαση, και αν οι δυστυχείς ακροατές δεν βρήκαν το θάρρος να το επισημάνουν στον ομιλητή, τότε θα έχασαν αδίκως δέκα λεπτά από το χρόνο τους ακούγοντας δύο φορές την ίδια κασέτα … ).



Πέραν τούτου, στα αποσπάσματα αυτά, (δηλαδή και στις δύο φορές που παρατίθενται, συν σε όλες τις αναπαραγωγές σε άλλα μπλογκ), υπάρχουν τουλάχιστον δύο λάθη πληκτρολόγησης κατά την αντιγραφή, που και τα δύο θα ήταν εξαιρετικά πρόσφορα σε μία ανάλυση στο πνεύμα της Ψυχοπαθολογίας της καθημερινής ζωής του Φρόιντ. Η πρώτη αφορά μία αλλαγή φύλου, η οποία απαντά στη φράση:



Τελειώνω με ένα απόσπασμα του κ. Λεοντή, όπως το παραθέτει στο βιβλίο του ο κ. Γαβριηλίδης.



Το απόσπασμα όμως αυτό δεν είναι «του κυρίου», αλλά της κυρίας Λεοντή· η συγγραφέας, όπως αναφέρω στο βιβλίο μου (β΄ έκδ., σ. 24), λέγεται Άρτεμις Λεοντή, και όχι π.χ. Αρτέμης.



Σε ένα άλλο σημείο, παρουσιάζεται στους ακροατές/ αναγνώστες το εξής (φερόμενο ως) απόσπασμα της Νεκροφιλίας:



«Η νεκρόφιλη τελετουργία του ‘ευνουχισμένου θανάτου’ …»



Το βιβλίο, όμως, (σελ. 160), μιλά για ευτυχισμένο θάνατο και όχι βέβαια … ευνουχισμένο (πώς είναι δυνατό να ευνουχιστεί ο θάνατος;).



Όλα αυτά όμως φέρνουν στο φως ένα άλλο, σημαντικότερο ίσως πρόβλημα: φαίνεται ότι ο κ. Θεοδωράκης είναι πλέον κυρίως «διάσημος λόγω της φήμης του», και όχι επειδή θεωρείται ότι έχει κάτι σημαντικό να πει επί της ουσίας· εφόσον ό,τι λέει, κανείς –ούτε καν οι φίλοι του στην Κρήτη ή οπουδήποτε αλλού- δεν μπαίνει στον κόπο να το διαβάσει! Μάλλον ούτε και ο ίδιος μπαίνει στον κόπο να «χτενίσει» ό,τι γράφει πριν το δημοσιεύσει, ή έστω μετά, για να διορθώσει τυχόν λάθη. Το κείμενο της ομιλίας δημοσιεύτηκε στο σάιτ αρχές Νοεμβρίου, ενώ από τότε, και μέχρι τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές, αναδημοσιεύτηκε όσο μπορώ να δω σε τουλάχιστον άλλα τέσσερα μπλογκ. Ούτε λοιπόν ανάμεσα σε αυτούς τους μπλόγκερς, ούτε ανάμεσα στους αναγνώστες τους (εάν υπήρξαν), δεν βρέθηκε σε διάστημα τριών μηνών ένας άνθρωπος να πει ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ.



Αυτό δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει στηθεί μία μηχανή ακατάσχετης ζήτησης και προσφοράς «λόγου του Μίκη Θεοδωράκη», αλλά στην φρενήρη αυτή κυκλοφορία κανείς δεν δίνει σημασία στο τυχόν περιεχόμενο, στην αξία χρήσης του λόγου αυτού: αυτό που προέχει είναι η ίδια η παραγωγή και η διευρυμένη αναπαραγωγή και κατανάλωση του προϊόντος. Oκόσμος αγοράζει (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) τα λεγόμενα λόγω του branding, της μάρκας, και όχι για να καλύψει κάποια ουσιαστική ανάγκη.



Παρένθεση: το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι, λίγο πριν τις γιορτές, εμφανίστηκε στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων –για να προλάβει τα δώρα των Χριστουγέννων- ένα νέο «βιβλίο» του κ. Θεοδωράκη, με τίτλο Σπίθα. Για μια Ελλάδα ανεξάρτητη και δυνατή (Εκδόσεις ΙΑΝΟS, 2011). Το «βιβλίο» αυτό συνίσταται απλώς σε μία συρραφή ομιλιών που εξεφώνησε ο συγγραφέας σε διάφορα μέρη της Ελλάδας τον τελευταίο χρόνο, υπό την ιδιότητά του ως ιδρυτή της πολιτικής κίνησης «Σπίθα». Σε έναν από αυτούς τους λόγους, περιλαμβάνεται και η εξής φράση:



Πριν λίγες μέρες, ο πρόεδρος της Ευρώπης Άγγλος ευγενής κ. Ρομπεϊ, δήλωνε στην τηλεόραση: «Συνεδριάσαμε κεκλεισμένων των θυρών και αποφασίσαμε σχετικά με την υποθήκευση της Ελλάδας. Οι αποφάσεις μας προς το παρόν είναι μυστικές» (σ. 233).



Η πρόταση αυτή, όπως αντιλαμβάνεται ένας στοιχειωδώς ενήμερος αναγνώστης (όχι όμως και ο συγγραφέας, ούτε ο ομότιμος καθηγητής συνταγματικού δικαίου κ. Γεώργιος Κασιμάτης, ο οποίος υπογράφει τον πρόλογο του βιβλίου), συνιστά ένα πραγματικό τζακ-ποτ ανακριβειών, για να μην πω ανοησιών. Διότι:



α) ο άνθρωπος που αναφέρεται στο απόσπασμα λέγεται βαν Ρομπάι (ή βαν Ρομπέι –ανάλογα με τη μεταγραφή που θα προτιμηθεί στα ελληνικά. Όχι όμως σκέτο Ρομπεϊ).



β) Όπως δείχνει και το όνομά του αυτό, δεν είναι Άγγλος, αλλά Βέλγος· επίσης, δεν είναι «ευγενής», αλλά κοινός θνητός.



γ) Δεν είναι «πρόεδρος της Ευρώπης», αλλά πρόεδρος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης· η «Ευρώπη» ως τέτοια δεν είναι κράτος, ούτε οργανισμός, και άρα δεν έχει πρόεδρο, όπως θα όφειλαν να γνωρίζουν όχι μόνο οι καθηγητές Νομικής ή οι επίδοξοι σωτήρες της Ελλάδας από την εξάρτηση και την αδυναμία της, αλλά και οι απλοί πολίτες της.



δ) Και, τέλος, ασχέτως των ανωτέρω, δεν θα ήταν δυνατό οποιοσδήποτε άνθρωπος να βγει στην τηλεόραση και να αποκαλύψει το περιεχόμενο κάποιων αποφάσεων, λέγοντας ταυτόχρονα ότι οι αποφάσεις αυτές … είναι μυστικές! Διότι, απ’ τη στιγμή που τις ανακοινώνει, προφανώς παύουν να είναι!



Για να επανέλθουμε όμως στην πολεμική του κ. Θ. κατά της Νεκροφιλίας και του συγγραφέα της.



Η πολεμική αυτή ως επί το πλείστον περιλαμβάνει το γνωστό μενού από συνωμοσιολογίες και προσωπικούς μειωτικούς χαρακτηρισμούς, οι οποίοι ενίοτε φτάνουν στα όρια του ποινικά κολάσιμου. Αυτό το τελευταίο αφορά ιδίως τη χρήση της έκφρασης μάφια [προφανώς εννοεί «μαφία»] των εθνομηδενιστών:



ο Γιάννης Ρίτσος κι ο Σβορώνος και η αφεντιά μου ανακηρυχτήκαμε από την μάφια των εθνομηδενιστών «νεκρόφιλοι» και το έργο μας μπήκε σε ουσιαστική καραντίνα, ιδιαίτερα σε σχέση με την πρόσφατη απήχηση που είχε μέσα στον ελληνικό λαό. Πράγμα που δείχνει τις υπόγειες διασυνδέσεις των εθνομηδενιστών με τον αφ’ υψηλού έλεγχο της πνευματικής και πολιτιστικής μας ζωής.



Όσο να πεις, δεν είναι και λίγο πράμα να σε ανακηρύσσουν σε δον Κορλεόνε του εθνομηδενισμού (για τις αναγνώστριες που δεν έχουν ενημερωθεί για τις τελευταίες γλωσσοπλαστικές εξελίξεις, ο «εθνομηδενισμός» είναι ένας νεολογισμός που έχει εμφανιστεί τα τελευταία λίγα χρόνια στο λεξιλόγιο της ελληνικής και ελληνοκυπριακής ακροδεξιάς –εξ όσων γνωρίζω δεν αντιστοιχεί σε κάποιον όρο από άλλη γλώσσα- και, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, προσδιορίζει όσους εκμηδενίζουν ή δεν αποδίδουν τον αρμόζοντα σεβασμό στην αξία του ελληνικού έθνους).



Αυτό όμως είναι ίσως το λιγότερο, μπροστά στο γεγονός ότι το όλο κείμενο, τη στιγμή που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την «συστηματική αποδόμηση της ελληνικότητας» (η οποία μάλιστα, κατ’ αυτό, ξεκίνησε με τη … Χούντα!!) και εξαίρει τον «πολιτισμό» και τη σημασία που είχε για το «Λαό μας», το ίδιο είναι γραμμένο σε πραγματικά άθλια ελληνικά. Γεμάτα ασυνταξίες, ακυρολεξίες και βερμπαλισμούς.



Για παράδειγμα: για να αιτιολογήσει τη μακροσκελή παράθεση, ο συνθέτης/ πολιτικός εξηγεί στο κοινό του ότι



Η σημασία του βιβλίου αυτού έγκειται προ παντός στο γεγονός ότι οι προσωπικές απόψεις του συντάκτη τους [sic] απηχούν ευρύτερες απόψεις που έχουν την στήριξη ισχυρότατων κύκλων που έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν την κοινή γνώμη, όπως επίσης μιας μερίδας του λεγόμενου «προοδευτικού» χώρου και τέλος του ίδιου του κράτους μέσω κυβερνητικών παραγόντων που κατέχουν καίριες σχέσεις [sic] σε σχέση [sic] με την Παιδεία και τον Πολιτισμό.



Σε σχέση λοιπόν με αυτούς που «κατέχουν» τις εν λόγω «καίριες σχέσεις σε σχέση» κ.λπ., που «τους έχει αγκαλιάσει η Εξουσία (κάθε είδους), ενώ ορισμένοι κατέχουν κυβερνητικά αξιώματα σε καίριες θέσεις», –εκ των οποίων ουδείς κατονομάζεται άμεσα ή έμμεσα, πλην της Νεκροφιλίας και του «συντάκτη τους»-, ο Θεοδωράκης φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί πως «είναι υπερβολικά μεγάλος για μια μικρή χώρα όπως η δική μας ο αριθμός των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι επί πλέον ισχυρίζονται ότι ανήκουν στο χώρο της λεγόμενης «ανανεωτικής αριστεράς»!!



Πρόκειται για εξαιρετικά παράδοξο και επικίνδυνο ισχυρισμό. Τι θα πει «υπερβολικά μεγάλος»; Υπάρχει άραγε κάποια ποσόστωση που να ορίζει ποιος είναι ανά χώρα ο «εύλογος» αριθμός των ανθρώπων στους οποίους να έχουν απήχηση αυτές ή οι άλλες απόψεις; Και αν ο αριθμός αυτός κρίνεται ότι έχει ξεπεραστεί κάποια στιγμή, όπως εν προκειμένω, πώς σκέπτεται να θεραπεύσει αυτή την ανωμαλία ο αυτόκλητος τηρητής της ιδιόμορφης αυτής δημογραφίας των απόψεων; Μήπως σχεδιάζει να στήσει κανένα στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου να εγκλείσει –ή και να εξοντώσει- τους παραπανίσιους, μέχρι το νούμερο να επανέλθει στο «κανονικό»; Δεν ξέρω· στο κείμενο δεν υπάρχει κάτι που να αποκλείει ρητά ένα τέτοιο συμπέρασμα.



Φυσικά ο Θεοδωράκης, ή/και οι τυχόν οπαδοί του, θα διαμαρτυρηθούν ότι «δεν εννοούσε αυτό». Ωστόσο, πρώτον, το θέμα δεν είναι μόνο τι είχε στο μυαλό του, αλλά και το τι έγραψε. Έπειτα, τι ακριβώς εννοούσε; Προφανώς, η «ευνοϊκή» γι’ αυτόν ερμηνεία είναι η γνωστή θεωρία συνωμοσίας/ «κλοπής της απόλαυσης»: αν είναι «υπερβολικά μεγάλος», «αφύσικος», ο αριθμός των ανθρώπων που δεν συμφωνούν μαζί του, τότε αυτό δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε κάποια σκοτεινή δύναμη που τους παρασέρνει, σε πράκτορες, σε «υπόγειες διασυνδέσεις» που συνωμοτούν για να του «κλείσουν το στόμα», ενδεχομένως και στους Εβραίους. (Βέβαια στη συγκεκριμένη ομιλία δεν αναφέρεται καθόλου στους τελευταίους, αλλά υπάρχει άλλη βιντεοσκοπημένη συνέντευξη του Θεοδωράκη σε γνωστό παράγοντα της «νέας εθνικοφροσύνης», στην οποία, χωρίς μάλιστα να τον ρωτήσει κανείς, δηλώνει ευθαρσώς και σχεδόν με υπερηφάνεια: «εγώ είμαι αντισημίτης!». Η συνέντευξη αυτή υπάρχει αναρτημένη εδώ και καιρό στο διαδίκτυο, χωρίς απ’ ό,τι φαίνεται να ενοχλείται κανείς ή να αισθάνεται ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα να δηλώνει ομοϊδεάτης του Χίτλερ κάποιος ο οποίος κατά τα λοιπά ξεσπαθώνει κατά της «νέας κατοχής της πατρίδας μας»).



Τελικά, ίσως αυτή η αγωνία για την επικείμενη «καραντίνα» και για την «μείωση της απήχησης στο Λαό μας» είναι το πιο προβληματικό στοιχείο σε αυτό το δείγμα από την ακατάσχετη λογοθετική παραγωγή του Θεοδωράκη, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα. Όχι όμως μόνο για τους λόγους που αναφέρθηκαν ως τώρα, αλλά και για έναν άλλο, πιο διεστραμμένο και (απ’ ό,τι φαίνεται) ανεπαίσθητο στον ίδιο:



Ένα βιβλίο, οσοδήποτε επικριτικό, που εκδίδει σε έναν μικρό, ημιχρεωκοπημένο εκδοτικό οίκο ένας ιδιώτης, ο οποίος δεν είναι αγκαλιασμένος από καμία εξουσία κανενός είδους, δεν κατέχει ούτε κατείχε ποτέ κυβερνητικά αξιώματα ούτε καίριες ή άκαιρες θέσεις, και ο οποίος επί πλέον δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στο χώρο της λεγόμενης ανανεωτικής αριστεράς, ούτε σε κανέναν άλλο χώρο, εάν έχει τόση σημασία αυτό, είναι τελείως απίθανο να «θέσει σε καραντίνα» έναν άνθρωπο ο οποίος γνώρισε και γνωρίζει τόση προβολή όση ίσως κανείς άλλος στην Ελλάδα τα τελευταία πενήντα χρόνια, ο οποίος διετέλεσε βουλευτής και υπουργός (αξιώματα για τα οποία ακόμη και τώρα διεκδικεί αναδρομικά τις αμοιβές του στα δικαστήρια από το ελληνικό κράτος, το οποίο κατά τα λοιπά θέλει να σώσει από τη χρεωκοπία), και ο οποίος περιστοιχίζεται μονίμως από ένα σμήνος διαφόρων –ως επί το πλείστον τυχάρπαστων και τυχοδιωκτών- «εθνοκατιστών»[1], οι οποίοι τον λιβανίζουν και τον δοξολογούν με μόνο σκοπό να οικειοποιηθούν και αυτοί δίπλα του λίγη δόξα, χρήμα, πολιτική απήχηση ή ποιος ξέρει τι άλλο. Ακριβώς αντίθετα: αυτή ακριβώς η μαφία των εθνοκατιστών είναι που συνιστά πολύ σοβαρότερη απειλή γι’ αυτόν. Είναι πολύ πιο πιθανό ο λόγος του να ακυρωθεί και να χάσει κάθε νόημα, (εάν αυτό δεν έχει ήδη συμβεί), ακριβώς εξαιτίας της «υπεράντλησης» στην οποία τον υποβάλλουν όσοι βρίσκονται κοντά του και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το όνομα και τη φήμη του για δικούς τους ιδιοτελείς λόγους. Περιλαμβανομένου ενδεχομένως και του ίδιου του εαυτού του.



[1] Είπα να κάνω κι εγώ ένα νεολογισμό, με βάση το δεδομένο ότι αντίθετο του «μηδέν» είναι το «κάτι».




Δημοσιεύτηκε στον δικτυότοπο Nomadic Universality στις 27-1-2012

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Αναμάρτητοι ρασοφόροι

Toυ Τάκη Μίχα

Στην πρόσφατη μήνυσή του εναντίον των Καθολικών ο αρχιρασοφόρος των Ορθοδόξων του Πειραιά Σεραφείμ, κάνει εκτεταμένες αναφορές στις ευθύνες των Καθολικών ιερέων στην σφαγή χιλιάδων Σέρβων από τους Κροάτες εθνικιστές κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δεν έχουμε καμιά διάθεση να διαφωνήσουμε με τον αρχιπαπά του Πειραιά για το συγκεκριμένο γεγονός. Όμως θα περιμέναμε να μας είχε πει και δυο λόγια για ένα πιο πρόσφατο και σχετικό γεγονός: την συμμετοχή των Ελλήνων κληρικών στην γενοκτονία των Βοσνίων από τους Σέρβους κατά την περίοδο 1991-1995.


Όπως είναι γνωστό Έλληνες κληρικοί ταξίδευαν τακτικά στις ρημαγμένες από τον πόλεμο περιοχές της Βοσνίας όχι για να ανακουφίσουν όλους τους ταλαιπωρημένους πολίτες αλλά για να παράσχουν πνευματική αρωγή στον Σερβικό στρατό και να συλλειτουργήσουν με Σέρβους ιερείς παρουσία Σέρβων αξιωματικών.


Είναι χαρακτηριστική η αποστολή της Ελληνικής εκκλησίας που επισκέφτηκε τον σερβικό τομέα του Σαράγιεβο στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1995. Με επικεφαλής τον τότε Αρχιμανδρίτη Ιγνάτιο, Πρωτοσύγκελο της Μητρόπολης του Πειραιά, οι Έλληνες κληρικοί συναντήθηκαν με τον εγκληματία πολέμου Ράντοβαν Κάραζιτς και επισκέφτηκαν και ευλόγησαν τα σερβικά στρατεύματα που βομβάρδιζαν την βοσνιακή πρωτεύουσα καθημερινά από τον Απρίλιο του 1992. Αυτοί οι βομβαρδισμοί είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 12.000 πολιτών μεταξύ αυτών και 70 παιδιών. Το μηνιαίο έντυπο της Μητρόπολης Πειραιά στην οποία γινόταν αναφορά στην επίσκεψη, δεν έκανε καμιά αναφορά στο δράμα των πολιορκημένων του Σαράγιεβο. Αντίθετα ήταν γεμάτο κολακευτικές αναφορές για τους «γενναίους Σέρβους στρατιώτες τους καλύτερους πλέον πολεμιστές του κόσμου»(!)

Όμως ακόμα πιο ανατριχιαστική ήταν η πρακτική των Ελλήνων ρασοφόρων να επισκέπτονται τους τόπους εθνικών «εκκαθαρίσεων» και άλλων εγκλημάτων σε βάρος των Βοσνίων και να συλλειτουργούν με τους Σέρβους αδελφούς τους. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση το Σεπτέμβριο του 1993 όταν μια αντιπροσωπεία Ελληνορθόδοξων κληρικών από την Θεσσαλονίκη, επισκέφθηκε την βοσνιακή πόλη του Ζβορνικ. Εκεί από κοινού με τον επίσκοπο της Σερβικής εκκλησίας Βασίλειο τέλεσαν την λειτουργία των Χριστουγέννων στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Ένα χρόνο πριν η σερβική παραστρατιωτική ομάδα «Τίγρεις» υπό την αρχηγία του πολέμαρχου Αρκάν είχε προβεί σε εκτεταμένες σφαγές του μουσουλμανικού πληθυσμού στην διάρκεια της «εκκαθάρισης» του Ζβορνικ από το σημαντικό μουσουλμανικό στοιχείο. Ο Χοσέ Μαρία Μεντιλούτσι, ο αρχαιότερος αξιωματούχος από το γραφείο του Ανώτατου Επιτρόπου των ΗΕ για τους Πρόσφυγες στην πρώην Γιουγκοσλαβία, έτυχε να βρεθεί στο Ζβορνικ την ημέρα που έπεσε η πόλη στα χέρια των Σέρβων «αδελφών». Στηνέκθεσητουαναφέρει:


«Έβλεπα φορτηγά γεμάτα πτώματα. Έβλεπα πολιτοφύλακες να βγάζουν και άλλα πτώματα παιδιών, γυναικών και γερόντων από τα σπίτια τους και να τα στοιβάζουν στα φορτηγά. Είδα τουλάχιστον τέσσερα η πέντε φορτηγά γεμάτα πτώματα. Όταν έφτασα η εκκαθάριση είχε ολοκληρωθεί. Δεν υπήρχε πια άνθρωπος στους δρόμους. Όλα είχαν τελειώσει».

Ένα χρόνο μετά οι Έλληνες κληρικοί καθαγίαζαν το έγκλημα συλλειτουργώντας με τους σφαγιαστές στην Ορθόδοξη εκκλησία της μαρτυρικής πόλης.

Δημοσιεύτηκε στο site: Protagon.gr

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Ποιος απελευθερώθηκε το 1912;

kritikos makedonomahos


Του Άκη Γαβριηλίδη


Τη χρονιά που έρχεται, η Θεσσαλονίκη ετοιμάζεται να γιορτάσει τα «εκατό χρόνια από την απελευθέρωσή της».
Για την ακρίβεια, αυτοί που προς το παρόν ετοιμάζονται να τα γιορτάσουν είναι οι επίσημοι και οι αρχές της πόλης, καθώς και οι επαγγελματίες του είδους (υπεύθυνοι πρακτορείων, διοργανωτές εκθέσεων/ συνεδρίων κ.ο.κ.). Ως προς το θέμα μάλιστα αυτό, προέκυψε ήδη μία διαφωνία: ποιες αρχές είναι οι αρμόδιες για τον εορτασμό; Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ή μήπως το σύνολο των τοπικών αρχών του ευρύτερου οικιστικού συγκροτήματος[1];


Πριν όμως τη διαφωνία αυτή, νομίζω ότι υπάρχει ένα βασικότερο ερώτημα που καλό θα ήταν να τεθεί και να συζητηθεί στο δημόσιο χώρο: με ποια ακριβώς έννοια χρησιμοποιείται εδώ ο όρος «απελευθέρωση»;
Καταρχάς, λογική προϋπόθεση της χρήσης μιας τέτοιας έκφρασης είναι η ταύτιση της ελευθερίας με το (ή με ένα) κράτος. Κατά τρόπο κάπως διεστραμμένο σε σχέση με την αρχική διατύπωση μιας ανάλογης ταύτισης εκ μέρους του Χέγκελ, ένας πληθυσμός ή/ και μια εδαφική έκταση κατέληξε να θεωρείται «ελεύθερη» με αποκλειστικό κριτήριο το εάν εντάσσεται σε αυτήν ή την άλλη κρατική επικράτεια –και ειδικότερα σε εκείνη που θεωρείται ως η «φυσική» της, που υποτίθεται ότι αντιστοιχεί στην εθνοτική καταγωγή και στον εθνικό χαρακτήρα του εν λόγω πληθυσμού ή έκτασης.


Όπως είναι προφανές, πρόκειται ήδη για μια υπεξαίρεση/ οικειοποίηση της έννοιας της ελευθερίας από τον «μεθοδολογικό εθνικισμό», για μια εξαιρετικά περιοριστική κατανόηση του όρου.
Ακόμη όμως και με αυτή την περιοριστική έννοια, είναι εξαιρετικά προβληματικό να ισχυριστούμε ότι ο ελληνικός στρατός που εισήλθε το 1912 στη Θεσσαλονίκη την «απελευθέρωσε». Πάντως οι τότε κάτοικοι της πόλης δεν έδειχναν να αισθάνονται ιδιαίτερα «απελευθερωμένοι». Τη χρονική στιγμή που ο ελληνικός στρατός, μετά από πολεμική εκστρατεία και εισβολή στα εδάφη τής τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατέλαβε (και) τη συγκεκριμένη πόλη, και για αρκετούς αιώνες προηγουμένως, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης αποτελούνταν από πολυάριθμες εθνοτικές ομάδες, από τις οποίες η πολυπληθέστερη –αλλά και η σημαντικότερη από άποψη οικονομικής, πνευματικής και κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας- ήταν οι Σεφαραδίτες Εβραίοι, ενώ οι ελληνόφωνοι ορθόδοξοι ήταν μόλις η τρίτη σε αριθμό πληθυσμιακή ομάδα με περίπου 25%[2].
Ακόμη λοιπόν και με συμβατικά εθνοκρατικά κριτήρια, ο καταλληλότερος χαρακτηρισμός για αυτό που συνέβη το 1912 θα ήταν μάλλον «ηκατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό».
Η ομοιόμορφη και απροβλημάτιστη χρήση του όρου «απελευθέρωση» δημιουργεί την παραπλανητική εντύπωση ότι μέχρι το 1912 όλα ήταν «σκλαβιά», μαυρίλα, ή εν πάση περιπτώσει δεν μας πολυενδιαφέρει τι ήταν· η «πραγματική» ιστορία της πόλης αρχίζει μετά τη χρονολογία αυτή, ενώ ό,τι έγινε πριν έχει νόημα μόνο στο βαθμό που «προετοίμαζε» την τωρινή ευτυχή κατάληξη/ κατάληψη.
Ωστόσο, αν προσπαθούσαμε να κάνουμε έναν απολογισμό αυτών των 100 χρόνων και να δούμε τι αποτελέσματα είχε η ένταξη της πόλης στην επικράτεια του ελληνικού κράτους, θα διαπιστώναμε ότι δεν μπορούμε να βρούμε και πολλά πράγματα τα οποία να ήταν ιδιαίτερα «απελευθερωτικά» με οποιαδήποτε έννοια του όρου.


Καταρχάς, η μεγαλύτερη αυτή εθνοτική ομάδα στην οποία αναφερθήκαμε, στη συντριπτική της πλειοψηφία εξοντώθηκε βιολογικά δύο δεκαετίες αργότερα. Την εξόντωση αυτή βέβαια τη σχεδίασαν και την υλοποίησαν οι Ναζί. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης όμως δεν φάνηκε να δυσαρεστήθηκαν ιδιαίτερα γι’ αυτό. Αντιθέτως, πολλοί από αυτούς, προεξάρχοντος του δήμου και των λοιπών αρχών της πόλης, δωσιλογικών ή εθνικοφρόνων, έσπευσαν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος της παρουσίας των Εβραίων, ιδιοποιούμενοι όσα τους ήταν χρήσιμα και απλώς καταστρέφοντας τα υπόλοιπα. Μεταξύ των οποίων και ένα ανυπολόγιστης αρχαιολογικής αξίας εβραϊκό νεκροταφείο, ένα από τα σημαντικότερα της Ευρώπης, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς με εκδικητική μανία εντός ελάχιστου χρόνου. Σήμερα, η πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης δεν γνωρίζει καν ότι υπήρξε κάποτε ένα τέτοιο νεκροταφείο. Στη θέση του, με πρωτοφανή κυνισμό, ανεγέρθηκε το … πανεπιστήμιο της πόλης, το οποίο φέρει την επωνυμία «Αριστοτέλειο» αλλά έχει ως λογότυπο έναν Ρωμαίο στρατιωτικό που ανακηρύχθηκε σε χριστιανό άγιο μετά το θάνατό του –και που πάντως όσο ζούσε δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τις επιστήμες και τα γράμματα.


Ένα άλλο αποτέλεσμα επίσης ήταν ότι, μία δεκαετία αργότερα, το ελληνικό κράτος εγκατέστησε στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή πολλές δεκάδες χιλιάδες Μικρασιατών και Ποντίων προσφύγων, στις πλάτες των οποίων είχε την πρώτη ευκαιρία να δοκιμάσει σε τόσο μαζική κλίμακα την τεχνολογία του στρατοπέδου[3]. Μετά την απαραίτητη συμβολική και υλική καραντίνα, οι πληθυσμοί αυτοί χρησιμοποιήθηκαν στρατηγικά ως έποικοι για τον «εξελληνισμό» της ευρύτερης περιοχής, χωρίς να εκλείψει ποτέ ο κλοιός της στενής παρακολούθησης και η υποψία της «αμφίβολης ελληνικότητας» που τους βάραινε στον ένα ή τον άλλο βαθμό, με αποτέλεσμα να τους οδηγεί σε διαρκείς πλειοδοσίες προκειμένου να αποσείσουν την υποψία. Σήμερα βέβαια η αμφισβήτηση αυτή δεν διατυπώνεται ρητά, (αν εξαιρέσουμε κάποια συνθήματα που εκφωνούνται στον ευγενή χώρο του αθλητισμού), αλλά μία ένδειξη τη διαρκούς δραστικότητάς της υπήρξαν τα μεταξικής εμπνεύσεως συλλαλητήρια των αρχών της δεκαετίας του 90 εναντίον της ανακήρυξης της δημοκρατίας της Μακεδονίας. Φαινόμενα όχι ιδιαίτερα απελευθερωτικά και αυτά.


Σε αυτή την άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε θορυβώδη εθνοκάθαρση –ή/και αυτο-εθνοκάθαρση- του κοινωνικού ιστού της πόλης. θα πρέπει να προσθέσουμε τη διάλυση της πολυεθνικής σοσιαλιστικής Φεντερασιόν, την πολύνεκρη καταστολή των διαδηλωτών της απεργίας του 1936 από το στρατό –τον ίδιο αυτό στρατό που λίγο νωρίτερα τους είχε «απελευθερώσει»- και τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη από το παρακράτος το 63.


Ένα υπόλοιπο όμως που περισσεύει, και που υπονομεύει διαβρωτικά την φαινομενικά πλήρη τακτοποίηση της μνήμης και την απώθηση των ενοχλητικών στοιχείων από το παρελθόν, είναι η οργάνωση του αστικού χώρου της Θεσσαλονίκης και, ειδικότερα, οι πολιτικές σε ζητήματα δημόσιας μνήμης –και μνημείων.
Αν κοιτάξει κανείς τις επιλογές όσον αφορά τα αγάλματα που κοσμούν (;) τις οδούς και τις πλατείες της Θεσσαλονίκης, αλλά και όσον αφορά τις ίδιες τις ονομασίες –και τις μετονομασίες- των εν λόγω οδών και πλατειών, θα σχηματίσει την εντύπωση ότι η πόλη βρίσκεται ακόμα, ή τουλάχιστο βρισκόταν μέχρι πρόσφατα, υπό κατοχή· ότι πρόκειται για μία πόλη στην οποία υπάρχει μια διάχυτη ανασφάλεια και μια ανάγκη να υπενθυμίζεται διαρκώς ποιος κάνει κουμάντο εδώ, να πειθαρχείται διαρκώς το βλέμμα των κατοίκων –και των επισκεπτών- προς την πανταχού παρούσα αρχή της ελληνοκανονιστικότητας. Αυτό όμως που απαιτείται να υπενθυμίζεται διαρκώς, είναι αυτό που δεν έχει τελείως οριστικοποιηθεί και εμπεδωθεί, που δεν έχει ακόμα περάσει στο χώρο του «αυθόρμητου» και του «αυτονόητου».
Τα αγάλματα λοιπόν που συναντά κανείς στο δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης στη συντριπτική τους πλειοψηφία συντηρούν και τιμούν μία μνήμη μιλιταριστική, πολεμικής κατάκτησης. Πολλά απεικονίζουν επιδεικτικά διάφορους μαχαιροβγάλτες –συνήθως καπετάνιους του λεγόμενου «Μακεδονικού Αγώνα» των αρχών του 20ού αιώνα, οι οποίοι ωστόσο, παρά τη σχεδόν μονοπωλιακή προβολή τους, παραμένουν άγνωστοι και μάλλον αδιάφοροι για τους περισσότερους κατοίκους. Πέρα από αυτούς, το μενού διαθέτει φυσικά Αλέξανδρο (έφιππο), Φίλιππο (πεζό), Παύλο Μελά, Εμμανουήλ Παπά, και Κολοκοτρώνη.


Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, πάντως, εδώ και λίγο καιρό στο άγαλμα του τελευταίου έχει εναποτεθεί υλικά το ίχνος από μια πρακτική υπονόμευσηςαυτής της καταθλιπτικά ανδροκρατικής ατμόσφαιρας: κάποιοι/-ες ανώνυμες γκραφιτάδες σχεδίασαν πάνω στη φουστανέλα του αγάλματος το σύμβολο της queer προσέγγισης της σεξουαλικότητας, δύο «ασπίδες του Άρη» κολλημένες δίπλα δίπλα. Το γκραφίτι επιβιώνει μέχρι τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές· κανείς δεν επιχείρησε να το σβήσει, είτε λόγω αδιαφορίας είτε λόγω άγνοιας της σημασίας του. Χρειάστηκε λοιπόν να περιμένουμε μέχρι το 99ο έτος του «απελευθερωμένου» βίου της Θεσσαλονίκης/ Σαλόνικα/ Σελανίκ/ Σολούν, για να λάβει χώρα μία έμπρακτη αμφισβήτηση της ετερο/ελληνοκανονιστικότητας και μια αναδιεκδίκηση του δημόσιου χώρου όπως αυτή[4].


Και, φυσικά, όπως γίνεται προφανές, τα αγάλματα στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι απεικονιστικά, αν όχι νατουραλιστικά: αναπαριστούν υπαρκτά πρόσωπα, ένοπλους ήρωες μαχών και θριάμβων «όπως ήταν στην πραγματικότητα», ή έστω λίγο εξιδανικευμένους. Είτε, πιο πρόσφατα –έσχατη παραχώρηση-, νοητικές αφαιρέσεις/ συμπυκνώσεις υπαρκτών κατηγοριών προσώπων, όπως ιδίως ο bigger than lifesize «Κρητικός Μακεδονομάχος» που ατενίζει απειλητικά τους διαβάτες της Διαγωνίου, ή η καρτερική και αγόγγυστη «Γυναίκα της Πίνδου» που επιτελεί την υποταγή και τη σιωπηλή συμβολή της στους αγώνες του έθνους, και στην έμφυλη κατανομή των ρόλων, ακριβώς απέναντί του, υπό την έγγραφη –χαραγμένη στη βάση του αγάλματος- συνοδεία του έντεχνου ελαφρολαϊκού κιτς της δεκαετίας του 70. Αυτή είναι μάλλον και η μόνη γυναίκα –ή σύμβολο γυναίκας- που έχει απαθανατιστεί από τη μνημειακή αρχιτεκτονική της «απελευθερωμένης» Θεσσαλονίκης.


Εξίσου δυσεύρετη είναι η παρουσία οποιουδήποτε καλλιτέχνη ή διανοητή. Φυσικά υπάρχει ένα –εξαιρετικά κακόγουστο και πάντοτε αυστηρά αναπαραστατικό- άγαλμα του Αριστοτέλη στην ομώνυμη πλατεία, το οποίο όμως τοποθετήθηκε τη δεκαετία του 90 για πολύ διαφανείς χρησιμοθηρικούς σκοπούς: όχι βεβαίως επειδή οι ελληνοορθόδοξοι Μουτζαχεντίν που παριστάνουν την «πνευματική ελίτ της πόλης» καταλήφθηκαν από ξαφνικό θαυμασμό και ενδιαφέρον για τα Ηθικά Νικομάχεια και την Αθηναίων Πολιτεία, αλλά επειδή έτσι φαντάζονταν ότι θα δώσουν την «αποστομωτική απάντηση στους ιερόσυλους Σκοπιανούς»[5].


Εκτός από την τοποθέτηση νέων μνημείων, η αστυνόμευση της μνήμης συντελείται και με την ηθελημένη ή εξ αμελείας/ εξ αδιαφορίας καταστροφή όλων των κτισμάτων που δεν μπορούσαν να ενταχθούν στον κανόνα της αδιάλειπτης παρουσίας του ελληνισμού –ή έστω του ρωμαϊσμού. Ή που, ακόμα χειρότερα, διέψευδαν εμπράκτως την αφήγηση αυτή. Με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους δεκάδες μιναρέδες που δεσπόζουν στο skyline της πόλης σε όλες τις πρώτες φωτογραφίες της μέχρι και τη δεκαετία του 1910. Στο μόνο κτίσμα που μια τέτοια εθνοκάθαρση της μνήμης δεν ήταν δυνατό να γίνει υλικά, τον Λευκό Πύργο, έγινε συμβολικά, διά της πρόσδοσης νέου νοήματος –ή συσκότισης του νοήματος: στην είσοδό του τοποθετήθηκε «επεξηγηματικός» πίνακας ο οποίος πληροφορεί τους ενδιαφερομένους ότι πρόκειται για «μεταβυζαντινό» μνημείο –για να μην τύχει και τεθεί στη δημόσια κυκλοφορία η ανυπόφορη λέξη «οθωμανικό» και την μολύνει.


Αν στρέψουμε λοιπόν το βλέμμα, και το αυτί, από τις ρητές διακηρύξεις και αποσιωπήσεις που επαναλαμβάνουν εμμονοληπτικά τη διαβεβαίωση περί αδιάλειπτης ελληνικότητας, προς την έμπρακτη αφήγηση που συνιστούν οι παραπάνω επιλογές, θα δούμε να αποτυπώνεται σε αυτή μια εικόνα αμφιβολίας· η οποία δεν απομακρύνεται, αντιθέτως υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο από την ασφυκτική υπαγωγή αρχόντων και αρχομένων σε μια διαρκή «κυβερνολογική», σε έναν αυτοέλεγχο της συμμόρφωσης προς την ελληνοκανονιστικότητα. Αυτή η ανάγκη των κατοίκων να δίνουν συνεχώς εξετάσεις στον εαυτό τους και ο ένας στον άλλο, δεν νομίζω ότι αξίζει και πολύ το χαρακτηρισμό «απελευθέρωση». Μάλλον σαν υποδούλωση μοιάζει.

----

[1] http://ta-anilia.blogspot.com/2011/07/2012.html . Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι στην επίσημη ιστοσελίδα του δήμου Θεσσαλονίκης για τον εορτασμό (www.thessaloniki2012.gr), η λέξη «απελευθέρωση» δεν χρησιμοποιείται ούτε μία φορά. Παρά ταύτα, όλες οι αναφορές στον τύπο με αυτήν ακριβώς τη λέξη αναφέρονται στις μελλοντικές εκδηλώσεις.
[2] «Κατά την πρώτη συστηματική απογραφή του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης που έγινε από τις ελληνικές αρχές στις 28 Απριλίου 1913, η (…) ελληνική κοινότητα βρισκόταν στην τρίτη θέση του συνόλου των 157889 κατοίκων, με 39965 άτομα (25,3%) έναντι 61439 Ισραηλιτών (38,9%), 45867 μουσουλμάνων(29%), 6263 Βουλγάρων(3,9%) και 4364 (2,7%) άλλων εθνικοτήτων» (http://users.auth.gr/~marrep/LESSONS/ERGASTIRI/TOPIKH_ISTORIA/site1999/%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.htm )
[3]Bλ. σχετικά: “Εμείς οι έποικοι”, https://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/02/28/%ce%b5%ce%bc%ce%b5%ce%af%cf%82-%ce%bf%ce%b9-%ce%ad%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%b9/
[4] Και όπως δύο ακόμα γεγονότα, διαφορετικής τάξεως το καθένα, που όμως επίσης άνοιξαν με τον τρόπο τους κάποιες γραμμές φυγής από την καταθλιπτική κυριαρχία της ιδεολογίας της Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών: η ήττα του ρατσιστή ορθόδοξου μητροπολίτη στις δημοτικές εκλογές, και η ματαίωση της παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου. Ως ένα τρίτο θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την καταδίκη του Παναγιώτη Ψωμιάδη για οικονομικές ατασθαλίες και την έκπτωσή του από την περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (βλ. “Είναι πούστης ο Ψωμιάδης;”,https://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/06/06/%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%cf%80%ce%bf%cf%8d%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bf-%cf%88%cf%89%ce%bc%ce%b9%ce%ac%ce%b4%ce%b7%cf%82/).
[5] Το ίδιο ισχύει φυσικά για την προτομή του «εθνικού αρχαιολόγου» Μανόλη Ανδρόνικου, ο οποίος ανακάλυψε τον υποτιθέμενο «τάφο του Φιλίππου».
http://nomadicuniversality.wordpress.com/2011/11/28/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B5-%CF%84%CE%BF-1912/

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

ΠΟΙΚΙΛΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ

Του Νάσου ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ

Στο σημερινό άρθρο θα εξετάσουμε εγκλήματα που διέπραξαν οι έλληνες, είτε ως στρατός κατοχής στη Μικρά Ασία είτε ως πειρατές (πράγμα άγνωστο), στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή του Αιγαίου , την οποία σήμερα το εθνικιστικό κατεστημένο της Ελλάδας αγωνίζεται να τη μετατρέψει σε ελληνική λίμνη, ενάντια σε κάθε πνεύμα δικαιοσύνης και ισότητας...


Αρχικά θα εξετάσουμε δύο μαρτυρίες παρμένες από τους τόμους με γενικό τίτλο «Έξοδος» που κυκλοφόρησαν από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Οι αφηγήσεις αναφέρουν θύματα από την πλευρά των Τούρκων αμάχων στη Μικρασία, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστό. Κάθε έγκλημα είναι αποτρόπαιο και πρέπει να έρχεται στο φως. Το να αποσιωπούμε ό,τι δεν μας συμφέρει είναι ντροπή. Η αποσιώπηση εγκλημάτων που διέπραξε ο ελληνικός στρατός και ο υπερτονισμός των εγκλημάτων των Τούρκων καλλιεργεί το εθνικό μίσος και διαστρεβλώνει την ιστορική πραγματικότητα.

1) Βρεττός Μενεξόπουλος, πρόσφυγας από το χωριό Χηλή (περιφέρεια Κωνσταντινούπολης) : Εκεί στη Χηλή που ήμασταν, είδαμε τους Έλληνες. Τέλος του ’19 θαρρώ ήταν. Την πρώτη φορά ήρθαν δύο τρεις μέρες για να καθαρίσουν τον τόπο από ατάκτους και ν’ ακολουθήσουν οι Εγγλέζοι. Στις ελληνικές δυνάμεις που ήταν στο Τσιμπουκλί διοικητής ήταν ο Βλαχόπουλος και στη Νικομήδεια ο Γαργαλίδης. Εκείνοι που ξεκίνησαν κι έρχονταν από το Τσιμπουκλί ξεγελούσαν τον επικεφαλής Εγγλέζο και στο δρόμο καίγαν τα τουρκοχώρια. Βάζαν δικούς μας να πυροβολούν από την κατεύθυνση των χωριών και με αυτήν την πρόφαση πηγαίναν και τα καίγαν και τα λεηλατούσαν. Κατέβαζαν τα ζώα στο Σκούταρι και τα πουλούσαν 2 δεκάρες. [...] Όσοι ήρθαν από τη Νικομήδεια πήγαν και ξεγύμνωσαν μερικούς πλούσιους Τούρκους, δε μίλησε κανένας από το φόβο τους. Και τη μέρα που φεύγαν στο δρόμο τους πάνω ήταν ένα τζαμί κι οι στρατιώτες πυροβολούσαν πάνω του χωρίς να λένε τίποτα οι αξιωματικοί. [...] Στη Χηλή έμεινε τότε ένας υπαξιωματικός Κατσαρός με καμιά δεκαριά Έλληνες στρατιώτες, λιποτάκτες του στρατού. Μάζεψαν και μερικούς Χηλήτες και φύλαγαν τάχα τη Χηλή, αλλά ο σκοπός τους ήταν να κλέβουν. Πήγαιναν στα χωριά, τάχα πως γύρευαν τουφέκια, πιάναν κανέναν πλούσιο Τούρκο, τον κρεμούσαν ανάποδα και άναβαν χόρτα από κάτω για να μαρτυρήσει πού έχουν όπλα κι ύστερα πήγαινε ένας Χηλήτης και του ‘λεγε “Δώσε εκατό λίρες να σε σώσουμε”. [...] τον πιάσαν οι Τούρκοι και τονε φέρανε πίσω – φυσικά τότε είχαν πλακώσει οι κεμαλικοί στη Χηλή – και τονε κόβανε λίγο λίγο.
2) Ας ρίξουμε μια ματιά και την μαρτυρία της Ελένης Καραντώνη, προσφύγισσας από το Μπουνάρμπασι: «…Άρχισε το κακό από Έλληνες και Τούρκους. Οι δικοί μας έβαζαν τις τουρκάλες στα τζαμιά και τις καίγανε. Τα είδαν οι Τούρκοι. Άρχισαν κι αυτοί να σφάζουν και να καίνε….».Επίσης, κάτι που δεν γνωρίζει η ελληνική κοινωνία σχετικά με την ιστορία του Αιγαίου πελάγους είναι ότι εκτός από τους Άραβες και Φράγκους πειρατές, τις ελληνικές θάλασσες λυμαίνονταν και Έλληνες πειρατές, ιδιαίτερα κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου που είχαν μαθητεύσει στους Φράγκους. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι η Ίος ονομαζόταν από τους Τούρκους και “Μικρή Μάλτα” εξαιτίας της πειρατικής δραστηριότητος των κατοίκων της. Πειρατική δραστηριότητα άσκησαν και οι Τήνιοι, τουλάχιστον ως το 1715, δηλαδή την εποχή που υποταχθήκαν στους Τούρκους. Τη φρουρά την αποτελούσαν ντόπιοι (αν εξαιρέσει κανείς 10-12 ξένους στρατιώτες), οργανωμένοι στρατιωτικά σε 5 λόχους από 250-350 άνδρες. [...]
Από τους νησιώτες πειρατές ιδιαίτερη φήμη απέκτησε ο διαβόητος Μήλιος πειρατής Ιωάννης Κάψης, ο οποίος χάρη στην υποστήριξη των συμπατριωτών του κατόρθωσε να αναδειχθεί σε πραγματικό ηγεμόνα του νησιού (1677-1680).

Μια ιδιότυπη μορφή πειρατείας αναπτύχθηκε στη Μάνη. Η διάδοση του φαινομένου σε αυτήν την περιοχή ευνοήθηκε από το γεωφυσικό περιβάλλον: ψηλά βουνά απομονώνουν την περιοχή από το εσωτερικό και δημιουργούν απόκρημνες ακτές ευνοϊκές για τη δημιουργία πειρατικών ορμητηρίων. Γι’ αυτό οι Μανιάτες πειρατές σπάνια απομακρύνονταν από τα κρησφύγετά τους. Οι δυσχέρειες ναυσιπλοΐας στα άγρια και άξενα παράλια της χερσονήσου και οι τρικυμίες οδηγούσαν πολυάριθμα θύμα-τα κατευθείαν στα χέρια των Μανιατών. Χαρακτηριστικές είναι οι παρατηρήσεις του Γάλλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, κόμητος Choiseul Gouffier:

“Ανάμεσα στο ελληνικό έθνος υπάρχει μια φυλή χωρίς κτηματική περιουσία, κάπου δύο χιλιάδες ψυχές, που ζει από τη ληστεία. Λεηλατούν τους θαλασσινούς με τις πειρατικές επιδρομές τους. Άλλοτε χρησιμοποιούν καράβια και άλλοτε ενεδρεύουν πίσω από τους βράχους των ακτών της Μάνης πότε η τρικυμία θα παρασύρει ως τους κρυψώνες τους κανένα καράβι προσφέροντας εύκολη και σίγουρη λεία”.
Για τη δράση των Μανιατών γράφει και ο Γάλλος Guillet de la Guilletiere (1675): “Η κυριότερη απασχόληση των Μανιατών είναι η πειρατεία και το μεγαλύτερο εμπόριό τους οι αιχμάλωτοι. Το Οίτυλο ονομαζόταν μεγάλο Αλγέρι. Αιχμαλωτίζουν και πουλάνε τους χριστιανούς στους Τούρκους και τους Τούρκους στους Χριστιανούς”. (σελ. 82, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ι ).
Τέλος, ήθελα να προσθέσω ότι έχουμε πιστέψει ότι οι Μικρασιάτες ήταν απόγονοι “των Ιώνων που εγκαταστάθηκαν στην Μικρασία 30 αιώνες πριν”. Οι περισσότεροι Νεοέλληνες αναμασούμε αυτήν την εσφαλμένη πεποίθηση για λόγους που δεν μπορώ να καταλάβω. Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους κάνει σαφές ότι το ελληνικό στοιχείο της Μικρασίας κόντεψε να εξαφανιστεί και ότι αναζωογονήθηκε από μεταναστεύσεις ελληνόφωνων ορθοδόξων πληθυσμών από τα νησιά του Αιγαίου και την ηπειρωτική Ελλάδα. Είναι γνωστό ότι υπήρξε έντονο ρεύμα αποδημιών από την Ελλάδα – ηπειρωτική και νησιωτική – προς τις ακτές της Ιωνίας τον 17ο και 18ο αιώνα.
Οι έλληνες αυτοί έποικοι προέρχονταν κατά κανόνα από περιοχές στις οποίες είχαν διαδραματιστεί πολεμικά γεγονότα και αναζητούσαν ένα τόπο ειρήνης για να μπορέσουν να ζήσουν, ή ταξίδευαν για εμπορικές υποθέσεις και έβρισκαν στους καινούργιους τόπους που γνώριζαν ευκαιρίες για καλύτερη σταδιοδρομία. Δεν ήταν άλλωστε λίγοι ανάμεσα στους εποίκους αυτούς και οι φτωχοί αλλά ριψοκίνδυνοι κάτοικοι αγόνων μικρών νησιών που γι αυτούς η φυγή ήταν ζήτημα επβίωσης. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι το συντριπτικά μεγάλο ποσοστό των εποίκων αυτών κατευθυνόταν προς τη Σμύρνη και την περιοχή της όπου ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει το ελληνικό στοιχείο και από εκεί απλωνόταν σε πόλεις και χωριά, στα οποία υπήρχε η δυνατότητα να εργασθούν σαν αγρότες ή τεχνίτες.
Συγκεκριμένα, στις Κυδωνίες που ήταν ένα μικρασιατικό ψαροχώρι κατοικημένο από Μυτιληνιούς στις αρχές του 17ου αι. και που ακόμη ως το 1740 εξακολουθούσε να είναι ασήμαντη πολίχνη, παρατηρήθηκε εγκατάσταση εποίκων από την Ελλάδα. Από το μακρινό Χόρμοβο της Ηπείρου φθάνουν εκεί κάτοικοι το 1759 . Η Πέργαμος που το 1675 κατοικείται από 3000 περίπου Τούρκους και 100 μόνο Έλληνες παρουσιάζει σε διάστημα ενός αιώνος αύξηση του Ελληνικού στοιχείου. Εκτός από τις πόλεις αυτές βορειότερα στις ακτές τις Προποντίδας η Κίος και η Κύζικος αποκτούν σημασία για τον Ελληνισμό . Το Κερμίρ, που ως τα μέσα του 18ου αι. ήταν ολιγάνθρωπο χωριό Αρμενίων, κατοικήθηκε από Έλληνες που σε διάστημα λίγων ετών έφτασαν τις 3000 ψυχές ενώ ανάλογη αύξηση των Ελλήνων σημειώνεται και σε άλλα χωριά. ( «Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΑ, σελίδα 228» ).
Με το ζήτημα της εξαφάνισης ή της δημιουργίας νέων οικισμών είναι συνυφασμένη η μετακίνηση ανθρώπων σε κοντινές ή μακρινές από τον τόπο της κατοικίας τους περιοχές. Οι διαστάσεις του φαινομένου είναι δύσκολο να προσδιοριστούν σε όλην τους την έκταση από τις διάσπαρτες, μη συστηματικές μαρτυρίες που σημειώνουν εδώ κι εκεί την παρουσία μεταναστών, κυρίως σε περιοχές της Μικρασίας ή την Κωνσταντινούπολη. Ελλείψει άλλων πηγών τα οικογενειακά ονόματα συνιστούν ένα δείκτη της ακτίνας διακίνησης των πληθυσμών που δεν προσφέρει όμως σαφή προσδιορισμό του χρόνου κατά τον οποίο συνέβη η μετακίνηση.
Η μόνιμη, η πρόσκαιρη και η περιοδική αποδημία ενός μέρους του πληθυσμού υπήρξε μία πραγματικότητα η οποία συνυπήρξε με την ακινησία από την άλλη πλευρά του αγροτικού χώρου. Καθώς η πόλη στο οθωμανικό περιβάλλον δεν μπορούσε να λειτουργήσει όπως συνέβη στην Δυτική Ευρώπη ως χώρος αποδοχής του εργατικού δυναμικού, όποιο πληθυσμιακό περίσσευμα παρουσιάζεται, κυρίως στα μέσα του 18ου αι. στον ορεινό και στο νησιωτικό χώρο, ακολούθησε άλλες επιλογές.
Δημοφιλέστερες ανάμεσα σε αυτές αποδείχτηκαν η επέκταση των καλλιεργειών σε πεδινές περιοχές που παρέμεναν σε χαμηλό επίπεδο εκμετάλλευσης, η μετανάστευση στα λίγα μεγάλα διοικητικά και εμπορικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κων/πολη, Σμύρνη), στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, στην Ιταλία, στην Κεντρική Ευρώπη και στη Ρωσία. ( «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμος α, σελ. 84).
Το συμπέρασμα είναι ότι τελικά η εθνική ανάγνωση της ιστορίας χωλαίνει. Η ιδέα της ύπαρξης ενός έθνους το οποίο υφίσταται ως αναλλοίωτη και διαχρονική κατηγορία στη συνείδηση των ανθρώπων διαψεύδεται συνεχώς από την ίδια την ιστορία. Αν είχαν στο μυαλό τους το έθνος οι Μανιάτες πειρατές δεν θα πουλούσαν ομοεθνείς τους σε Τούρκους. Αυτοί που μας παραμυθιάζουν ότι η εθνική ταυτότητα του νεοέλληνα είχε διαμορφωθεί από την πρώτη Άλωση της Πόλης και δώθε πρέπει μάλλον να αναθεωρήσουν την ιστορική τους ανάγνωση. Το “εθνικώς” και το “σκεπτόμενος” όταν μπαίνουν μαζί είναι οξύμωρον. Μόνο όταν το αλάτι γλυκάνει θα γίνουν σκεπτόμενοι οι εθνικώς αγόμενοι και φερόμενοι !!



http://www.trakyaninsesi.com/index.php?option=com_content&view=article&id=298%3A2011-11-05-13-45-12&catid=1%3Ason-haberler&Itemid=50&fb_source=message