Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

«ΤΟ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟ ΠΑΜΕ ΚΑΙ Η ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΜΑΡΙΑ»



Του Νίκου Τζένου

Στον απόηχο του εορτασμού της Επανάστασης του ’21 και με αφορμή ένα κείμενο του ΠΑΜΕ εκπαιδευτικών, σχετικά με το χαρακτήρα της ελληνικής Επανάστασης, ξανάφερα στο νου μου μια παλιά ιστορία που γίνεται για πολλούς λόγους επίκαιρη.
Το   2006 ένα σχολικό βιβλίο (ιστορία ΣΤ’ Δημοτικού) έγινε αιτία μιας ιδιότυπης εμφύλιας διαμάχης. Η συγγραφική ομάδα και κυρίως η Μαρία Ρεπούση, επίκουρος τότε καθηγήτρια ιστορίας στο Α.Π.Θ. θεωρήθηκε ως μεγίστη  απειλή για το έθνος και το λαό. Ως βουλευτίνα σήμερα της ΔΗΜ.ΑΡ πληρώνει ακόμα την παλιά «αμαρτία».
Σ’ αυτή τη διαμάχη οι συνασπισμένες «εθνικές» και «λαϊκές»  δυνάμεις είχαν συντριπτική υπεροπλία. Ειδήμονες και αδαείς, δεξιοί και κομμουνιστές, δήμαρχοι, κληρικοί, στρατηγοί, συνδικαλιστές, εκπαιδευτικοί(κάποιοι), η Ακαδημία Αθηνών, ο Χριστόδουλος, ο Καραμπελιάς, αλλά και κάθε (αδαής) πικραμένος σε μια σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα ομοθυμία, ζήτησαν την «εδώ και τώρα» απόσυρση του βιβλίου.
Στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης βρέθηκαν «φιλίστορες» και «ιστοριοδίφες» που αυτοπροσδιορίζονται αυθαίρετα ως ιστορικοί και επιπλέον δεν έχουν καμία σχέση με μια σχετικά νέα  επιστήμη που λέγεται Διδακτική της Ιστορίας. Σαράντος Καργάκος, Κ.Πλεύρης, Γιώργος Καραμπελιάς, Άδωνης Γεωργιάδης. Το Κ.Κ.Ε  με ειδικό αφιέρωμα στο «Ριζοσπάστη» έδωσε τη δική του «ταξική»διάσταση και απάντηση στον «κοσμοπολιτισμό» της Ρεπούση.
Η κοινότητα των Ελλήνων ιστορικών, που δουλεύει με επιστημονικά εργαλεία και μεθόδους (και όχι με κραυγές) εξουδετερώθηκε  από την «καφρίλα» και το βαρύ πυροβολικό του λαϊκισμού που είχε προνομιακό (όπως συμβαίνει πάντα) λόγο στα Μ.Μ.Ε. Εν τέλει ο τότε Υπουργός Παιδείας Ε. Στυλιανίδης «απεφάσισε και διέταξε», παραβιάζοντας κανόνες και θεσμικά όργανα(Παιδαγωγικό Ινστιτούτο) την απόσυρση του βιβλίου, παρά το γεγονός ότι η επιμελήτρια του βιβλίου Μαρία Ρεπούση δέχτηκε να διορθώσει την επίμαχη φράση «Περί συνωστισμού» που ήταν η σταγόνα που (υποτίθεται) ξεχείλισε το ποτήρι. Τελικά δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. Πρόσχημα ήταν.
            Ο γράφων, ήμουν τότε Δημοτικός Σύμβουλος Καλαβρύτων και απέτρεψα ψήφισμα καταδίκης του βιβλίου που κατά τη γνώμη κάποιων δεν εξιστορούσε επαρκώς τα γεγονότα της περιοχής( Αγία Λαύρα, Λάβαρο, Γερμανός). Αντίστοιχα ψηφίσματα και αιτήματα μπήκαν στο Μεσολόγγι, στη Χίο και σε κάθε γωνιά της επικράτειας που αγνοήθηκε (κατά τη γνώμη των τοπικών αρχόντων) από τη Μαρία Ρεπούση το αίμα που έχυσαν οι πρόγονοι για τη λευτεριά της πατρίδας.
Πρώτο συμπέρασμα (έστω ερώτημα). Τι ενόχλησε τους πανέλληνες; Ο συνωστισμός στη Σμύρνη ή το αίμα των προγόνων που δε βρήκε περίοπτη θέση στο βιβλίο; Θα επανέλθω.
Προσφάτως (και ενόψει της επετείου) το ΠΑΜΕ εκπαιδευτικών έστειλε ένα μήνυμα στους μαθητές με το οποίο αμφισβητούνται παραδοχές και εθνικοί μύθοι που ακρίτως έχει υιοθετήσει η «Δημόσια Ιστορία». Θίγει «ιερά και όσια» και αμφισβητεί την κυρίαρχη εθνική αφήγηση. Δεν είναι στις προθέσεις μου να αναλύσω το κείμενο του ΠΑΜΕ. Μόνο τρεις παρατηρήσεις:
·       Οι μύθοι που οψιγενώς αποπειράται να αποδομήσει το ΠΑΜΕ, έχουν προ πολλού καταρριφθεί. Π.χ το γεγονός ότι ο Μιαούλης πέρα από τη μητρική του γλώσσα(αρβανίτικα) μιλούσε μόνο ισπανικά και τσάτρα- πάτρα «ρωμέικα»,είναι ευρύτατα γνωστό και πλήρως αποδεκτό.
·       Οι αναλύσεις του ΠΑΜΕ-ΚΚΕ (από εποχής Κορδάτου) επιμένουν ανιστόρητα και ιδεοληπτικά στον αμιγή ταξικό χαρακτήρα της επανάστασης. Ωστόσο το εμφανές και διακριτό σημείο της ελληνικής επανάστασης δεν ήταν ούτε το εθνικό, ούτε το ταξικό. Ήταν η τοπικότητα. Το στοιχείο αυτό έχουν επαρκώς αναδείξει ο Θάνος Βερέμης, ο Ιάκωβος Μιχαλίδης και ο Πέτρος Τατσόπουλος στην επίσης «αιρετική»σειρά  του ΣΚΑΙ.
·       Αρνείται (ΠΑΜΕ-Κ.Κ.Ε) την υπαρκτή θρησκευτική διάσταση της σύγκρουσης. Κλείνει τα μάτια στο γεγονός ότι το σύνολο των μουσουλμάνων και εβραίων αμάχων στην Πελοπόννησο πέρασαν απ’ το «λεπίδι» των επαναστατών. Οι καθολικοί των Κυκλάδων διεσώθησαν χάριν της υψηλής προστασίας που παρείχε η Γαλλία και οι ιταλικές πόλεις-κράτη.

 Ωστόσο: Η «αιρετική» και «αντεθνική» αφήγηση του ΠΑΜΕ αντιμετωπίστηκε με ανοχή και κατανόηση από την ετερόκλητη συμμαχία που έριξε τη Μαρία Ρεπούση στην πυρά. Eπιπλεον:

·       Η Μαρία Ρεπούση δεν αμφισβήτησε ευθέως εθνικούς μύθους. Τους αποσιώπησε διακριτικά.
·       Δεν άγγιξε ευαίσθητα σημεία που αφορούν την ορθόδοξη ιεραρχία.(αφορισμός των επαναστατών από τον Γρηγόριο τον Ε’).
·       Δεν τόνισε τραυματικά σημεία της επανάστασης(δύο εμφύλιοι πόλεμοι, φυλάκιση Κολοκοτρώνη, ληστρική επιδρομή των ρουμελιωτών στο Μοριά).
·       Αποσιώπησε μελανά σημεία της εξέγερσης(ανελέητη σφαγή μουσουλμάνων και εβραίων στην Τριπολιτσά).

Διακριτικά αποσιώπησε ότι τραυματίζει και πληγώνει την ψυχή ενός μικρού παιδιού. Έδωσε λιγότερο αίμα, λιγότερη βία. Γιατί όμως παρ’ όλα αυτά προκάλεσε αυτή τη γενικευμένη πολεμική;

Έχω την πεποίθηση ότι οι πολέμιοι του βιβλίου πέρα απ’ το να εντοπίσουν την επίμαχη φράση περί συνωστισμού δεν μπήκαν καν στον κόπο να το ξεφυλλίσουν. Αν το είχαν κάνει, θα διαπίστωναν ότι η συγγραφέας αποτυπώνει με ρεαλισμό τις συνθήκες που επικρατούσαν στο λιμάνι όταν ο διοικητής της Σμύρνης Νουρεντίν έδωσε στους Έλληνες της πόλης ασφυκτική προθεσμία δέκα ημερών να την εγκαταλείψουν .



Στη σελίδα 103, παρατίθεται φωτογραφία.


Επιπλέον το βιβλίο ζητά από τους μαθητές:
«Περιγράφω την κατάσταση που επικρατεί στο λιμάνι της Σμύρνης μετά την μικρασιατική καταστροφή».
Υποθέτω ότι κανένα παιδί 12 χρονών δεν μπορεί να ερμηνεύσει αυτή τη φωτογραφία ως προετοιμασία για σχολική εκδρομή.

Στη σελίδα 104 παρατίθενται δυο μαρτυρίες:
·       Μαρτυρία του Α.Μυκονιάτη από τον Ατζανό, κοντά στην Πέργαμο:
«Εμείς οι άλλοι περιμέναμε τρεις μέρες, ώσπου μπήκαμε σε καΐκια και μπαρκάραμε για τη Μυτιλήνη. Ώσπου να πατήσει το ποδάρι του ο τούρκικος στρατός στο χωριό, άραζαν καΐκια και μας παίρναν. … Βασανιστήκαμε, κακοκοιμηθήκαμε, κακοφάγαμε, μεγάλη συμφορά πάθαμε. Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς; Και ποιος δεν κακοπάθησε και ποιος δεν κλαίει ακόμα; Μονάχα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ, τ’ ακούνε σαν ψεύτικα παραμύθια».
Η συγγραφέας προτείνει στους μαθητές:
Μελετώ τις πηγές και συζητώ για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες πρόσφυγες.



·       Μαρτυρία της Δέσποινας Συμεωνίδου από τα Κενάταλα της Καππαδοκίας:

«Στο ταξίδι έκανε φουρτούνα και οι γυναίκες λιγοθυμούσαν από το φόβο τους.Άκουγες φωνές. Κλάματα. Εγώ είχα μαζί μου τον άνδρα μου, τη μάνα μου και τα τρία παιδιά μου…Ευτυχώς δεν έπαθα τίποτα. Άφησα τα παιδιά μου σε μια γωνιά του βαποριού κοντά στη μάνα μου και κουβαλούσα νερό στις λιπόθυμες γυναίκες. Μερικοί άνθρωποι δε βάσταχαν από τα βάσανα που τράβηξαν και πέθανα στο βαπόρι…Επιτέλους φτάσαμε στον Πειραιά. Άλλοι κατέβηκαν εκεί, εμείς συνεχίσαμε το ταξίδι για την Καβάλα. Μας πήραν στο Τσινάρ Ντερέ , κοντά στη σημερινή Νέα Καρβάλη. Δυο χρόνια μείναμε εκεί κάτω από τα τσαντίρια. Ο κόσμος αρρώσταινε και πέθαινε κάθε μέρα.»
Η συγγραφέας προτείνει:
Μελετώ τις πηγές και αναφέρω τις συνθήκες εξόδου των Ελλήνων προσφύγων.

Γιατί λοιπόν αυτή η εξοντωτική πολεμική στη Ρεπούση σε αντίθεση με την ανοχή στις «αιρετικές και αντεθνικές» θέσεις του ΠΑΜΕ;

Την απάντηση τη βρήκα το περασμένο καλοκαίρι στο βιβλίο του Άκη Γαβριηλίδη «Η Αθεράπευτη Νεκροφιλία του Ριζοσπαστικού Πατριωτισμού», εκδ. futura, Μάιος 2006.
Στον πυρήνα της εθνικής ιδεολογίας βρίσκεται η θυματοποίηση, το αίμα των προγόνων, ο ελληνισμός που χτυπιέται πάντα κι από παντού, αλλά ποτέ δεν πεθαίνει. Η εθνική θεώρηση της ιστορίας θέλει θυσίες, ολοκαυτώματα, αίμα, δάκρυ και πόνο. Θέλει νεκρούς χιλιάδες πάνω στους τροχούς και ζωντανούς να δίνουν το αίμα τους. Θέλει επιπλέον μια διαρκή απειλή πάνω στο έθνος. Σε κάθε χρονική συγκυρία Τούρκοι, Βούλγαροι, Εβραίοι, Άγγλοι, Αμερικάνοι και προσφάτως Μακεδόνες ,Γερμανοί( και εν γένει Βόρειοι) επιστρατεύονται ως εθνική απειλή. Το έθνος θέλει εχθρούς. Αν δεν υπάρχουν, πρέπει να κατασκευαστούν.
Αυτή η θεώρηση της ιστορίας είναι κοινός τόπος για την Εθνικιστική Δεξιά και την Πατριωτική Αριστερά. Στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη (κύριου εκφραστή του Ριζοσπαστικού Πατριωτισμού) ο θάνατος, η θυσία, το αίμα έχουν περίοπτη θέση. Επιτάφιος, Γελαστό παιδί, Σωτήρης Πέτρουλας, Οι πρώτοι νεκροί, Του Νεκρού Αδελφού, Κλαίει η μάνα μου στο μνήμα, Ρωμιοσύνη Λιανοτράγουδα και πολλά άλλα.
Την ίδια περίοπτη θέση έχει η διαχρονική απειλή από πραγματικούς ή φαντασιακούς εχθρούς που απειλούν την ύπαρξη του έθνους και της φυλής που ωστόσο δεν γονατίζει, δεν υποκύπτει.

Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις,- εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο
να’ τη πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.

Αναρωτιέμαι τι διαφέρει το παραπάνω τετράστιχο, από εκείνο που λέει:

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά.
Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει
και ξανά προς τη δόξα τραβά.

Το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού δεν είχε την αναγκαία ποσότητα αίματος. Δεν είχει κακούς και δράκους. Δεν είχει κάτι «ηρωικό και πένθιμο.» Αγνόησε (συνειδητά ή ασυνείδητα, δεν ξέρω) τον πυρήνα της εθνικής ιδεολογίας. Γι’ αυτό και χτυπήθηκε ανελέητα.
            Αντιθέτως οι θέσεις του ΠΑΜΕ αντιμετωπίστηκαν με σχετική ανοχή γιατί το Κ.Κ.Ε στην εκατόχρονη ιστορία του έχει τα δικά του θύματα, τους δικούς του χιλιάδες νεκρούς. Έχει γίνει λοιπόν ισότιμος εταίρος στη διαμόρφωση της ιστορικής αφήγηση. Έχει εισφέρει τον αναγκαίο «φόρο αίματος» και ως συνεπής «φορολογούμενος», αποχτά το δικαίωμα να ομιλεί.
Αυτό το δικαίωμα εξ’ ορισμού στερούνται άκαπνοι ειρηνιστές, όπως η κυρία Ρεπούση.
  
Ο Νίκος Τζένος είναι δικηγόρος στα Καλάβρυτα και μέλος των Οικολόγων Πρασίνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου