Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Τα φωνήεντα, οι εθνοφύλακές τους και ο ρατσισμός


Προφανώς το καίριο ερώτημα δεν είναι πόσα φωνήεντα έχουν τα ελληνικά αλλά γιατί στα μέσα μιας βαθειάς κοινωνικής κρίσης με άνοδο πρωτοφανούς και πλέον βίαιου ρατσισμού στον τόπο μας ο κ.Πολύδωρας, παραποιώντας το επίμαχο εγχειρίδιο και αγνοώντας την επιστημονική κοινότητα, αυτοκηρύσσεται εθνοφύλακας των φωνηέντων και καλεί «συνέλληνες» να κυρήξουν πόλεμο στους «ανθέλληνες».

Ας ξεκινήσουμε από τα γλωσσολογικά. Οι περισσότερες γλώσσες με παράδοση γραπτού λόγου παρουσιάζουν αναντιστοιχία στους ήχους του προφορικού λόγου και την αποτύπωσή τους στο γραπτό. Ακούστε το "άδεια" στο "τα μπουκάλια είναι άδεια" και "πότε θα πάρεις άδεια φέτος το καλοκαίρι"; Η ακούστε το "αστέρια"---ο ήχος μετά το "ρ" δεν έιναι "ι". Οι φωνολόγοι έχουν σύμβολα ειδικά για να σημειώνουν αυτούς τους διαφορετικούς ήχους. Επίσης έχουν και εργαλεία (δανεισμένα από την ακουστική) που αναλύουν το ακουστικό σήμα (συχνότητες στο φασματογράφημα) και δείχνουν ότι οι δυο εκδοχές του «άδεια» παραπάνω αντιστοιχούν σε διαφορές στο σήμα. Δηλαδή την «άδεια=διακοπές» και τα «άδεια=μη γεμάτα» δεν τα ακούμε μόνο διαφορετικά αλλά τα λέμε κιόλας. Το βασικό είναι ότι ο γραπτός λόγος πάντα προσεγγίζει τους ήχους του προφορικού, δεν τους κωδικοποιεί 1-προς-1. Και για να πάμε και στα φωνήεντα, για κάποιους ήχους όπως το "α" υπάρχει 1-προς-1 αντιστοιχία, ενώ για ήχους όπως το "ι" είναι 1-προς-μια αράδα. Γι αυτό και τα παιδιά (και οι μεγάλοι) κάνουν ορθογραφικά λάθη με την αράδα του "ι" κι όχι με το "α". Και γι αυτό ένας τροχονόμος πριν από χρόνια έγραψε σε κλήση φίλου "Αστέργια Βουλιαγμένης"--ο άνθρωπος μια χαρά ένστικτο είχε και για τη γλώσσα που μιλάει και για τη γραφή της, απλά του ξέφυγε προς στιγμή ότι πολύ συχνά άλλα λέμε και άλλα γράφουμε. Αυτές οι αναντιστοιχίες είναι γνωστές από την εποχή του Τριανταφυλλίδη. Το καινούργιο βιβλίο παρουσιάζει το σύστημα των ήχων της γλώσσας μας και εξηγεί πως αποδίδονται από τα σύμβολα του γραπτού λόγου επισημαίνοντας τις αναντιστοιχίες. Γιατί υπάρχουν αυτές οι αναντιστοιχίες; Σε κάποια προηγούμενη φάση της γλώσσας πράγματι το "η" και το "ι" ήταν διαφορετικοί ήχοι. Η γλώσσα ως ζωντανό εργαλείο εξελίσσεται, κάποιοι ήχοι άλλαξαν και ο γραπτός λόγος αντικατροπτίζει μια προηγούμενη φάση. Ακόμα και να γινόταν απλοποίηση σήμερα της γραφής και στοίχιση με τον προφορικό λόγο, μετά από κάποιες γεννιές πάλι θα εμφανιζόταν αναντιστοιχία. Γιατί αυτή είναι η φυσική πορεία και εξέλιξη οποιασδήποτε ανθρώπινης γλώσσας καθώς περνάει από γεννιά σε γεννιά.

Είναι προφανές ότι τον ήχο «ι» στα «αστέρια, μάτια κλπ...» δεν το κατάργησαν οι γλωσσολόγοι. Δεν είναι αυτή η δουλειά μας. Και να το «καταργούσαμε», δε θα μας έβγαινε. Η ιστορία της καθαρεύουσας δείχνει πόσο καταδικασμένες είναι τέτοιες εκ των άνωθεν παρεμβάσεις σε μια ζωντανή γλώσσα. Ούτε η δουλειά μας είναι να αποφασίσουμε ή να επιβάλλουμε απλοποίηση της γραφής για να αποτυπώνει πιο άμεσα τον προφορικό λόγο. Αυτή είναι μια απόφαση της κοινωνίας (και γι αυτό το επίμαχο εγχειρίδιο ΔΕΝ προτείνει «φωνητική γραφή»). Δουλειά μας είναι να περιγράφουμε τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά των ελληνικών, στην προκειμένη περίπτωση του συστήματος των ήχων της, και την μετάλλαξή τους μέσα από τη χρήση τους από γεννιά σε γεννιά.

Και εδώ είναι το πρώτο μεγάλο ζήτημα με τον τρόπο που εξελίχτηκε όλη αυτή η (μη) συζήτηση με αποκορύφωμα την ερώτηση του κ.Πολύδωρα στη βουλή---η ελληνική γλώσσα αντιμετωπίζεται ως ένα εθνικό κειμήλιο που πρέπει να διασωθεί ακέραιο και ανέπαφο με απόλυτη άρνηση του ότι είναι ένα ζωντανό εργαλείο των ομιλητών της που εξελίσσεται από γεννιά σε γεννιά.

Ενα επικίνδυνο στοιχείο αυτής της προσέγγισης είναι η ιδέα της «μοναδικότητας» των ελληνικών φωνηέντων και του υποτιθέμενου ρόλου τους ως πυρήνα της σκέψης και της διανόησής (που εμμέσως παραπέμπει και στην ανωτερώτητα και των φωνηέντων μας και της σκέψης και της διανόησής μας). Προφανώς και η γλώσσα είναι καίρια για τη σκέψη και τη διανόησή μας. Ομως τα ελληνικά, ως ανθρώπινη γλώσσα, έχει δομικά χαρακτηριστικά παρόμοια με πάρα πολλές άλλες ανθρώπινες γλώσσες. Για παράδειγμα, ο Παγκόσμιος Ατλαντας Γλωσσικών δομών (the World Atlas of Language Structures http://wals.info/feature) μας λέει ότι το σύστημα των πέντε φωνηέντων (ήχων) που έχουν τα ελληνικά είναι το πιό συνχό στις γλώσσες του κόσμου, για την ακρίβεια 288 από τις 564 γλώσσες του Ατλαντα, έχουν σύστημα με πέντε ή έξι φωνήεντα ( http://wals.info/feature/2A), γλώσσες απ’όλες τις γωνιές της γης. Ενα από τα πιο συναρπαστικά ερώτηματα για τη σύγχρονη γλωσσολογία είναι όχι μόνο να καταγράψει την απίστευτη ποικιλία των ανθρώπινων γλωσσών αλλά και να εξηγήσει τα κοινά δομικά χαρακτηριστικά τους. Γιατί λοιπόν τόσα κοινά χαρακτηριστικά στις γλώσσες; Πολύ απλά, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουμε τα ίδια φωνητικά όργανα (λάρυγγας, γλώσσα), τα ίδια ακουστικά όργανα (αυτιά) και τις ίδιες γνωστικές λειτουργίες. Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο, η ελληνική γλώσσα αντλεί από ένα συγκερκιμένο ρεπερτόριο δομών βάζοντας τις δικές της παραλλαγές. Δεν υπάρχουν επομένως “μοναδικά” ελληνικά φωνήεντα ούτε αξιακές ιεραρχίες γλωσσών. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως “πλούτο” π.χ των ελληνικών, γιαπωνέζικων ή των ισπανικών, δεν έχει να κάνει με τον αριθμό ή την ιδιαιτερότητα των φωνηέντων τους αλλά με τις ιδέες, τις ιστορίες, τις έννοιες που δημιούργησαν οι ομιλητές αυτών των γλωσσών, μέσα απο τους αιώνες της ιστορίας τους και του πολιτισμού τους. Φυσικά και η γλώσσα μας έχει πλούτο, αλλά το να συνδένουμε κάποια βασικά χαρακτηριστικά του φωνολογικού συστήματος της γλώσσας μας, τα οποία τα έχει απλά και μόνο επειδή είναι ανθρώπινη γλώσσα με κάποια "μοναδικότητα" και "ελληνικότητα" δεν είναι απλά αβάσιμη, αλλά και επικίνδυνα εθνικιστική προσέγγιση.

Μαζί με την αγωνία για τα φωνήεντα, εκφράζεται από πολλούς σχολιαστές και μια γενική αγωνία για την κατάσταση της γλώσσας μας που μπορεί να συνοψιστεί ως «τ’αφήσαμε όλα χύμα κι ο καθένας λέει ό,τι θέλει». Ας πιάσουμε το δεύτερο. Πολύ απλά, αν ο καθένας έλεγε ό,τι ήθελε, δε θα μπορούσαμε να συννενοηθούμε. Δε λέει ο καθένας ό,τι θέλει. Και η σύγχρονη γλωσσολογία το έχει καταδείξει αυτό και με πληθώρα πειραματικών δεδομένων. Οποιον Ελληνα και να βάλεις στο εργαστήριο της φωνητικής θα πει τα δυο «άδεια» και τα «αστέρια» με τον ίδιο τρόπο (προφανώς και υπάρχει διαφοροποίηση από ομιλητή σε ομιλητή, αλλά οι κατηγορίες είναι οι ίδιες). Επίσης, πειραματικές μελέτες που στηρίζονται σε ψυχολογικές μεθόδους δείχνουν συμφωνία για το τί θεωρούμε αποδεκτό ως δομή, τί παράγουμε σε πειραματικές συνθήκες κοκ. Δεν λέει ο καθένας ό,τι θέλει, ούτε ακούει ο καθένας ό,τι θέλει. Ας πάμε στο «τα έχουμε αφήσει όλα χύμα». Η μόνη ερμηνεία που μπορούμε να δώσουμε σε αυτό είναι ότι ως κοινωνία (ελπίζουμε ότι) έχουμε αποδεχτεί ότι μια ζωντανή γλώσσα εξελίσσεται μονίμως το οποίο σημαίνει διαφοροποίηση κάποιων δομικών στοιχείων και εμφάνιση νεωτερισμών. Μια ζωντανή γλώσσα που μιλιέται από κάποια εκατομύρια είναι φυσικό να αναπτύξει «κοινωνιο-διαλέκτους» που εκφράζουν επιμέρους κοινωνικές ομάδες. Ας θυμηθούμε το «πάμε πλατεία;» όπου αυτό που ξενίζει είναι ότι δεν υπάρχει το εμπρόθετο «στο» και πώς ο Λαζόπουλος το είχε χρησιμοποιήσει ως μέρος της περιγραφής του της νεολαίας. Προφανώς η πρόθεση «σε» δεν είχε εξαφανιστεί από τα ελληνικά όσων έλεγαν «πάμε πλατεία;». Φυσικό είναι αυτές οι διαφορές να ξενίζουν, αλλά η μόνη ερμηνεία στο «τα έχουμε αφήσει όλα χύμα» είναι ότι έχουμε επιτρέψει να αναπτυχθούν αυτές οι κοινωνιο-διάλεκτοι και επίσης δεν πατάσσουμε με αυταρχικό τρόπο τη φυσική αλλαγή κάποιων στοιχείων από γεννιά σε γεννιά. Ευτυχώς! Η γλώσσα μας μόνο να κερδίσει έχει απ’αυτή την ποικιλία!

Μια άλλη πλευρά της προσέγγισης του κ.Πολύδωρα είναι η κινδυνολογία ότι «χάνουμε» κάτι από τη γλώσσα μας (μαζί βέβαια με όλο το κλίμα του του ότι γίνεται επίθεση στην ελληνική γλώσσα---για το σύνδρομο περί επίθεσης στη γλώσσα μας μια εξαιρετική ανάλυση από το Φοίβο Παναγιωτίδη http://epanagiotidis.blogspot.gr/2007/06/blog-post.html.) Στη μακρόχρονη πορεία της γλώσσας μας, όχι μόνο οι ήχοι της αλλά και άλλα χαρακτηριστικά της έχουν αλλάξει (π.χ. τα νέα ελληνικά δεν έχουν απαρέμφατα όπως τα αρχαία). Ομως ούτε στο Ρίτσο και το Σεφέρη και τον Ελύτη λείψανε τα "χαμένα" απαρέμφατα ή φωνήεντα ή η δοτική πτώση, ούτε στον Ομηρο στοιχεία της γλώσσας που εμφανίστηκαν πχ. στην ελληνιστική εποχή. Κι αυτό γιατί κάθε ανθρώπινη γλώσσα μεταλλάσσεται ως σύστημα, ό,τι «χάνεται» «αντικαθίσταται» από κάποιο άλλο δομικό χαρακτηριστικό έτσι ώστε ποτέ δέν έχουν λείψει από ομιλητή ήχοι ή δομές αν έχει κάτι να πει. Με άλλα λόγια η έννοια του "χάνουμε" φωνήεντα και κατά συνέπεια δυνατότητες έκφρασης με συνέπειες για τη νόησή μας δε στέκει.

Πότε λοιπόν χάνεται ή κινδυνεύει μια γλώσσα? Οταν χάνονται οι ομιλητές της ή σταματούν να τη μιλούν. Κάπως έτσι χάθηκαν πολλές διάλεκτοι ή «ντοπιολαλιές» της ελληνικής, όταν οι ομιλητές τους μετανάστευσαν στα αστικά κέντρα της χώρας μας και υιοθέτησαν τη γλώσσα των αστικών κέντρων για να βρουν δουλειά και να προχωρήσουν. Γλώσσες χάνονται όταν μειονότητες καταπιέζονται και στερούνται το δικαίωμα στη γλώσσα τους. Οταν ο μετανάστης γονιός δε μιλάει τη γλώσσα του στο παιδί του γιατί φοβάται ότι δε θα τα πάει καλά στο σχολείο ή γιατί του το έχει «συστήσει» ο δάσκαλος.

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στο αρχικό ερώτημα. Γιατί ο κ. Πολύδωρας καλεί «συνέλληνες» να εξεγερθούν εναντίον των «ανθελλήνων» και να σώσουν τα φωνήεντα; Αφού δεν απειλούνται τα φωνήεντα, ποιός απειλείται και τελικά ποιός είναι η απειλή; Η απειλή δεν είναι άλλη από τον τυφλό εθνικισμό που πρεσβεύει η στάση του κ. Πολύδωρα, που πάει χέρι χέρι με τον ανερχόμενο ρατσισμό στον τόπο μας. Δε χρειάζεται και πολλή φαντασία για να δει κανείς τις επιπτώσεις αυτής της εθνικιστικής προσέγγισης της γλώσσας για τις γλώσσες των μεταναστών, το δικαίωμά τους να μάθουν στα παιδιά τους τη μητρική τους γλώσσα και το δικαίωμα των παιδιών τους, μαζί με τα ελληνικά, να μάθουν τη γλώσσα των γονιών τους και μέσα από απ’αυτή την ιστορία και παράδοση των οικογενειών τους. Η γλωσσολογία έχει μόνο μια απάντηση. Δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες γλώσσες κι όσο μιλιούνται ελεύθερα δεν απειλούνται ούτε τα φωνήεντά τους ούτε η επιβίωσή τους. Το ερώτημα είναι ανοιχτό για την ελληνική κοινωνία, αν και κατα πόσο θα καταφέρει να παραγκωνίσει τις εθνικιστικές προσεγγίσεις στη γλώσσα μας και την παρεπόμενη κινδυνολογία και να τιμήσει τις γλώσσες όσων ζουν στον τόπο μας, εξασφαλίζοντας το δικαίωμα όλων να κρατήσουν ζωντανή τη γλώσσα τους.

Δώρα Αλεξοπούλου και Γιώργος Τσούλας

-----
Δώρα Αλεξοπούλου είναι γλωσσολόγος, ερευνήτρια στο τμήμα Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, Αγγλία.

Γιώργος Τσούλας είναι γλωσσολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Γλώσσας και Γλωσσολογικής Επιστήμης του πανεπιστημίου του York, Αγγλία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου